Νίκος Γκουγκουλής
Ψυχίατρος, διευθυντής στην Πολυκλινική René Angelergues (ASM 13),
ψυχαναλυτής (SPP)

σύναψις 65 [2022 – τόμος 18]

Ο μετασχηματισμός της κρίσης σε ευκαιρία. Η καθημερινότητα ενός Κέντρου υποδοχής και κρίσης

Τίποτα δεν χάνεται, τίποτα δεν δημιουργείται, όλα μετασχηματίζονται.
Αναξαγόρας

Εισαγωγή

Μέσα από την αφήγηση ενός κλινικού περιστατικού θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε τις καθοριστικές στιγμές διαμόρφωσης της ψυχικής κρίσης που, ορισμένες φορές, καταλήγουν να μετασχηματιστούν σε έναρξη ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας. Είναι η καθημερινή εργασία μιας νοσοκομειακής ομάδας σε ένα τοπικό Κέντρο υποδοχής και κρίσης.* Η υπεύθυνη για κάθε ασθενή ομάδα αποτελείται από έναν ψυχίατρο, έναν ειδικευόμενο γιατρό, μία ψυχολόγο και νοσοκόμους, καθώς και από τα άτομα που κάνουν την πρακτική τους, προσδίδοντας στις συνεδρίες ένα οικογενειακό κλίμα (με τα θετικά και τα αρνητικά του).

Μελετούμε το ζήτημα της δημιουργίας θεραπευτικής συμμαχίας με ασθενείς σε κατάσταση ψυχικής αποδιοργάνωσης, οι οποίοι βιώνουν μια διπλή κατάρρευση, εκείνη της αίσθησης του εαυτού και εκείνη της αντικειμενότροπης σχέσης. Οι ασθενείς χάνουν την αίσθηση της ταυτότητάς τους (αποπροσωποποίηση) και, συγχρόνως, εκείνη της πραγματικότητας του αντικειμενότροπου κόσμου (αποπραγματοποίηση). Παλινδρομούν από το επίπεδο της επιθυμίας σε εκείνο του παροξυσμού μιας ανάγκης την οποία, πολύ συχνά, δύσκολα κατανοούν και ακόμη δυσκολότερα κατευνάζουν. Παρατηρείται συνήθως ότι ο ασθενής σε αυτή την κατάσταση είναι ανίκανος να επικοινωνήσει με έναν συνομιλητή, είτε είναι πρόσωπο είτε είναι η θεράπουσα ομάδα. Όμως ο κλινικός γιατρός έχει συχνά την αίσθηση ότι είναι ενώπιον μιας αναζήτησης που αντιστοιχεί – στο ζωτικό («ζωώδες», για να προσδώσουμε μεγαλύτερη ένταση στο χαρακτηρισμό) επίπεδο – σε μια αναζήτηση καταφυγίου. Είναι το αναζητούμενο ή αποδεκτό καταφύγιο στην εξωτερική πραγματικότητα (π.χ. η νοσηλεία), λες και εκλείπει εκείνο των πρώιμων εσωτερικών αντικειμένων προς το οποίο στρέφεται κανείς αυθόρμητα όταν κινδυνεύει.

Οι στοχασμοί μας απορρέουν συγχρόνως από την άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος και από την πρακτική εντός του Κέντρου κρίσης ενός τοπικού νοσοκομείου, όπου παραδοσιακά η ψυχαναλυτική εργασία αποτελεί αναφορά, κάτι που δεν σημαίνει ότι η εργασία του γιατρού είναι αναλυτική (Gougoulis, 2008). Σύμφωνα με την ορολογία που ο Green (2002) προτείνει, πρόκειται για μια «εργασία ψυχαναλυτή». Ενώπιον μιας αποδιοργάνωσης, ο γιατρός συναντάει τα όρια της ικανότητάς του να αντιμετωπίσει τον πόνο και να προσαρμοστεί στην υπερβολή του ή στο κενό του, να καινοτομήσει ως προς την ικανότητά του να ακούει εκ του σύνεγγυς την ανάγκη που παρουσιάζεται κατά την έλευση της κρίσης.

Μια φοιτήτρια σε κρίση

Η δεσποινίς Π παραπέμφθηκε στην Πολυκλινική από τον οικογενειακό γιατρό της προκειμένου να γίνει αξιολόγηση και διαχείριση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων της με αυτοκτονικό ιδεασμό. Ενώπιον του εν υπηρεσία ειδικευόμενου γιατρού η ασθενής εκφράζει ένα ακαθόριστο αίτημα βοήθειας. Αυτή η νεαρή γυναίκα, ηλικίας 25 ετών, ανύπαντρη, άτεκνη, υποψήφια διδάκτορας, εγκατέλειψε την οικία της μητέρας της πριν από ενάμιση χρόνο και ζει μόνη στην περιοχή του Παρισιού.

Στη συνομιλία, με δάκρυα στα μάτια, λέει ότι είναι «σωματικά εξαντλημένη», αναφέροντας καταθλιπτικά συμπτώματα, όπως ανηδονία, αβουλία, αδυναμία δράσης, και διαταραχές ύπνου. Λέει ότι παλεύει με την υπνηλία και δεν ξαπλώνει για ύπνο παρά στις τέσσερις με πέντε η ώρα τα ξημερώματα. Έχει έντονο και διάχυτο άγχος. Η συνέντευξη δεν δίνει στοιχεία ψυχοκινητικής επιβράδυνσης. Η ομιλία της ασθενούς είναι ακαθόριστη και αφήνει να αιωρείται μια αμφιβολία ως προς την αυθεντικότητα των συναισθημάτων της, έτσι ώστε μετά την πρώτη επίσκεψη αποφασίστηκε η δεσποινίς Π να πάει να περάσει το σαββατοκύριακο με τη μητέρα της και δύο μέρες μετά να επιστρέψει στην Πολυκλινική για μια νέα αξιολόγηση. Εκείνη τη στιγμή ο ειδικευόμενος γιατρός επέλεξε να διαφοροποιήσει χρονικά τη θεραπευτική αγωγή από το αίτημα της ασθενούς, εισάγοντας στα δεδομένα την παράμετρο του χρόνου και προτείνοντας την ιδέα της υποδοχής που δεν αφήνει την κρίση να μετασχηματιστεί σε «έκτακτη ψυχιατρική ανάγκη».

Η δεσποινίς Π δράττεται της ευκαιρίας για να κατηγορήσει τον ειδικευόμενο γιατρό ότι «η θεραπευτική αγωγή της είναι επαρκής για να την οδηγήσει στην αυτοκτονία». Εκφράζει το παράπονο ότι δεν εισακούστηκε υπαινισσόμενη τη διαψευσμένη ελπίδα της να νοσηλευτεί μετά την πρώτη επίσκεψη. Σύμφωνα με την ίδια, μονάχα μια εντατική παρακολούθηση – «δύο επισκέψεις ημερησίως», τονίζει – μπορεί να της επιτρέψει να πάει καλύτερα. Ο λόγος της εμπεριέχει δυσφημιστικά δάνεια/σχόλια [;] για τους ψυχιάτρους, τους ψυχολόγους και, εν γένει, τις θεραπευτικές αγωγές. Λέει: «Εξιδανίκευσα τους ψυχολόγους αλλά, στην πραγματικότητα, είναι άνθρωποι όπως όλος ο κόσμος!» Μέμφεται το νοσηλευτικό προσωπικό ότι δεν καταλαβαίνει τη δυστυχία της και θα ήθελε οι εργαζόμενοι να έρθουν να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασιν τα κλάματά της όταν είναι μόνη στο σπίτι. Τέλος, θέτει στο προσκήνιο «την ανάγκη να ξαναβρεί τον εαυτό της». Έπειτα από τη δεύτερη επίσκεψή της αποφασίστηκε η νοσηλεία της.

Πρώτη περίοδος νοσηλείας

Εξαρχής, η δεσποινίς Π φαίνεται να είναι άνετη στη μονάδα, σχετίζεται με όλους τους ασθενείς, δημιουργεί σχέσεις εγγύτητας και προστασίας με ορισμένους εξ αυτών, συμπεριλαμβανομένων των πιο άρρωστων. Λέει ότι εδώ αισθάνεται σαν σε ένα «αεριζόμενο κέντρο», και είναι χαρούμενη με το μοναχικό δωμάτιό της, όπου κοιμάται πολλές ώρες και συμπεριφέρεται σαν κακομαθημένο κοριτσάκι. Η δεσποινίς Π εκδηλώνει απέναντι στο νοσηλευτικό προσωπικό μια πολύ μεγάλη επιθετικότητα, χρωματισμένη με περιφρόνηση. Η «επιφορτισμένη» με την ασθενή ειδικευόμενη γιατρός, που επίσης υφίσταται τις επιθέσεις της, αρχίζει να αναρωτιέται για την αναγκαιότητα αυτής της δύσκολης νοσηλείας και ζητάει τη στήριξη του ψυχιάτρου και της ψυχολόγου.

Έτσι, κανονίζεται ώστε η ασθενής να περάσει από συνέντευξη. Εξαρχής, η δεσποινίς Π φαίνεται αρκετά επιθετική λέγοντάς μας ότι ήθελε αυτή τη νοσηλεία λόγω της ανάγκης της να ξαναβρεί τον εαυτό της, ότι είναι διαρκώς θυμωμένη αλλά, τουλάχιστον εδώ μπορεί να είναι με την ησυχία της θυμωμένη, χωρίς οι κοντινοί της να υφίστανται τον θυμό της. Η συνάντηση μαζί της είναι δύσκολη και συγκρουσιακή. Από μια δηλώνει ότι «οι υπηρεσίες είναι κακές». Πριν από αρκετά χρόνια είχε προσπαθήσει να κάνει θεραπεία, αλλά «ούτως ή άλλως όλοι οι ψυχολόγοι είναι κακοί και κανείς δεν μπορεί να την καταλάβει». Από την άλλη, όταν της λέμε ότι υπό αυτές τις συνθήκες η νοσηλεία τη ζημιώνει, η δεσποινίς Π εκνευρίζεται, ανακοινώνοντάς μας με έναν υποτιμητικό τόνο ότι δεν γνωρίζουμε τίποτα για τον πόνο της, ότι είναι άρρωστη και ότι από την παιδική ηλικία της έχει μέσα της αυτή τη βία, αυτή την κατάθλιψη, αυτή την επιθυμία να πεθάνει. Τελειώνοντας, μας λέει ότι αν της δείχναμε το κατώφλι της πόρτας δεν ξέρουμε σε ποια κατάσταση θα μπορούσε να ξανάρθει. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, νιώθουμε έκπληξη για αυτή την απέραντη θεατρικότητά της. Οι μεγάλες παύσεις στον λόγο της τονίζουν την περιφρονητική στάση της, ωσάν όλοι οι παριστάμενοι να μην έχουν άλλη χρησιμότητα παρά να κρέμονται από τα χείλια της.

Κατά τη σύντομη διάρκεια της νοσηλείας της, η δεσποινίς Π δημιουργεί ισχυρές διχοτομήσεις στο εσωτερικό της υπηρεσίας. Οι συνεδρίες της ψυχολόγου είναι πολύ διαφορετικές από εκείνες του ψυχιάτρου, καθότι η δεσποινίς Π επενδύει τον καθένα από τους δύο με αντίθετο τρόπο.

Οι συνεδρίες της ψυχολόγου δημιουργούν έναν χώρο όπου η δεσποινίς Π εκδηλώνει όλη την οργή της, προβάλλει την επιθετικότητά της. Παρουσιάζεται εχθρική, διεκδικητική, περιφρονητική, με απεριόριστο θυμό που ορισμένες φορές αφήνει να φανεί η ψυχική αποδιοργάνωσή της. Παρορμητική, εγκαταλείπει επανειλημμένα το γραφείο βροντώντας πίσω της την πόρτα, κατηγορώντας την ψυχολόγο ότι τίποτα δεν καταλαβαίνει και ότι θέλει απλώς να την πετάξει έξω. Η μεταβίβαση φαίνεται, λοιπόν, σαν να είναι βίαια αρνητική, σχεδόν διωκτική.

Η παρουσία της στη συνεδρία με τον ψυχίατρο είναι εντελώς διαφορετική· η δεσποινίς Π προσπαθεί να τον γοητεύσει. Είναι αδιαμφισβήτητη η ύπαρξη μιας υστερικής επιτήδευσης: δαγκώνει τα χείλια της και πλαταγίζει με χάρη τη γλώσσα της κατά τη διάρκεια μεγάλων σιωπηλών παύσεων. Επίσης, έχει έναν λόγο πολύ απαξιωτικό για την ψυχολόγο με σκοπό να τοποθετήσει ευκολότερα σε ψηλότερο βάθρο τον ψυχίατρο που «είναι ο μόνος που την καταλαβαίνει». Η διχοτόμηση εκφράζεται, λοιπόν, μέσα από μια επένδυση σε ένα καλό και σε ένα κακό αντικείμενο, στην εξιδανικευμένη μεταβίβαση προς τον ψυχίατρο και στην εχθρική και απορριπτική μεταβίβαση προς την ψυχολόγο.

Όμως, σε όλες τις συνεδρίες μια πλευρά του λόγου της παραμένει αμετάβλητη: είναι οι παράξενες αναφορές στη μετριότητα των ανθρωπίνων πλασμάτων και στην ηδονή που η ίδια παίρνει όταν κάνει κακό στους άλλους. Η δεσποινίς Π μιλάει χωρίς αναστολές, σαδιστικά, για την ικανότητά της να κάνει τους άλλους να υποφέρουν, διότι ξέρει «να εντοπίζει πάντα το μέρος που θα πονέσει», εκφράζοντας την απόλαυση να παίζει με τους ανθρώπους και να τους καταστρέφει. Αναφέρονται επίσης ιδέες θανάτου και δολοφονικές επιθυμίες. Ο ψυχίατρος τής λέει μια μέρα: «Είστε πραγματικά πολύ δυνατή σε αυτό, αλλά όταν είστε συνεχώς σε αυτή τη σχέση με τους άλλους καταστρέφετε περισσότερο τον εαυτό σας σε σχέση με τους άλλους»· τότε η ασθενής εξηγεί πως το γεγονός ότι ποτέ κανείς δεν την κατάλαβε την έσπρωξε να οικοδομήσει τον εαυτό της κατ’ αυτό τον τρόπο: «Αυτή είναι η ζωή μου!»

Παρατηρούμε ότι κατά τη διάρκεια των συνεδριών η δεσποινίς Π δεν μπορεί να ιχνηλατήσει την ιστορία της παρά αποσπασματικά. Συγκεντρώνοντας όλα αυτά τα ίχνη της ιστορίας της μπορούμε να παρουσιάσουμε τον ακόλουθο μίτο. Ήταν ένα πολύ επιθυμητό παιδί από τους γονείς της (η μητέρα της είχε δυσκολίες να μείνει έγκυος) και ήταν το αντικείμενο μιας ξεχωριστής μεταχείρισης μέχρι τη γέννηση των αδελφών της. Λέει: «Ήμουν το παιδί θεός, το παιδί βασιλιάς! […] Ένα “παινεμένο” κοριτσάκι.» Εκφράζει επίσης την αίσθηση ότι πάντα «έφερε τη μητέρα της». Περιγράφει την έλλειψη ανοχής στη μοναξιά και τη μεγάλη αστάθειά της στις ερωτικές σχέσεις. Μαθαίνουμε δύσκολα ότι είναι η πρωτότοκη μεταξύ τριών αδελφών. Ήταν μόλις πέντε ετών όταν γεννήθηκαν οι δίδυμοι αδελφοί της. Ο ένας τους αμέσως νοσηλεύτηκε και πέθανε μέσα στους τρεις μήνες μετά τη γέννηση. Οι σχέσεις της με τον δευτερότοκο αδελφό περιγράφονται ως «αποστασιοποιημένες και ελάχιστα συμμαχικές». Αυτός ο αδελφός είναι είκοσι ετών, σπουδάζει αρχιτεκτονική και συνεχίζει να ζει στο σπίτι της μητέρας. Οι γονείς της δεσποινίδος Π χωρίζουν όταν εκείνη είναι 15 ετών. Μετά το διαζύγιο, η δεσποινίς Π ζει με τη μητέρα και τον αδελφό της, ενώ ο πατέρας εγκαθίσταται στην επαρχία με τη νέα σύντροφό του. Ο πατέρας έχει αποκτήσει δύο παιδιά από αυτή τη σχέση. Η μητέρα της δεσποινίδος Π είναι ερευνήτρια σε ένα εργαστήριο βιολογίας· οι σχέσεις μητέρας και κόρης κυμαίνονται μεταξύ στιγμών εγγύτητας και συμμαχίας και στιγμών αμοιβαίας απόρριψης. Ο πατέρας είναι εμπορικός αντιπρόσωπος· οι επαφές τους είναι αραιές, οι σχέσεις τους περιγράφονται ως αποστασιοποιημένες.

Η δεσποινίς Π δεν έχει πλέον καμία επαφή με τη γιαγιά και τον παππού της από την πλευρά του πατέρα. Την περίοδο του διαζυγίου των γονιών πέθανε ο μητρικός παππούς της. Οι σχέσεις της με τη μητρική γιαγιά της φαίνονται δύσκολες. Οι εσωτερικές διχοτομήσεις της δεσποινίδος Π αντικατοπτρίζονται στη θεράπουσα ομάδα, που είναι διχασμένη μεταξύ εκείνων που υποστηρίζουν την άμεση έξοδό της από το Κέντρο νοσηλείας και του ψυχιάτρου που θέλει να της αφιερώσει χρόνο. Η δεσποινίς Π είναι υπερβολικά εξαρτημένη από τη νοσηλεία της παρά το γεγονός ότι «δεν ασχολούμαστε πολύ μαζί της!» Βιώνει την έξοδό της από το Κέντρο νοσηλείας ως απόρριψη και ως εκμηδένιση του πόνου της, μολονότι της προτάθηκε να παρακολουθείται «μερικώς»: συχνές επισκέψεις και συνεδρίες στην προβλεπόμενη θεσμική διάρκεια χωρίς, ωστόσο, να συνοδεύονται από διανυκτέρευση στο νοσοκομείο.

Δεύτερη περίοδος νοσηλείας: η κλινική σύνθεση απόψεων, μία καμπή στην περίθαλψη

Την εβδομάδα που ακολούθησε την έξοδό της από το νοσοκομείο, η δεσποινίς Π απευθύνθηκε στα επείγοντα της Πολυκλινικής ζητώντας επιμόνως να νοσηλευτεί εκ νέου. Ο εφημερεύων ειδικευόμενος γιατρός (διαφορετικός από την «επιφορτισμένη» με την ασθενή ειδικευόμενη γιατρό) της ζητάει να ξανάρθει την επομένη το πρωί ώστε να γίνει αξιολόγηση από την ομάδα του. Η δεσποινίς Π εκστομίζει τότε αρκετές απειλές εκδραμάτισης εναντίον του εαυτού της που μας φέρνουν σε αμηχανία. Στραφήκαμε λοιπόν σε μια σύνθεση απόψεων που οργανώθηκε μία εβδομάδα μετά το πέρασμα στη «μερική φροντίδα». Πράγματι, επιβάλλεται να σκεφτούμε τον τρόπο αντιμετώπισης αυτής της ασθενούς που αρνείται με τυραννικό τρόπο να αποδεσμευτεί από την Πολυκλινική.

Κατά τη διάρκεια της σύνθεσης απόψεων τονίστηκε η προβολή των εσωτερικών διχοτομήσεων της δεσποινίδος Π σε πολλά επίπεδα:

• μια μεταβιβαστική διχοτόμηση: μέσω της μεταβίβασης εξιδανικεύεται ο ψυχίατρος που αντιπροσωπεύει το καλό αντικείμενο, και μάλιστα το εξιδανικευμένο αντικείμενο· αντιθέτως, η μεταβίβασή της στην ψυχολόγο, που αντιπροσωπεύει το κακό αντικείμενο, είναι βίαια αρνητική,

• συνδυασμένη με μια διχοτόμηση της θεράπουσας ομάδας, μέσα στην οποία η δεσποινίς Π προκαλεί είτε τη γοητεία είτε, αντιθέτως, την απόρριψη· ένα μεγάλο μέρος της ομάδας λέει πως αισθανόταν απόρριψη από την ασθενή,

• τέλος, αν και όλοι συναινούν στη διάγνωση της οριακής οργάνωσης προσωπικότητας της ασθενούς, η ομάδα είναι ακόμη διχοτομημένη στο ζήτημα των χαρακτηριστικών της προσωπικότητάς της: ορισμένοι επισημαίνουν την πρωτοκαθεδρία των υστερικών χαρακτηριστικών, ενώ άλλοι τονίζουν τα διαστροφικά ή, ακόμη, τα ψυχωτικά της χαρακτηριστικά.

Επιχειρείται τότε να κατανοηθεί ο δεσμός της δεσποινίδος Π με την Πολυκλινική υπό το φως της παιδικής ιστορίας της και των δεσμών της με τους γονείς της, κυρίως με τη μητέρα της. Η μητέρα έπαψε να δίνει προσοχή στην κόρη της όταν ο αδελφός της αρρώστησε και έπειτα πέθανε. Η δεσποινίς Π αναφέρει τη «ρήξη» που παρατηρείται από τη γέννηση των δίδυμων αδελφών της· από «λατρεμένο», «κακομαθημένο» παιδί γίνεται ένα «ανύπαρκτο» παιδί, το «παιδί της νεκρής μητέρας» για το οποίο έχει μιλήσει ο A. Green (1980). Η δεσποινίς Π έχει την αίσθηση ότι από το θάνατο του αδελφού της «κουβαλάει» τη μητέρα της. Το βίωμα του “ξαμολήματος” βγαίνοντας από την Πολυκλινική είναι μια επαναφορά της εμπειρίας εγκατάλειψης κατά την περίοδο της μητρικής απο-επένδυσης.

Η σχεδόν τυραννική απαίτηση της δεσποινίδος Π να αναγνωριστεί ως «άρρωστη», πιο συγκεκριμένα ως «ψυχιατρικά άρρωστη», συνδέεται με τον «δίδυμο άρρωστο» που ήταν το αντικείμενο όλης της μητρικής προσοχής. Κάνουμε την υπόθεση ότι η οργή της, ο καταστροφικός θυμός της, οι «δολοφονικές επιθυμίες» της θα μπορούσαν να είναι η ανάδυση των παιδικών ευχών θανάτου προς τον αδελφό της.

Τέλος, ο νοσοκομειακός θεσμός συμβολίζει τη μητέρα που εμπεριέχει και υποστηρίζει – ως τάση αποκατάστασης των ατελειών του πρωτογενούς περιβάλλοντος. Αυτό το νέο περιβάλλον ευνοεί την εκ νέου ανάδυση παιδικών συναισθημάτων. Υποθέτουμε ότι υπάρχει αναλογία μεταξύ του ρυθμού των συνεδριών (δύο καθημερινά) που απαιτεί η δεσποινίς Π και των ξεχωριστών στιγμών επαφής της με μια καλή μητέρα – ίσως στο τάισμα – κατά την παιδική ηλικία της. Επίσης, γίνεται κατανοητή η συνεχής έγνοια της για τους άλλους ασθενείς, διεκδικώντας για τον εαυτό της ξεχωριστή προσοχή και ιδιαίτερες φροντίδες ως προβολή της παιδικής ηλικίας της. Χρειάζεται να διευκρινιστεί ότι κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της η ασθενής επιθυμούσε να αντιμετωπίζει τους ψυχιάτρους ως γονεϊκή εικόνα, και ποτέ δεν διευκόλυνε την επικοινωνία με τους νοσοκόμους.

Στο τέλος της σύνθεσης των απόψεων, αποφασίστηκε η παράταση της νοσηλείας, σε καθημερινή βάση και μερικώς, ώστε να υπάρξει η δυνατότητα της περίεξης μιας ενδεχόμενης αποδιοργάνωσης. Προτάθηκε ένα πλαίσιο συγχρόνως συμβολικό και συγκεκριμένο ενώπιον της διχοτόμησης και της αδυναμίας συμβολοποίησης της δεσποινίδος Π. Η ασθενής θα γίνεται δεκτή ταυτόχρονα από τους δύο θεραπευτές, τον ψυχίατρο και την ψυχολόγο της υπηρεσίας, τους οποίους θα θεωρούμε ως συμβολική ενσάρκωση του γονεϊκού ζεύγους. Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε αυτό τον τρόπο αντιμετώπισης του μηχανισμού της διχοτόμησης, δηλαδή την από κοινού αναγνώριση των αντιθέσεων που δεν έχουν βιωθεί μέσα σε ενδοψυχική σύγκρουση αλλά έχουν προβληθεί στην ομάδα. Αυτή η αναγνώριση συνιστά το πρώτο στάδιο μιας επεξεργασίας από τον θεραπευτή πριν από την από κοινού επεξεργασία στη συνεδρία: η κατασκευή μιας κοινής σκέψης (Widlöcker).

Τρίτη περίοδος: μία στιγμή κάθαρσης συνοδευμένη από έναν εύθραυστο κατευνασμό

Έπειτα από την προσφυγή στην τρίτη αρχή που η σύνθεση των απόψεων αντιπροσωπεύει, κατά τη διάρκεια της επόμενης συνεδρίας, το σύνολο των θεωριών που έγιναν αντικείμενο επεξεργασίας κατά την εν λόγω σύνθεση θα χρησιμεύσει ως βάση για την κατανόηση, ελευθερώνοντας τη σκέψη των θεραπευτών. Μία σειρά προτεινόμενων σκέψεων – που λες και σχηματίζουν μια ενότητα στο πνεύμα της ομάδας – γίνονται ευκολότερα αποδεκτές, θα μπορούσε να πει κανείς ότι μεταβολίζονται και, έτσι, χωνεύονται καλύτερα από την ασθενή. Η απρόσκοπτη σκέψη της ομάδας δεν είναι το μόνο νέο γεγονός. Επίσης, η συνεδρία έχει μια ψυχοδραματική χροιά, που θα διευκρινιστεί και θα σχολιαστεί στη συνέχεια της παρουσίασής μας. Η δεσποινίς Π γίνεται πιο ικανή να ακούσει και να επεξεργαστεί τις σχέσεις ανάμεσα στις τωρινές επιλογές της και στα γεγονότα της παιδικής ηλικίας της. Ξεκινά να συλλογίζεται τα βίαια αιτήματά της για έγνοια και περίθαλψη, καθώς και το πώς αυτά συνδέονται με την αποστροφή της προσοχής της μητέρας την περίοδο του θανάτου του μικρού αδελφού της. Έτσι, της προτείνεται η ιδέα ότι αναζητεί να είναι αυτή ο μικρός αδελφός τον οποίο όλος ο κόσμος σκέφτεται. Η απήχηση αυτών των παρατηρήσεων είναι άμεση και επανεμφανίζονται μέσα της ισχυρά άγχη εγκατάλειψης. Για πρώτη φορά, τα καταθλιπτικά συναισθήματα που εκδηλώνει μας φαίνονται αληθινά, η δεσποινίς Π φαίνεται τελικά να μπορεί να προσεγγίσει την πραγματική καταθλιπτικότητά της και όχι τη σκηνοθετημένη παράσταση μιας ψευδοστενοχώριας. Καταρρέει επανειλημμένως κατά τη διάρκεια αυτής της συνεδρίας. Τα άγχη εγκατάλειψής της έρχονται να συνδεθούν με τον θάνατο του δίδυμου αδελφού και, τότε, η ασθενής μπορεί να χαρακτηρίσει εκείνη τη φάση της ζωής της ως μια «τραυματική περίοδο», φτάνοντας ακόμη και να προσεγγίσει την αμφιθυμία της απέναντι στους γονείς της λέγοντάς μας: «έκτοτε, τους αγαπώ αλλά και τους μισώ».

Όμως, ακριβώς μετά το πέρασμα αληθινής καταθλιπτικότητας, η δεσποινίς Π ανασύρει άγρια τους μηχανισμούς άμυνάς της, επικαλούμενη εκ νέου τη μετριότητα του ανθρώπινου είδους. Σε αυτή την παρατήρηση, ο ψυχίατρος παίρνει τον λόγο στο πλαίσιο μιας παρέμβασης με υπερεγωτική χροιά: «Και τι κάνετε με την ταπεινοφροσύνη;» και αλλάζει θέμα ώστε να σταματήσει την ασθενή να ξανακυλήσει στις σαδιστικές αμυντικές κατασκευές της, επιβεβαιώνοντας εκ νέου την πρόθεση της θεράπουσας ομάδας να μην ξανανοσηλευτεί η δεσποινίς Π. Ενώπιον αυτής της θλίψης, η ψυχολόγος μπορεί τελικά να έχει για πρώτη φορά τη θέση μιας ικανοποιητικής, υποστηρικτικής μητέρας, αμβλύνοντας την αυστηρότητα της απόφασης, προτείνοντας στην ασθενή να τη βλέπουν κάθε μέρα. Αυτό το μεταβιβαστικό παιχνίδι, αυτό το είδος ψυχοεκδραμάτισης επιτρέπει να γίνει η αντιμετάθεση των ψυχοθεραπευτών, θέτοντας έτσι σε αμφισβήτηση τις διχοτομημένες ψυχικές λειτουργίες της ασθενούς.

Πράγματι, καταλαβαίνει κανείς ότι η συζήτηση με ένα ζευγάρι επιτρέπει το παιχνίδι που σχετικοποιεί την αυστηρή χροιά μιας παρέμβασης που, σε ατομική συνεδρία, μπορεί να είναι τραυματική. Όπως κατά τη διάρκεια μιας ψυχοδραματικής συνεδρίας μια παρέμβαση είναι διαφορετική εντός της συνεδρίας και διαφορετική μετά την αλληλεπίδραση με τον διευθύνοντα του παιχνιδιού. Επίσης, σε αυτή την περίπτωση η παρέμβαση μιας «επαναφοράς στην τάξη» ενεργεί ως το σταμάτημα μιας ναρκισσιστικής αιμορραγίας, είναι ένα ευπρόσδεκτο εμπόδιο υπό την έννοια του Racamier (1962), η υπενθύμιση μιας πραγματικότητας που δεν είναι απειλητική αλλά φιλόξενη. Πρόκειται για την παύση των διολισθήσεων μιας ασυγκράτητης επιθετικότητας που θα μπορούσε να μετασχηματιστεί σε ολέθρια καταστροφικότητα (Azoulay, 2016).

Έπειτα από αυτή τη μακριά και δύσκολη συνεδρία, η δεσποινίς Π αποκοιμήθηκε στις καρέκλες της Πολυκλινικής. Τις επόμενες μέρες, η ομάδα την περιγράφει πολύ πιο ήρεμη. Σε μια επόμενη συνεδρία, η δεσποινίς Π ανακοινώνει, νικηφόρα, την κατάργηση της επιχορήγησης του διδακτορικού της. Λέει ότι είναι πολύ «ανακουφισμένη», δεν αισθάνεται αναγκασμένη να εργάζεται· εξάλλου, εξηγεί πως το θέμα της δεν είναι καθόλου ενδιαφέρον. Λέει πως δεν ασχολείται με το διδακτορικό παρά για να ικανοποιήσει τα οικεία της πρόσωπα. Όταν η ψυχολόγος αμφισβητεί το ελάχιστο ενδιαφέρον και τη μικρή αξία της εργασίας της, η δεσποινίς Π αναφωνεί: «Δεν ήθελα να κάνω ένα καταπληκτικό διδακτορικό, έκανα ένα καταπληκτικό διδακτορικό!». Αυτά τα λόγια απεικονίζουν καλά τις σταθερές αμφιταλαντεύσεις της μεταξύ απαξίωσης και εξιδανίκευσης. Η ψυχολόγος προτείνει στην ασθενή να μην σταματήσει την εργασία του διδακτορικού της παρά τη νοσηλεία της. Ο ψυχίατρος, από την πλευρά του, της ζητάει να φέρει την εργασία της. Αυτό το αίτημα, ίσως ελκυστικό σε μια κατάσταση ατομικής θεραπείας, θα έχει μεγάλη επίδραση. Πράγματι, γίνεται κατανοητό εκ των υστέρων ότι η διακίνηση συναισθημάτων στην ομάδα δίνει μια εντελώς διαφορετική διάσταση σε αυτή την παρέμβαση. Παίρνει την αξία της πατρικής αναγνώρισης ενώπιον της οικογένειας.

Στις επόμενες συνεδρίες, η δεσποινίς Π θα αναφερθεί μακροσκελώς και για πρώτη φορά στη συναισθηματική σχέση της με τον πατέρα της. Είναι σε μία συναισθηματική αναζήτηση αναγνώρισης την οποία ο πατέρας αρνείται. Εκφράζει ένα συναίσθημα απόρριψης από την πλευρά του. Τον περιγράφει ως έναν ανύπαρκτο πατέρα που ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για εκείνη, ακόμη λιγότερο για τις σπουδές της· αναφέρει τα λόγια του: «Δεν είναι από τις δραστηριότητες που θα έπρεπε να έχει μια γυναίκα». Η δεσποινίς Π προσθέτει: «Το μόνο πράγμα που ήθελε ο πατέρας μου ήταν να είμαι όμορφη […] εξάλλου μια μέρα μου είπε: αν παχύνεις, δεν είσαι πια κόρη μου». Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι πριν από τον χωρισμό των γονιών, διαμορφώθηκε ένα οιδιπόδειο ζευγάρι πατέρα-κόρης αποκλείοντας τη μητέρα. Ο πατέρας χρησιμοποιούσε την κόρη του ως μάρτυρα στους συζυγικούς καυγάδες, δίνοντάς της αξία σε σχέση με τη γυναίκα του. Αυτές οι περιγραφές μας κάνουν να συναισθανθούμε αντιμεταβιβαστικά μια αιμομικτική σύνδεση πατέρα-κόρης, με την κόρη να επενδύει ερωτικά στον δεσμό με τον πατέρα. Ούτως ή άλλως, ο χωρισμός του συζυγικού ζεύγους σημειώνει μια ρήξη· η ασθενής δεν διατηρεί πλέον καμία σχέση με το σόι του πατέρα. Συγκρίνει τις σπάνιες συναντήσεις με τον πατέρα της ως «μια βραδιά με φίλους». Κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίας, η δεσποινίς Π μας πληροφορεί ότι ένας θείος της από την πλευρά του πατέρα περιθαλπόταν από παιδί σε ψυχιατρικούς θεσμούς και ότι ο πατέρας της είχε την επιμέλειά του. Ποτέ δεν είχε μιλήσει για εκείνον, μολονότι είχε ήδη ερωτηθεί για τους οικογενειακούς προγόνους της. Η ψυχολόγος της υπενθυμίζει τότε την επιμονή της να νοσηλευτεί και υπογραμμίζει την ανάγκη της να ενδιαφερθεί ο πατέρας της για εκείνη. Η δεσποινίς Π αντιδρά αμέσως σε αυτό λέγοντας: «Ο πατέρας μου ασχολήθηκε περισσότερο με τον αδελφό του παρά με τα παιδιά του». Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στην Πολυκλινική, η δεσποινίς Π θα δεχτεί την επίσκεψη του πατέρα της που είχε να τον δει εδώ και πολύ καιρό. Οι αγωνίες της είναι έντονες. Η συνάντηση πήγε καλά· η δεσποινίς Π λέει πως σε αυτή τη διαδικασία στηρίχθηκε από τον αδελφό της.

Εκείνη την περίοδο, γινόμαστε μάρτυρες μιας φάσης αποδόμησης της ασθενούς. Το συναίσθημα της δυστυχίας της επιτείνεται με αϋπνίες, διάχυτο άγχος, έντονη θλίψη με κλάματα και σχεδόν ολική απόσυρση στο σπίτι· στη συνεδρία λέει: «Δεν αντέχω άλλο να είμαι θλιμμένη, θέλω γρήγορα να αλλάξω, αυτή η εργασία μ’ εξουθενώνει […] δεν μπορώ άλλο […] δεν ωφελεί σε τίποτα να έρχομαι εδώ!» Αυτή η επιδείνωση γρήγορα συνδέθηκε με τις δυσκολίες του ψυχιάτρου να συμμετέχει στις συνεδρίες. Πολλά συνεχόμενα ραντεβού ακυρώθηκαν. Οι δυσκολίες να τηρηθεί το πλαίσιο θυμίζουν το ασταθές περιβάλλον στο οποίο η ασθενής υπέφερε κατά το παρελθόν και ο πόνος της φάνηκε στη μεταβίβαση. Μέσα από την ψυχοδραματοποίηση, κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίας, το ζεύγος των ψυχοθεραπευτών φέρνει στο προσκήνιο τα παράπονα της μητέρας για τις απουσίες του πατέρα. Οι «απουσίες του πατέρα» γίνονται διαφορετικά αισθητές από τους συμμετέχοντες. Παρατηρείται, επίσης, ένας «μητρικός εκνευρισμός», μια «συγγενική απογοήτευση», αναμεμειγμένη ορισμένες φορές με την επιθυμία να τοποθετηθεί κανείς υπέρ του πατέρα. Βεβαίως, έπειτα από κάποιες περιπτώσεις φαίνεται πιο επιτακτική, αλλά αξιολογείται ως επιθυμία ικανή να προσφέρει εξηγήσεις. Παρόλα αυτά, τα στοιχεία αυτά βιώνονται, αναφέρονται και, μάλιστα, ενσωματώνονται σε ένα ψυχοδραματικό πλαίσιο, δεν αποσιωπώνται μέσα στη μοναξιά του αναποδογυρίσματος των καταστάσεων που υποστηρίζουν τη λειτουργία του ψεύτικου εαυτού.

Ο πόνος επιμένει, κολλάει. Η δεσποινίς Π μας κάνει να νιώσουμε την απογοήτευσή της. Η ψυχολόγος προτείνει την ιδέα της αλλαγής της φαρμακευτικής αγωγής απευθυνόμενη συμβολικά στον πατέρα. Ο ψυχίατρος, στον οποίο δόθηκε κατ’ αυτό τον τρόπο ο λόγος, στηρίζει αυτή την πρόταση την οποία η ασθενής λίγο ενθάρρυνε μέχρι τώρα. Οι συμβολικοί γονείς, λοιπόν, έρχονται σε συμφωνία και βγαίνουν από μία κατάσταση ψευδοπαντοδυναμίας (μαγική σκέψη) αλλά, στην πραγματικότητα, επιβεβαιωμένης αδυναμίας.

Η βελτίωση ως προς τα συμπτώματα είναι γρήγορη έπειτα από την αλλαγή της θεραπείας. Η δεσποινίς Π διανύει μια «φάση παλινδρόμησης», παλινδρομώντας στην εξάρτηση: επέστρεψε να ζήσει με τη μητέρα της που ασχολείται μαζί της λες και είναι «μωρό». Χαλαρωμένη, χαμογελαστή, λέει: «Αυτό μου κάνει καλό, το εκμεταλλεύομαι». Σε κάθε συνεδρία φοράει κασκόλ γύρω από το λαιμό της, σαν να είναι το παιδικό κουβερτάκι της, ενώ της παίρνει πολύ χρόνο για να κοιμηθεί, κουλουριασμένη σε εμβρυική στάση στις καρέκλες της Πολυκλινικής.

Αργότερα, η δεσποινίς Π μοιράζεται μαζί μας ένα σχέδιο συγκατοίκησης με μια φίλη. Δεν αντέχει άλλο να είναι στο σπίτι της «υπερβολικά μητρικής, της υπερβολικά παρούσας» μητέρας της. Στη συνεδρία ο δεσμός εγκαθιδρύεται με την πιθανόν υπερβολικά έντονη φροντίδα της Πολυκλινικής. Η ασθενής δέχεται την αλλαγή του πλαισίου. Της προτείνεται να μειωθεί ο αριθμός των συνεδριών σε δύο εβδομαδιαίως.

Τέταρτη περίοδος: νέα κρίση, ένα βήμα προς τη λύση

Μολονότι βελτιωνόταν, η δεσποινίς Π σημειώνει σε μια συνεδρία ότι η μητέρα της υποτροπίασε. «Η μητέρα μου ξανάρχισε τα παράπονα», μας είπε. Ζητάει από την κόρη της να φροντίζει τον αδελφό της, λες και ρίχνει το βάρος της στον μικρό αντί να ξαναγίνει γονιός για την κόρη της την οποία έβαλε, αρκετά πρώιμα, στη θέση της μητέρας της μητέρας της και της δεύτερης μητέρας του αδελφού της.

Αυτό μπορεί να μας παρακινήσει να αναρωτηθούμε για την οικογένεια καταγωγής της μητέρας, η οποία εμφανίζεται συνεχώς με τρόπο αόριστο και προβληματικό στον λόγο της ασθενούς και στην οποία η ναρκισσιστική παθολογία διατρέχει τις γενιές. Στη μητέρα της εμφανίζονται επίσης παρανοϊκά στοιχεία και παραπονείται αδιάκοπα ότι τα παιδιά της «δεν την αγαπούν» και «δεν τη βλέπουν παρά για τα χρήματά της». Ενώπιον αυτών των αποκαλύψεων, καταλαβαίνουμε τον λόγο που η ασθενής επενδύει τόσο την ιατρική περίθαλψη της Πολυκλινικής. Είναι ένας διαθέσιμος χώρος. Κάποιος την προσέχει, ενδιαφέρεται για εκείνη και αντέχει τον πόνο της.

Η σημασία της περίθαλψης της ασθενούς από όλη την ομάδα μας αποκαλύφθηκε μέσω της επένδυσης της δεσποινίδος Π σε μια πολλαπλή μεταβίβαση. Εκτός από την ανθεκτική μεταβίβαση της γονεϊκής διχοτόμησης, οφειλόμενη στην έλλειψη συμβολικότητας, και άλλες μεταβιβάσεις έρχονται στο προσκήνιο. Στο τέλος μιας συνεδρίας εγκαθιδρύεται μια δίδυμη μεταβίβαση μέσω μιας παρατήρησης που η ασθενής απευθύνει στην ψυχολόγο που κάνει την πρακτική άσκησή της: «Α, έκανα καλά που άλλαξα πουλόβερ σήμερα το πρωί, θα φορούσαμε το ίδιο εμείς οι δυο, θα ήμασταν αέρινες». Η φραγμένη μεταβίβαση προς τους δύο γονείς ανοίγει, η δεσποινίς Π αναδημιουργεί έναν οικογενειακό πυρήνα. Μια άλλη νεαρή ειδικευόμενη γιατρός, παρούσα εκείνη τη στιγμή, αισθάνεται απόρριψη ενώπιον αυτής της εγγύτητας των «μελών της οικογένειας», κάτι που αναμφισβήτητα είναι η επιστροφή μιας μεταβίβασης· βιώνει την απόρριψη που η δεσποινίς Π βίωσε τη στιγμή της γέννησης των διδύμων.

Τις μέρες που ακολουθούν την επιστροφή της από τις διακοπές, έπειτα από αίτημά μας, η δεσποινίς Π έρχεται σε επικοινωνία με μια ψυχοθεραπεύτρια του ιδιωτικού τομέα. Η δεσποινίς Π έρχεται αντιμέτωπη με τη δυσκολία της να απομακρυνθεί και μας ζητάει να σταματήσει σταδιακά η παρακολούθησή της από την Πολυκλινική.

Η πρώτη συνεδρία της με την ψυχοθεραπεύτρια είναι καλή. Σε έξι μήνες παρατηρείται μια πραγματική αλλαγή της εξωτερικής εμφάνισής της: η δεσποινίς Π είναι ομορφότερη, πιο αδύνατη, πιο περιποιημένη, πολύ πιο θηλυκή. Οι θεατρικές κινήσεις της έχουν απίστευτα περιοριστεί. Η δεσποινίς Π παραδίδει μαθήματα στη σχολή της. Είναι επίσης ερωτευμένη και ζει με τον φίλο της· μας λέει: «Φτάνω να του μιλήσω όταν το πράγμα δεν τραβάει». Οι σχέσεις της είναι υγιέστερες και σταθερότερες. Ο λόγος της είναι πιο γλαφυρός, εκείνη πιο ήρεμη. Η φαρμακευτική αγωγή σταμάτησε.

Ψυχοπαθολογικές παρατηρήσεις

Η δεσποινίς Π βρισκόταν σε μια κατάσταση αποδιοργάνωσης, κοντινή της παρανοειδούς-σχιζοειδούς θέσης της Μέλανι Κλάιν: άγχος, προβολές, διχοτόμηση, εξιδανίκευση, παντοδυναμία, σε μια οικονομία διέγερσης και αποφόρτισης. Πάλευε ενάντια στην κατάρρευση. Πριν από τρία χρόνια, μία θεραπεία πρόσωπο με πρόσωπο είχε αποτύχει. Ο ψυχίατρος της περιοχής της, στον οποίο είχε απευθυνθεί, για ακόμη μια φορά μας την παρέπεμψε. Η ατομική θεραπεία φαινόταν προσωρινά αδύνατη· δεν μπορούσε επίσης να στηριχτεί στη νοσηλεία ούτε στις συνεδρίες που προτείναμε με την ομάδα.

Θεμέλιο αυτής της θεραπείας κατά την πρώτη περίοδο ήταν η σύνθεση των κλινικών απόψεων που οργανώσαμε για να επικοινωνήσουμε μαζί της. Ένας χώρος σκέψης, προσπάθειας κατανόησης, ικανός, επίσης, να μας βοηθήσει να τη στηρίξουμε: μια πρώτη περίοδος επεξεργασίας των αντίθετων στάσεών μας που η ασθενής μάς δημιούργησε. Η καταστροφική οργή της, η διέγερσή της, καθώς και ο αόριστος λόγος της, δίνουν το δικαίωμα να σκεφτούμε ότι εκείνη βρισκόταν σε μια πρωτογενή λογική επανάληψης, σε μια άχρονη τραυματική παιδική ηλικία. Η δεσποινίς Π βρισκόταν σε ένα αδιαμόρφωτο χάος και η πληθώρα των συναισθημάτων της απαιτούσε προβολές και δράση.

Επιχειρούμε να διατυπώσουμε υποθέσεις για το παράδοξο της νοσηλείας υπό το φως της ιστορίας των διδύμων: το να νοσηλευτεί η δεσποινίς Π σημαίνει ότι έχει την αγκαλιά της μητέρας, την προσοχή της, αλλά ενέχει το ρίσκο του θανάτου. Αντιθέτως, το να μην νοσηλευτεί σημαίνει ότι επιβιώνει, αλλά μόνη και εγκαταλελειμμένη. Ενώπιον αυτού του διλήμματος, η επιθετικότητά της ανακούφιζε το άγχος θανάτου και την παιδική δυστυχία της.

Για εμάς, αυτή η ιστορία των διδύμων ήταν μια πρώτη ερμηνευτική θεωρία, μια πρώτη κατασκευή ελάσσονος σημασίας που έδινε τη δυνατότητα να σχηματοποιηθεί το άμορφο μιας κλινικής κατάστασης, βεβαίως πολύ πιο πολύπλοκης.

Αποφασίζουμε να αποφύγουμε να «ψυχιατρικοποιήσουμε» πολύ την κατάσταση επενδύοντας σε μια πιθανή αναδιοργάνωση μέσω των συνεδριών, ικανών να κατευνάσουν την τραυματική ένταση και να μετασχηματίσουν την εξάρτηση σε δεσμό. Οι πνευματικές ικανότητές της, η περιέργειά της, η ευχαρίστησή της να θεωρητικοποιεί, μας έκαναν να ελπίζουμε ότι μπορούσε να ενδιαφερθεί για την ψυχική λειτουργία της.

Για να τη βοηθήσουμε να ξεφύγει από την επανάληψη, από την ένταση, από τη βία αυτής της αρχαϊκής λογικής, της προτείνουμε τα μοναδικά εργαλεία που έχουμε στη διάθεσή μας: τον ψυχισμό μας. Η εργασία μας είναι μια εργασία κατασκευής, σύνδεσης που επιτρέπει τη διαφοροποίηση και τη συμβολοποίηση. Κατασκευάζω, θεωρητικοποιώ ώστε να επιτυγχάνεται συνεχώς περισσότερη συνοχή και αντιληπτικότητα, ενώ ο ψυχισμός μένει πάντα στο κέντρο του ενδιαφέροντος. Η ψυχαναλυτική εργασία μας άνευ ντιβανιού συνίσταται ουσιαστικά σε αυτή την εργασία επεξεργασίας, ικανή να μετασχηματίσει την ένταση. Για την πραγματοποίηση αυτής της εργασίας χρειάστηκε να εφεύρουμε ένα πλαίσιο που ήταν συγχρόνως ναρκισσιστικό στήριγμα και εργαλείο μετασχηματισμών.

Κατά τη διάρκεια της πρώτης συνεδρίας μετά τη σύνθεση των απόψεων, χωρίς να έχουμε συνεννοηθεί εκ των προτέρων όλοι οι θεραπευτές, παίξαμε μια σύντομη σκηνή, όπως στο ψυχόδραμα, όπου η μαμά και ο μπαμπάς συζητούν. Ο ψυχίατρος λέει ότι δεν επιθυμεί τη νοσηλεία της ασθενούς που, έτοιμη να κλάψει, φαίνεται δυσαρεστημένη, απογοητευμένη. Η ψυχολόγος, ως είδωλο της ασθενούς, επιχειρεί να εκφράσει τα συναισθήματα της τελευταίας λέγοντας πως για εκείνη αυτή η άρνηση είναι επίπονη, είναι μια ριζική απόφαση. Ο ψυχίατρος απαντά πως πιστεύει ότι θα ήταν καλύτερα για την ασθενή να έχει μια σχετική αυτονομία (είναι η πατρική οπτική). Όταν οι ρόλοι έγιναν το αντικείμενο συζήτησης, η ασθενής αμέσως γαλήνεψε και κοιμήθηκε σε μια πολυθρόνα όλο το απόγευμα. Της επιτρέψαμε έτσι να αντιληφθεί, να δει, να βιώσει και να στοχαστεί για δύο πρόσωπα με διαφορετικές γνώμες. Είχε την ανάγκη δύο προσωπικών θεραπευτών, είχε την ανάγκη να στηριχτεί στην πραγματική παρουσία μας.

Συμπερασματικά

Χρειάστηκε να εφεύρουμε ένα πλαίσιο ώστε να προσπαθήσουμε να διαμορφώσουμε μια μελλοντική θεραπευτική εργασία. Αυτή η δημιουργία ενός χώρου σκέψης επέτρεψε το ξεκίνημα μιας διαφοροποίησης εγώ/μη εγώ (Gougoulis, 2018). Τη βοηθήσαμε σε έναν πρώτο σχηματισμό αυτής της διαφοροποίησης, να κάνει ένα ξεκίνημα στη συμβολοποίηση, να εισέλθει στην καταθλιπτική θέση.

Στο τέλος δέχτηκε την πρόταση και, λίγο αργότερα, μια θεραπευτική εργασία· επέστρεψε στον χρόνο της παιδικής ηλικίας της, μπόρεσε να μιλήσει για το παρελθόν της.

Υπάρχει συνέχεια σε αυτή την ιστορία. Μια μέρα εμφανίστηκε στο Κέντρο, περνώντας απ’ έξω όπως είπε. Ο ερχομός της επικύρωσε τις θεωρίες μας και έδειξε, κυρίως, ότι η οδηγία μας για ατομική θεραπεία ήταν σωστή. Στην ερώτηση γιατί ήρθε απαντά ως συνήθως: «Δεν ξέρω, άγνωστο». Στην αρχή της συνεδρίας απευθύνεται στον ψυχίατρο αγνοώντας τους άλλους. Ξαναδημιουργεί μια ναρκισσιστική φούσκα για δύο μέσα από μια πνευματική συνομωσία που αμέσως διακόπτεται από μια παρέμβαση. Ξαναβρίσκει την οικογένεια στρεφόμενη επίσης προς τους άλλους (ειδικευόμενος γιατρός, νοσηλεύτριες, άτομα που κάνουν την πρακτική τους). Ο λόγος της αλλάζει, η σκέψη της δομείται, η ίδια επιβεβαιώνεται, απαντά, εκφράζεται και ισορροπεί ψυχικά.

Όταν της προτείνουμε την ιδέα ότι είναι σαν παιδί που άφησε την οικογένειά της και επέστρεψε για να μιλήσει για τη νέα ζωή της, και ότι ενώ διαπιστώνει ότι το δωμάτιό της άλλαξε εκείνη συνεχίζει να έχει τη θέση της, μια διαφορετική θέση, είναι πολύ συγκινημένη και κλαίει.

Για ακόμη μια φορά της προτείνουμε ένα σενάριο, μια κατασκευή. Μας λέει ότι είχε την ανάγκη να επιβεβαιώσει ότι μπορούσε ακόμη να έρχεται, ότι ήμασταν εκεί και ότι δεν την είχαμε ξεχάσει: «Να επιβεβαιώσω ότι έχω μια θέση για πάντα», λέει (έρχεται να επιβεβαιώσει τη σταθερότητα του αντικειμένου, ενός αξιόπιστου αντικειμένου). Τρέχουν δάκρυα από τα μάτια της. Έχει την ικανότητα να σχηματίζει νοερά την απουσία, αλλά η λειτουργία της παραμένει εύθραυστη, έχει την ανάγκη να επιβεβαιώνει και να βιώνει την παρουσία μας ως μια πιθανή σανίδα σωτηρίας. Ο δρόμος είναι ακόμη μακρύς, αλλά σκεφτόμαστε ότι η θεραπευτική εργασία είναι διαμορφωμένη και έχει μέλλον.

* Πρόκειται για τα Centres d’accueil et de crise (C.A.C.) στη Γαλλία: είναι μονάδες γενικής ψυχιατρικής επικεντρωμένες στη βραχεία νοσηλεία ασθενών σε κρίση (π.χ. αυτοκτονικών) και/ή ψυχικά τραυματισμένων ατόμων ηλικίας 16 ετών και άνω. (Σ.τ.Μ.)

Βιβλιογραφία

Azoulay J. (2016), Textes fondateurs, In Press, Παρίσι.

Gougoulis N. (2008), « La fiabilité de l’objet », Rev. Fr. Psychan., LX (4), σ.1171-1186.

Gougoulis N. (2018), « Le tiers institutionnel, un espace d’accueil des enjeux des situations de crise », Psychanalyse et Psychose, 18, σ. 15-34.

Green A. (1980), « La mère mort e», στο Narcissisme de vie, narcissisme de mort, Ed. de minuit, 1983, Παρίσι.

Green A. (2002), Idées directrices pour une psychanalyse contemporaine, PUF, Παρίσι.

Racamier P.-C. (1962), « Sur la réalité », σ. 283-313, στο De psychanalyse en Psychiatrie, Payot, Παρίσι.