Νίκος Ταμπάκης
Δρ. Φιλοσοφίας, διπλ. μηχ. ΕΜΠ. Συγγραφέας*
σύναψις 65 [2022 – τόμος 18]
ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
Εκτίθεται η άποψη ότι ο Χρόνος δεν έχει οντολογική υπόσταση, αλλά συνιστά αναγκαία δημιουργία της ανθρώπινης ύπαρξης. Η προς τούτο επιχειρηματολογία διατρέχει τα εξής σημεία:
1. Η κατασκευή των εννοιών του ανθρώπινου «λογισμικού» συντελείται με συλλογή των κοινών, αναλλοίωτων στοιχείων των εμπειρικών αναπαραστάσεων του Κόσμου.
2. Η μακρόσυρτη εξέλιξη της προσωποποίησης της ύπαρξης την εμπλούτισε με την ανάγκη ιστορίας και γεωγραφίας της – Χρόνου και Χώρου.
3. Οι διάφορες υποστάσεις του Χρόνου που προσκομίζουν οι φυσικές επιστήμες έχουν μαθηματικό περιεχόμενο, αλλά όχι αναγκαστικά και οντολογικό αντίκρισμα: παραμένει το ερώτημα για «το θαύμα της αποτελεσματικότητας των Μαθηματικών στη Φυσική».
4. Το αρχαίο πρόβλημα «μέρος-όλον» παραμένει ακέραιο: γιατί μερισμός σε στιγμές;
5. Οι δύο κύριες σύγχρονες φυσικές θεωρίες, Κβαντική θεωρία και Σχετικότης, διαθέτουν τελείως ασύμβατες μεταξύ τους χωροχρονικές δομές.
6. Ριζικές αλλαγές εγκυμονούνται στη Θεωρητική Φυσική με προβολή του αναδυτισμού στη θέση του κρατούντος αναγωγισμού και την ουσιαστική εισαγωγή νέων εννοιών – αυτοοργάνωση, αυτοαναφορά, κ.λπ. – καθώς και την έκρηξη της υπολογιστικής δύναμης.
7. Διάφορες νύξεις υποδεικνύουν προς έναν «εσωτερικό κόσμο» με μία τεράστια περιοχή άχρονου ασυνειδήτου – ή, μάλλον, Περισυνειδήτου, και έναν συνειδητό πυρήνα που διαχειρίζεται τον χρόνο του.
Νίκου Ταμπάκη, Ο Χρόνος του Ανθρώπου,
2η εκδ. Γκοβόστης, 2013.
* Ο Νίκος Ταμπάκης είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων, όπως Η φύση υπολογιστής, Από τη θερμοκρασία στη γνώση, Ο χρόνος του ανθρώπου, Ηράκλειτος και σύγχρονος κόσμος, όλα από τις εκδόσεις Γκοβόστη, Από τη φυσική στη μεταφυσική, από τις εκδόσεις Δαίδαλος Ι. Ζαχαρόπουλος, κ.ά. Το παρόν κείμενο είναι η εισήγησή του στις Συζητήσεις για τον Λόγο στο Αιγινήτειο, στον κύκλο «Λόγος και Χρόνος: αποδομώντας τον χρόνο του λόγου», στις 9 / 11 / 2013.
Ο Χρόνος είναι ένα δύσκολο, ίσως το δυσκολότερο, νομίζω, θέμα της γνωσιοθεωρίας μας. Η σημαντικότητα της σχέσης του Χρόνου με τον Χώρο μπορεί εύκολα να ελεγχθεί από εσάς με την εξής άσκηση: Δοκιμάστε οποιαδήποτε λέξη ή φράση σας να την αναλύσετε σε μια ακολουθία από πού και πότε. Εκ πρώτης όψεως αυτό δεν είναι άμεσο, είναι όμως εφικτό. Η ακολουθία θα είναι σχοινοτενής και θα καταλήξει σε μια σειρά με στοιχειώδη συμβάντα πού και πότε. Αυτή η προσέγγιση δεν ισχύει μόνο για καθημερινές έννοιες, αλλά και για φυσικές, όπως ένα χρώμα ή μια μελωδία, όπου και πάλι είναι εφικτή η ανάλυση σε χωροχρονικές ακολουθίες (διότι τι άλλο είναι μια μελωδία, παρά μια σειρά ηχοπιέσεων; τι είναι ένα χρώμα, παρά μια σειρά ηλεκτρομαγνητικών διακυμάνσεων;). Επίσης, και ίσως ακουστεί υπερβολικό, ακόμη και μια ανθρώπινη έννοια, όπως η έννοια της αγάπης, μπορεί να δεχτεί μια χωροχρονική ανάλυση στα εναύσματα αυτού του συναισθήματος – χωροχρονικά συμβάντα ακοής, αφής κ.λπ.
Το θέμα του Χρόνου είναι αξεδιάλυτο από το θέμα του Χώρου. Η σχέση αυτή του Χρόνου με τον Χώρο αποτελεί ένα δύσκολο θέμα και για την ίδια τη Φυσική αφού, όπως θα δούμε στη συνέχεια, φιλοξενεί ένα πλήθος αντικρουόμενων απόψεων και αυτό νομίζω πως είναι «σκάνδαλο» – συγχωρήστε μου την υπερβολή – για τη Φυσική, εφόσον ο Χρόνος και ο Χώρος είναι η πρώτη της ύλη σε οποιαδήποτε έκθεσή της. Θυμάμαι εδώ τη ρήση ενός μεγάλου φυσικού, που ανήκει στη μεγάλη γενιά επιστημόνων που δεν ήταν μόνο φυσικοί, του C.F. von Weizsäcker, ο οποίος είχε πει ότι το θέμα του Χρόνου είναι άλυτο, αλλά αν δεν μπορέσουμε να το πλησιάσουμε κάπως, δεν μπορούμε να κάνουμε ούτε Φυσική, αλλά ούτε καν Λογική.
Σκοπεύω λοιπόν να διατρέξω κάποιες βασικές θεωρίες. Χρησιμοποίησα τη λέξη «διατρέξω», αλλά ποιος είναι αυτός που θα διατρέξει; Τι σχέση έχω εγώ με αυτό που θα πω; Τι σχέση έχει ο παρατηρητής με το αντικείμενο παρατήρησης;
Αυτό που υπαινίσσομαι είναι ότι δεν μπορούμε με κανέναν τρόπο να κάνουμε σε βάθος οντολογία της Φυσικής, αν παραμερίσουμε τελείως τις γνωσιακές συνιστώσες. Διότι, όταν αντιμετωπίζουμε ένα πρόβλημα, ένα φαινόμενο, ένα ον κ.λπ., δεν κάνουμε τίποτα άλλο παρά να το περιγράφουμε ή – καλύτερα – να το αναπαριστούμε. Αναπαραστάσεις κάνουμε στην καθημερινότητά μας, αλλά αναπαραστάσεις κάνει και ο φυσικός. Όταν πρώτα γράφει τις εξισώσεις που περιγράφουν το φυσικό του μοντέλο και στη συνέχεια, αν μπορεί, του δίνει και μια δόκιμη φυσική περιγραφή, κάνει αναπαράσταση του φαινομένου, δεν είναι καθαυτό το φαινόμενο μπροστά του. Όταν μιλάμε για φαινόμενα (π.χ. μαύρες τρύπες) έχουμε μια ολισθηρή οικειότητα, ενώ ουσιαστικά πρόκειται για μοντέλα των φαινομένων αυτών (μοντέλα, π.χ., για τις μαύρες τρύπες). Το ίδιο συμβαίνει και με τις άλλες επιστήμες, π.χ. όταν οι βιολόγοι μιλάνε για γονιδίωμα κ.λπ. Όλα αυτά είναι μοντέλα, και βέβαια ευαίσθητος εργάτης μοντέλων είναι και ο καλλιτέχνης.
Έχουμε θέσει, επομένως, ένα γνωσιοθεωρητικό πρόβλημα: ότι μπορούμε να μιλήσουμε για τον κόσμο μόνο με αναπαραστάσεις. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς, τι είναι οι επιστήμες; Είναι αναπαραστάσεις; Κι αν ναι, πόσο αξιόπιστες είναι; Πρόκειται ουσιαστικά για ένα αρχαίο πρόβλημα. Για το ίδιο ζήτημα ο Πλάτων διά στόματος Σωκράτους προσπάθησε να δώσει ορισμό της Γνώσης και σκόπιμα απέφυγε (έδωσε διάφορους ορισμούς χωρίς να καταλήξει σε κάποιον), ενώ πολύ αργότερα ο I. Kant, ο οποίος είχε γνώσεις θετικών επιστημών, προσπάθησε μια πιο μεθοδολογική προσέγγιση στο θέμα. Πόθεν η αξιοπιστία των επιστημών; Σε τι έκταση μπορούν τα αποτελέσματά τους να θεωρηθούν ασφαλή;
Η Φιλοσοφία έχει δοκιμάσει με τη μεθοδολογία της να δώσει απαντήσεις, αλλά νομίζω, πως την πιο στοιχειοθετημένη και συντεταγμένη μεθόδευση στο ερώτημα αυτό – χωρίς όμως να δίνεται ρητά – τη βρίσκουμε στην ίδια τη Θεωρητική Φυσική. Θα το εξηγήσω στη συνέχεια, αλλά η εικόνα που έχω είναι η εξής: Αυτό που κάνουμε όταν μελετούμε ένα φαινόμενο, είτε γνωστό είτε άγνωστο (αν είναι άγνωστο, ακόμα περισσότερο), είναι να του δώσουμε διάφορες περιγραφές, αναπαραστάσεις. Αυτές όμως οι αναπαραστάσεις δεν είναι ασύνδετες (προχωράμε κάποια βήματα πέρα από τον καθημερινό άνθρωπο και τον καλλιτέχνη), τις συγκρίνουμε μεταξύ τους. Τι σημαίνει σύγκριση; Σύγκριση σημαίνει να βρω διαφορές και ομοιότητες. Αναζητάμε, λοιπόν, ομοιότητες, ζητάμε αναλλοίωτα στοιχεία ανάμεσα στις διαφορετικές αναπαραστάσεις. Έχουμε λοιπόν στη Θεωρητική Φυσική το εξής σχήμα: Αναπαραστάσεις, Μετασχηματισμούς των Αναπαραστάσεων (τις συνδέουν μεταξύ τους) και στη συνέχεια ζητάμε ποια στοιχεία είναι κοινά, αναλλοίωτα σε αυτές τις αναπαραστάσεις (και φυσικά το ζητούμενο στη Θεωρητική Φυσική είναι αυτά τα αναλλοίωτα να δεχθούν στο τέλος μια μαθηματική παράσταση).
Κάνοντας μια γρήγορη ξενάγηση στις φυσικές θεωρίες για τον Χρόνο, θα ξεκινήσει κανείς από εκεί που ξεκινά η νεότερη φυσική, δηλαδή από τον Νευτώνειο Χώρο και Χρόνο. Ο Χώρος είναι η εικόνα που έχει ο καθημερινός άνθρωπος, αλλά και η εικόνα που διδάσκεται στα σχολεία, δηλαδή ένας χώρος που είναι σαν ένα θέατρο, μία άδεια σκηνή, όπου μέσα παίζεται το δράμα του κόσμου. Εκεί μέσα υπάρχουν τα πράγματα, εκεί γίνονται οι μετασχηματισμοί τους κ.λπ. Για τον Χρόνο πάλι, ο Νεύτων ρητά στην εισαγωγή του Principia λέει ότι υπήρξε μια αρχή του χρόνου όταν άρχισε να χτυπάει το κοσμικό ρολόι. Με αυτή τη γνωσιοθεωρητική βάση, του θεάτρου και του ρολογιού, η Φυσική βάδισε με τρομακτική επιτυχία, επιτυχία που αντανακλά στην τεχνολογία με την οποία ζούμε σήμερα, πάνω από τρεις αιώνες.
Φτάνουμε στο 1905, μια πολύ σημαντική χρονιά για τη Φυσική, όπου εμφανίζεται η θεωρία της Ειδικής Σχετικότητας. Ένα βασικό σημείο της θεωρίας είναι ότι Χρόνος και Χώρος είναι αξεδιάλυτα μεταξύ τους. Αυτό που είπε ο Einstein είναι πως αν ο Χρόνος και ο Χώρος μοιάζουν μεταξύ τους, και ο Χώρος έχει διαστάσεις συγκεκριμένες, για τις οποίες όλοι συμφωνούμε πως είναι παγιωμένες, τότε γιατί και ο Χρόνος να μην είναι μία διάσταση; Επιπλέον, πρόσθεσε ένα καινούριο στοιχείο που ακούστηκε πολύ εντυπωσιακό τότε και όχι μόνο: Αφού οι διαστάσεις του Χώρου είναι παγιωμένες και μόνιμες, το ίδιο παγιωμένη και μόνιμη είναι η διάσταση του Χρόνου. Αυτή είναι η μία βάση της θεωρίας της Ειδικής Σχετικότητας, της οποίας το όνομα δεν είναι εύστοχο, όπως είχε παραδεχτεί και ο ίδιος ο Einstein αργότερα. Στην ουσία είναι μία θεωρία αναλλοίωτων αφού αυτό που ζητάει η θεωρία είναι μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα όπου Χώρος και Χρόνος εμπλέκονται και τα φαινόμενα ρέουν, να αναζητήσουμε αναλλοίωτα μεγέθη, όπως π.χ. η ταχύτητα του φωτός. Ένα τεχνικό σημείο της θεωρίας που θεωρήθηκε όμως πολύ σημαντικό εκείνη την εποχή, το 1905, ήταν ο οριστικός θάνατος της έννοιας του τώρα. Αυτή η τόσο κοινή έννοια (π.χ. τώρα που σας μιλάω, τώρα που με ακούτε) ήταν πριν κάτω από τη στέγη ενός ενιαίου τώρα. Αυτή κατέρρευσε – και αυτό σχετίζεται με το γεγονός ότι Χρόνος και Χώρος συνδέονται. Κατά συνέπεια, το τώρα υπόκειται στις ίδιες μεταβολές που υπόκεινται όλα τα άλλα φαινόμενα που εξαρτώνται από τον Χώρο, την ταχύτητα του παρατηρητή κ.λπ.
Το 1916, δέκα χρόνια μετά τη θεωρία της Ειδικής Σχετικότητας, ακολουθεί η επόμενη μεγάλη επανάσταση της Φυσικής, η θεωρία της Γενικής Σχετικότητας. Με τη θεωρία αυτή γίνεται μια μεγάλη γνωσιοθεωρητική αλλαγή που είναι και η αφορμή της συζήτησής μας σήμερα. Ο Χώρος και ο Χρόνος δεν είναι πια ούτε το θέατρο, ούτε το κοσμικό ρολόι, αλλά οντοποιούνται, παίρνουν σάρκα και οστά. Στον Χώρο και τον Χρόνο, που συλλήβδην βαφτίστηκαν Χωροχρόνος, ανατίθεται ένας φυσικός, δυναμικός ρόλος. Θα έχετε ακούσει τις – όχι και τόσο καλές – παρομοιώσεις, σύμφωνα με τις οποίες παραστάθηκε τότε το πρόβλημα της βαρύτητας ως εξής: Ο Χώρος και ο Χρόνος είναι μία οντότητα, ένα τεράστιο κοσμικό σεντόνι το οποίο έχει ρυτίδες και ανάλογα με αυτές τις καμπυλώσεις κυλάνε και τα αντικείμενα. Φτάσαμε έτσι σε μια νέα θεωρία της βαρύτητας, η οποία είχε εντυπωσιακά αποτελέσματα μέσα από τις μαθηματικές της εξισώσεις, και με αυτή την οντολογική βάση.
Λίγο αργότερα, δηλαδή τις τρεις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα, συνέβη κάτι πολύ ενδιαφέρον ιστορικά: δημιουργήθηκε όλη η βασική Φυσική, από όπου αργότερα αναδύθηκε η νέα Τεχνολογία. Όλα τα υπόλοιπα στη συνέχεια είναι πορίσματα και παρεπόμενα – δεν έχουμε καινούργιες και συνταρακτικές ιδέες. Μετά λοιπόν τη θεωρία της Γενικής Σχετικότητας εμφανίζονται οι Κβαντικές θεωρίες, με τις οποίες πάλι έχουμε μια δραματική αλλαγή ως προς το τι είναι Χώρος και Χρόνος. Δεν γυρίζουμε στη Νευτώνεια οντοποίηση (σκηνή, θέατρο, ρολόι), αλλά Χώρος και Χρόνος γίνονται μαθηματικές παράμετροι, δηλαδή νοητικά εργαλεία, νοητικές κατασκευές, για να περιγράψουμε τα φαινόμενα, π.χ. για να δώσω την τροχιά ενός σωματιδίου, θέλω ένα σύστημα συντεταγμένων με χωρικές διαστάσεις και μία χρονική παράμετρο. Έτσι τουλάχιστον ξεκίνησε η Κβαντική Θεωρία, γιατί στη συνέχεια και μέχρι σήμερα υπάρχει τεράστια παραγωγή θεωριών. Ίσως είναι ένα πεδίο όπου έχουν αφιερωθεί ζωές ευφυέστατων ανθρώπων χωρίς αποτέλεσμα. Ολόκληρες σταδιοδρομίες παίχτηκαν πάνω στη δημιουργία μιας θεωρίας, μόνο και μόνο για να διαψευσθεί από κάποιο πείραμα. Δημιουργούνται, λοιπόν, διάφορες θεωρίες όπου εμφανίζεται πλήθος παραλλαγών για το τι είναι Χώρος και Χρόνος. Ανάμεσά τους σταχυολογείται και μία ίσως επίκαιρη – όσο μπορεί να είναι στις μέρες μας – άποψη ότι ο Χωροχρόνος όχι μόνο είναι υλικός, αλλά διαθέτει ελάχιστα σωματίδια, δηλαδή έχει άτομα, τα χωροχρονικά άτομα. Και μάλιστα επειδή οι δημοσιεύσεις είναι συνήθως βιαστικές, οι επιστήμονες ξεχνούν ίσως μερικές φορές ακόμα και τον Δημόκριτο, και κυρίως ξεχνούν τον Επίκουρο που μιλούσε για υλικά άτομα, αλλά υπαινισσόταν ότι ενδεχομένως και ο χωροχρόνος ίσως να έχει και αυτός τέτοια υφή. Παρελαύνουν παράλληλα και άλλες ιδέες, μεταξύ των οποίων π.χ. και η άποψη ότι δεν υπάρχει Χρόνος: φυσικομαθηματική θεωρία, από έξοχους μαθηματικούς, η οποία ρητά και από την αρχή διατυπώνει το φυσικομαθηματικό της πλαίσιο χωρίς την έννοια του Χρόνου (δεν είναι του παρόντος να ειπωθεί τι βάζει στη θέση του Χρόνου).
Αν αυτός είναι ο δρόμος που η γνώση διέτρεξε, τότε νομίζω ότι μπορώ να πω – χωρίς υπερβολή – ότι είναι ύβρις αυτά τα οποία λέγονται για τελικές θεωρίες ή «θεωρίες του παντός». Νομίζω – και όχι μόνο εγώ – ότι βρισκόμαστε στις παραμονές μεγάλων αλλαγών.
Ας δούμε ποια είναι τα σημάδια των καιρών, δηλαδή προς τα που ενδεχομένως βαδίσει η Φυσική. Οι καινούργιες κατευθύνσεις έχουν μια μεγάλη προϋπόθεση, η οποία κάνει πολύ δύσκολο το να εμφανιστούν απόλυτα πειστικά. Ο λόγος είναι ότι χρειαζόμαστε πειραματική επιβεβαίωση, και τα πειράματα που χρειάζονται πια είναι τεραστίου μεγέθους, αλλά και τεραστίων προϋπολογισμών (είναι γνωστές οι ιστορίες με το CERN). Επομένως, αν μη τι άλλο για αυτές τις νέες προσεγγίσεις που είναι στο στάδιο της κατασκευής τους, πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί μέχρι να έχουμε και τις πειραματικές τους προσεγγίσεις. Η νέα πάντως γνωσιακή προσέγγιση νομίζω πως δεν είναι καθόλου νέα, παρόλο που ούτε αυτή μνημονεύεται ως αρχαία.
Σε όλους τους πλατωνικούς διαλόγους πηγαινοέρχεται, φανερά ή όχι, το πρόβλημα της σχέσης Μέρους και Όλου. Νομίζω ότι το θέμα αυτό είναι τεράστιο. Μπορεί να μιλήσει κανείς για το Μέρος χωρίς να μιλήσει για το Όλο και αντίστροφα; Μπορώ να μιλήσω για ένα δέντρο χωρίς να γνωρίζω κάτι για το δάσος. Μπορώ να μιλήσω για τον εαυτό μου, αν δεν γνωρίζω κάτι για τα κύτταρά μου; Έτσι νομίζω ότι τίθεται το θέμα, και είναι φανερό ότι η Φιλοσοφία έκανε προτάσεις και έθεσε υποψίες.
Πρέπει να προχωρήσουμε αιώνες για να βρούμε πάλι κάποια πιο δόκιμη προσέγγιση. Φτάνουμε στον 19ο αιώνα για να συλλάβουμε συγκεκριμένα τον κόσμο σαν ολότητα που δεν μπορεί να τεμαχιστεί. Αυτή η άποψη περνάει κάπως στη Φυσική με την εισαγωγή της έννοιας του πεδίου: Είναι η εικόνα ενός κόσμου με συνεχή δομή, όπου με τομές σε αυτήν θα ζητήσουμε τα μέρη.
Η έννοια του πεδίου εισάγεται από έναν σπουδαίο πειραματικό, τον M. Faraday, και χωρίς μαθηματική υποστήριξη θα έμενε εκεί. Αρχίζουν λοιπόν σοβαρά βήματα επειδή αυξάνεται η μαθηματική μας δύναμη και μπορούμε πια να κάνουμε μαθηματικοποίηση. Το πεδίο του M. Faraday το παίρνει ο J.C. Maxwell και αναδύονται τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα με μαθηματική παρουσία, η οποία γίνεται και φυσική υπόσταση από έναν άλλον πειραματικό και μαθηματικό, τον H. Hertz. Έτσι, έχουμε πια ξεκινήσει να βλέπουμε τον κόσμο σαν ολότητα μέσα από την έννοια του πεδίου, και γι’ αυτό όλες οι θεωρίες που κατασκευάζονται είναι πεδιακές θεωρίες.
Το ζήτημα τώρα είναι αν μπορούμε να προχωρήσουμε παρακάτω. Είναι λοιπόν περίπου τρεις δεκαετίες όπου αυτή η πρόοδος επιταχύνεται. Η δυνατότητα μαθηματικοποίησης κάνει νέα βήματα τώρα χάρη στην υπολογιστική δύναμη που αποκτήσαμε. Με τους υπολογιστές μπορούμε πια να προσεγγίσουμε προβλήματα που πριν ήταν ανέγγιχτα. Τώρα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ένα τέτοιο ποσοτικό πρόβλημα και στο τέλος να καταλήξουμε σε ποιοτικές αναζητήσεις. Η μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα έχει γίνει ως έναν βαθμό εφικτή μέσω της υπολογιστικής δύναμης που έχουμε. Γιατί όμως μας χρειάστηκε αυτή η υπολογιστική δύναμη;
Προηγουμένως, στο Νευτώνειο μοντέλο υπήρχε η έννοια της αλληλεπίδρασης (η Σελήνη δεν πέφτει, το μήλο πέφτει κ.λπ.), η έννοια ότι τα πράγματα μεταξύ τους αλληλεπιδρούν. Εκείνο που δεν μπορούσε να γίνει για λόγους υπολογιστικούς σε μεγάλη έκταση, είναι ότι δεν μας ενδιαφέρει μόνο η δράση και η αντίδραση, αλλά και η ανάδραση πάνω στην αντίδραση, και η ανάδραση της ανάδρασης κ.ο.κ., τελικά φτάνοντας στο πρόβλημα για το τι επίδραση έχει κάτι πάνω στον ίδιο τον εαυτό του. Θα έλεγα ότι πρόκειται για μια νέα τεχνική φιλοσοφία, όπου μπορούμε πια να μεταχειριστούμε τις παλιές φιλοσοφικές ιδέες πιο δόκιμα, διότι έχουμε πλέον το εργαλείο να το κάνουμε. Αυτή η δυνατότητα της προσέγγισης των φυσικομαθηματικών προβλημάτων με τέτοιο τρόπο είναι η «Θεωρία Μη Γραμμικών Συστημάτων», όπου δηλαδή μπορούμε να υπολογίζουμε σε δεύτερη τάξη την ανάδραση της ανάδρασης κ.λπ. Είναι αυτή που δημιούργησε και θεωρίες όπως του Χάους, Fractals κ.λπ.
Έχουμε λοιπόν τώρα κάποια εργαλεία για να προχωρήσουμε στο θέμα του Χρόνου και να υποστηρίξουμε γιατί ίσως μπορούμε να μιλάμε για έννοιες οι οποίες δεν είναι παρά αισθήσεις, ξεκινάνε από τις αισθήσεις, τις φτιάχνουμε από τις αισθήσεις (μιλάω για ένα δέντρο έχοντας δει κάποια δέντρα, διαφορετικά δεν θα μπορούσα να μιλήσω για την έννοια του δέντρου). Γιατί λοιπόν μπορούμε να έχουμε τώρα αντίλογο στην οντοποίηση του Χρόνου; Ας πάρουμε την πολύ γνωστή διατύπωση της Διαστολής του Χώρου, σύμφωνα με την οποία ο Χώρος είναι κάτι που διαστέλλεται μετά τη Μεγάλη Έκρηξη. Ο Χώρος διαστέλλεται, αλλά πού διαστέλλεται; Από τη στιγμή που χρησιμοποιούμε τη λέξη «πού» ήδη προϋποθέτουμε ότι υπάρχει κάτι μέσα στο οποίο διαστέλλεται. Με άλλα λόγια, είμαστε κάπως παγιδευμένοι στο τόσο συνηθισμένο πρόβλημα της αυτοαναφοράς. Η ίδια παγίδα βρίσκεται και στη θεωρία του Χρόνου, αφού οι επιστήμονες μιλούν με μεγάλη άνεση για την αρχή του Χρόνου. Δεν αναφέρομαι στον Νεύτωνα, εννοώ σήμερα: άλλοι θεωρούν πως το ερώτημα για το τι υπήρχε πριν από τη Μεγάλη Έκρηξη δεν έχει νόημα, ενώ άλλοι ανιχνεύουν το πριν. Τι υπήρχε πριν αρχίσει ο Χρόνος; Και μόνο που χρησιμοποιούμε τις λέξεις «πριν» και «αρχίσει», έχουμε έννοιες χρονικές, μιλάμε δηλαδή για το άγνωστο διά του αγνώστου. Νομίζω πως αυτό από μόνο του δεν ευσταθεί, αλλά επειδή οι φυσικοί αρχίζουν να κάνουν Φυσική από κει και κάτω, αυτά τα θέματα δεν συζητιούνται καθόλου (από τη στιγμή που έχω μια μαθηματική κατασκευή που βγάζει αποτελέσματα, πείθω τον εαυτό μου ότι μου είναι αρκετή) – μένουν μέχρι εκεί.
Υπάρχει όμως ένα άλλο πολύ γενικότερο θέμα – που δεν μπορώ να αναπτύξω εδώ γιατί είναι τεράστιο – το θέμα της οντοποίησης μέσω μαθηματικών, που θεωρείται αυτονόητη. Το ερώτημα αυτό έχει ήδη τεθεί από έναν πολύ μεγάλο φυσικό: Γιατί τα Μαθηματικά αναπαριστούν με αξιοπιστία τον πραγματικό κόσμο; Το ερώτημα αρχικά μας φαίνεται τελείως τετριμμένο, διότι έχουμε μάθει από το πρώτο φροντιστήριο να λύνουμε ασκήσεις και να παίρνουμε αποτελέσματα. Αποτελεί, ωστόσο, ένα τεράστιο πρόβλημα και το έθεσε ένας από τους μεγάλους πρωτεργάτες της Κβαντικής Θεωρίας, ο E.P. Wigner, γεγονός που δείχνει ότι, σε αντίθεση με σήμερα, κάποια γενιά φυσικών που δεν υπάρχει πια, προβληματιζόταν πάνω σε αυτά τα ζητήματα. Εκεί βρίσκεται ίσως και η αιτία της «αμαρτίας», από τη στιγμή δηλαδή που γράφω κάποιες εξισώσεις, βαφτίζω κάποια πράγματα με κάποια μαθηματικά σύμβολα, βάζω τις εξισώσεις και εργάζονται, έχω ένα αποτέλεσμα και το αποτέλεσμα επαληθεύεται, αυτό με κάνει να πάω προς τα πίσω – εδώ είναι το ερωτηματικό – και εκείνο που αρχικά παράστησα με ένα μαθηματικό σύμβολο να πω ότι είναι και πράγμα της φύσης. Όμως νομίζω ότι αυτό που είναι στη φύση είναι κάτι που εμείς δεν το ξέρουμε, είναι μακριά – εν βυθώ – η αλήθεια, όπως μας έλεγε ο Δημόκριτος. Εμείς αναπαριστούμε τα πράγματα, ενώ από την προσκόλληση και την εμπιστοσύνη που έχουμε στα μαθηματικά μοντέλα, ξεκινάει η οντοποίηση του Χώρου και του Χρόνου – η μάλλον επικρατούσα θεωρία, ενώ πάντως οι εξελίξεις τρέχουν δραματικά τώρα. Ο ίδιος ο Νεύτων, ίσως από θεολογικές αφετηρίες, χρειάστηκε να εντάξει αυτές τις έννοιες στην αρχή του προγράμματός του, οπότε στη συνέχεια αυτά που δούλεψε και είχαν αποτέλεσμα πήραν και το όνομά τους (θέατρο-Χώρος, ρολόι-Χρόνος).
Αναπαραστάσεις λοιπόν κάνουμε στην καθημερινότητα, αναπαραστάσεις κάνει και ο φυσικός και ο βιολόγος και ο καλλιτέχνης. Ας είμαστε όμως προσεκτικοί στις οντοποιήσεις μας, ας τις εξετάζουμε και δεύτερη φορά! Αν έχουμε θέσει ένα πλαίσιο γνωσιοθεωρητικό και οντολογικό μαζί – αυτά τα δύο είναι αξεχώριστα – και έχουμε πειστεί γι’ αυτό, τότε θα μπορούμε να αποκρούσουμε την οντοποίηση του Χρόνου και του Χώρου. Μπορεί όμως τότε να γίνει η εννοιοδότησή τους; Μπορώ να έχω αισθήσεις χώρου και χρόνου, από τις οποίες στη συνέχεια να κατασκευάσω άλλες έννοιες; Αυτό είναι ένα ανοιχτό θέμα, το οποίο όμως και πάλι νομίζω πως μπορούμε σήμερα να το υπερασπιστούμε με κάποιο τρόπο.
Στις μέρες μας υπάρχει μια «επιδημία» οντοποίησης και αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον ιστορικά. Τον προηγούμενο όμως αιώνα, όπου μέσα σε 50 χρόνια δημιουργήθηκε όλη η νέα Φυσική, δεν συνέβαινε αυτό. Φυσικοί όπως ο E.P. Wigner, ο W. Heisenberg κ.ά. ήταν πολύ επιφυλακτικοί και προσεχτικοί, ενώ τώρα με περισσή ευκολία γίνεται λόγος π.χ. για χρονοάτομα, σαν να είναι κάτι απτό. Θα υποστηρίξω ότι ως άνθρωποι, ως οντότητες, μας χρειάζεται ο τεμαχισμός αυτής της Χωροχρονικής Ολότητας που εμείς οι ίδιοι εισάγουμε. Αυτή την Ολότητα τεμαχίζω για να κατασκευάσω τη Γεωγραφία μου και παρομοίως την τεμαχίζω, σε μία άλλη διάσταση, για να κατασκευάσω την Ιστορία μου, αφού το ανθρώπινο ον ουσιαστικά σε αυτές τις δύο γραμμές κινείται: στη Γεωγραφία του και την Ιστορία του (όπου μέσα στη Γεωγραφία μπορείτε να βάλετε ό,τι θέλετε και στην Ιστορία επίσης). Έχουμε ανάγκη να φτιάξουμε αυτές τις δύο λεωφόρους: Γεωγραφίας και Ιστορίας.
Μπορούμε να υποθέσουμε βάσιμα πώς έγινε, άραγε, αυτή η διαδρομή; Νομίζω ότι σήμερα μπορούμε. Καταρχάς, πιστεύω πως δεχόμαστε τη Θεωρία της Εξέλιξης – στη νεοδαρβινική της εκδοχή όπως έχει εξελιχθεί, αλλά και με τις προσθήκες που έχουν γίνει, γίνονται και θα γίνουν – και πιστεύουμε ότι μία συνιστώσα της εξέλιξης είναι και η φυσική επιλογή. Θεωρώ ως αξιόπιστες δύο αρχές τουλάχιστον – για να θεμελιώσω τη δική μου συλλογιστική. Πρώτον, ότι αυτό το θαυμαστό πράγμα που ονομάζουμε «σώμα» είναι προϊόν εξέλιξης. Δεύτερον, ότι αυτές που αποκαλούμε «αισθήσεις» – που μπορεί να είναι και περισσότερες από πέντε – εμπλέκονται μεταξύ τους και αλληλοεπηρεάζονται.
Κάνοντας μία παρένθεση, θα ήθελα να συμπληρώσω σε όσα ανέφερα πριν, ότι σήμερα δομείται μία νέα Φυσική αλλά και μία νέα γνωσιοθεωρία, όπου περνάμε από τις ποσότητες στις ποιότητες, ενώ συγχρόνως εμφανίζονται νέες έννοιες. Φύγαμε από τον παλιό Νευτώνειο Αναγωγισμό, όπου ο κόσμος ήταν συντεθειμένος από σωματίδια κ.λπ. και προσεγγίζουμε έναν διαφορετικό κόσμο. Πρώτον, είναι πάρα πολύ ευαίσθητος στις αρχικές συνθήκες (αυτή η ιστορία με την πεταλούδα που άνοιξε τα φτερά της κάπου και δημιούργησε τυφώνα κάπου αλλού κ.λπ.). Δεύτερον και πολύ σημαντικό, είναι ένας κόσμος που έχει μια διαστρωμάτωση, έχει επίπεδα. Επιπλέον, το πέρασμα από το ένα επίπεδο στο άλλο είναι γεμάτο εκπλήξεις, εμφανίζεται δηλαδή κάτι καινούργιο στο επόμενο επίπεδο που δεν είχε προβλεφθεί μαθηματικά στο προηγούμενο. Έχουμε τελικά τη δυνατότητα να βλέπουμε τον κόσμο σαν «αυτοοργανούμενο». Αυτή η νέα προσέγγιση ονομάζεται «Αναδυτισμός», σε αντιστοιχία με τον παλιό Αναγωγισμό. Μέσα στο πλαίσιο του Αναδυτισμού, θα ήθελα να αναφέρω δύο σημαντικές έννοιες. Πρώτα, την έννοια της συμμετρίας, η οποία δεν είναι νέα, αλλά είναι νέα η προσέγγισή της. Για τον φυσικό, η συμμετρία έχει την έννοια ότι αναζητώ στους μετασχηματισμούς των πραγμάτων να βρω τι είναι αναλλοίωτο όταν κάτι αλλάζει, «σπάει» ουσιαστικά μία συμμετρία και τότε κάνουμε λόγο για «θραύση συμμετρίας». Τι συμβαίνει όταν σπάει μια συμμετρία και έχουμε κάτι νέο; Έχουμε μία πληροφορία. Η θραύση της συμμετρίας δημιουργεί μια καινούρια πληροφορία. Ας βάλουμε, λοιπόν, στον εννοιολογικό μας εξοπλισμό τις έννοιες: αναλλοίωτο, θραύση συμμετρίας και πληροφορία.
Έπειτα από αυτή την παρένθεση, θα ήθελα να διατυπώσω μια υπόθεση για το πώς μπορέσαμε να αποκτήσουμε – αν αποκτήσαμε – αίσθηση χώρου και αίσθηση χρόνου. Ανέφερα, προηγουμένως, τις εξής προϋποθέσεις-αρχές: ότι το σώμα μας εξελίσσεται και ότι οι αισθήσεις εμπλέκονται και αλληλεπιδρούν. Η έννοια τώρα της ανάδυσης επιτρέπει να δούμε το φαινόμενο της ζωής ως ένα φαινόμενο-ανάδυσης σε μία οριακή πολυπλοκότητα. Έχουμε δηλαδή έναν κόσμο ο οποίος γίνεται συνεχώς πιο πολύπλοκος σε κάποιες περιοχές του και αυτή η πολυπλοκότητα κάπου ξεπερνάει κάποιο όριο και αποκτά αυτή τη μαγική διάσταση της ζωής – άσχετα αν δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για το πώς έγινε αυτή η ανάδυση.
Από τα πρώτα βήματα της ανάδυσης της ζωής ήταν η ανάγκη χωροθέτησης. Ας πάρουμε για παράδειγμα και ας φανταστούμε το πρώτο κύτταρο που γίνεται άξιο του ονόματός του «κύτταρο» όταν αποκτά μεμβράνη. Η μεμβράνη είναι αυτή που το διαχώρισε από την Ολότητα. Η δημιουργία της «μεμβράνης» προχώρησε (τα κύτταρά μας όλα έχουν μεμβράνες, οι οποίες είναι θαύματα κατασκευής), αλλά αυτή τη χωροθέτηση την κάναμε κατά κάποιο τρόπο όταν αποκτήσαμε σπηλιά, σπίτι, έθνος, κράτος, σύνορα κ.λπ. Γενικά, χωροθετούμε και αυτό το κάνουμε, διότι έχουμε ανάγκη τη Γεωγραφία. Η ποιότητα της Γεωγραφίας που χρειαζόμαστε είναι ανάλογη με το επίπεδο της προόδου μας. Νομίζω ότι σε αυτή τη μεγάλη διαδρομή, βαθμηδόν, η αίσθηση χώρου όχι μόνο ήταν προίκα της φυσικής επιλογής και χρήσιμη εξελικτικά, αλλά ήταν και αναγκαία πολύ πριν από την έννοια του Χρόνου, με την οποία θα ολοκληρώσω την ομιλία μου. Μία έμβια μονάδα, η οποία έχει δυνατότητες αυτοοργάνωσης, έχει μία μεγάλη ανάγκη, την ανάγκη του αυτοκαθορισμού της, διότι δεν μπορεί να προχωρήσει στην Ιστορία της αν δεν αυτοκαθοριστεί. Το να αυτοκαθοριστεί, με άλλα λόγια σημαίνει ότι χρειάζεται να αποκτήσει την ικανότητα της αυτοαναφοράς. Αυτό νομίζω ότι είναι κάτι που κατακτήθηκε μέσα από τεράστια πορεία. Με αυτή την προσέγγιση, το θέμα του Χώρου και του Χρόνου έγινε σχεδόν ισοδύναμο με το πρόβλημα της Συνείδησης. Θεωρώ ότι αυτή η ικανότητα αυτοαναφοράς, που αποκτήθηκε βαθμιαία, στην αρχή εκδηλώνεται σαν μία ενστικτώδης αυτοσυνείδηση, για να προχωρήσει αποκτώντας νέα στοιχεία και να καταλήξει έπειτα από μια μεγάλη πορεία στο να δημιουργήσει την έννοια του εαυτού. Με αυτή τη διαδρομή αποκορυφώνεται αυτή η πορεία της ικανότητας αυτοαναφοράς, η οποία καταλήγει στην κατασκευή αυτού που ονομάζουμε «εαυτό». Μίλησα για «κατασκευή» του Εαυτού, γιατί νομίζω ότι με την ίδια ευκολία που οντοποιήσαμε τον Χρόνο, έχουμε οντοποιήσει και τον Εαυτό.
Ως εδώ, νομίζω πως διατύπωσα, όσο μπορούσα καλύτερα, το πρόβλημα που ήταν η ανάδυση των αισθήσεων (και κατά συνέπεια εννοιών) Χώρου, Χρόνου και Συνείδησης. Θα ήθελα να κλείσω την ομιλία μου με μία αναφορά σε ένα πρόβλημα, για το οποίο δεν είμαι καθόλου αρμόδιος, αλλά προέκυψε κατά κάποιο τρόπο αυτόματα και αναγκαστικά. Πρόκειται για τη διχοτομία Συνειδητού και Ασυνειδήτου (παρότι είναι όροι καθιερωμένοι, παραμένω επιφυλακτικός στη χρήση τους). Θα περιοριστώ σε μία παρομοίωση. Μου αρέσει λοιπόν να φαντάζομαι ότι αυτή η πορεία, κατά την οποία κατακτήσαμε την αίσθηση του Χρόνου, ήταν βαθμιαία, με πολύ αργά βήματα. Ξεκινήσαμε χωρίς να έχουμε καθόλου αυτή την αίσθηση του Χρόνου και λίγο λίγο όλο και προχωρούσαμε τεμαχίζοντας όλο και πιο πυκνά την Ιστορία μας. Φαντάζομαι λοιπόν, σε αυτή την παρομοίωση, μία τεράστια σφαίρα της οποίας το περίβλημα αρχίζει από πολύ μακριά με διάφορους φλοιούς. Οι μακρινοί της φλοιοί είναι άχρονοι, ενώ προχωρώντας βαθμηδόν προς το κέντρο πυκνώνεται η ικανότητα αντίληψης του Χρόνου – φανταστείτε αυτούς τους φλοιούς σαν οθόνες υγρών κρυστάλλων. Αυτή η τεράστια σφαίρα κάπου στο πολύ μικρό της κέντρο κλείνει το τελευταίο κομμάτι της εξέλιξής μας, το οποίο πιστεύω ότι ακόμη είναι πολύ μικρό, και εκεί πια έχουμε πλήρη συναίσθηση του Χρόνου – εκεί είναι η περιοχή του Συνειδητού μας. Έχουμε λοιπόν ένα πολύ μικρό, θορυβώδες, με πυκνές διακυμάνσεις κέντρο και όσο πηγαίνουμε προς τα έξω βρίσκουμε μια περιοχή που είναι όλο και πιο σιωπηλή, όλο και πιο ήρεμη, χωρίς διακυμάνσεις. Αυτή η εικόνα είναι που με προτρέπει να θέσω τον όρο «περισυνείδητο» αντί για τον όρο «ασυνείδητο».
Η παρομοίωση της σφαίρας τοπολογικά ίσως δεν είναι κακή, αλλά βρίσκω πιο ποιητική την εικόνα μιας λίμνης που στο κέντρο της γίνεται μια αναταραχή, εκεί όπου γίνονται τα γεγονότα, ενώ μακριά στις πολύ μακρινές σιωπηλές όχθες της είναι η μεγάλη άπλετη περιοχή, η οποία τροφοδοτεί όλα τα υπόλοιπα, από την περιφέρεια προς το δραστήριο και θορυβώδες κέντρο.
* Πρόκειται για τα Centres d’accueil et de crise (C.A.C.) στη Γαλλία: είναι μονάδες γενικής ψυχιατρικής επικεντρωμένες στη βραχεία νοσηλεία ασθενών σε κρίση (π.χ. αυτοκτονικών) και/ή ψυχικά τραυματισμένων ατόμων ηλικίας 16 ετών και άνω. (Σ.τ.Μ.)
Βιβλιογραφία
Azoulay J. (2016), Textes fondateurs, In Press, Παρίσι.
Gougoulis N. (2008), « La fiabilité de l’objet », Rev. Fr. Psychan., LX (4), σ.1171-1186.
Gougoulis N. (2018), « Le tiers institutionnel, un espace d’accueil des enjeux des situations de crise », Psychanalyse et Psychose, 18, σ. 15-34.
Green A. (1980), « La mère mort e», στο Narcissisme de vie, narcissisme de mort, Ed. de minuit, 1983, Παρίσι.
Green A. (2002), Idées directrices pour une psychanalyse contemporaine, PUF, Παρίσι.
Racamier P.-C. (1962), « Sur la réalité », σ. 283-313, στο De psychanalyse en Psychiatrie, Payot, Παρίσι.