Γεράσιμος Τσιναρίδης
Ψυχίατρος στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης

σύναψις 65 [2022 – τόμος 18]

Εμπνέοντας και καθοδηγώντας: το αποτύπωμα της Ζωής Νασίκα στις ζωές των ειδικευομένων

Γνώρισα τη Ζωή Νασίκα στον πρώτο χρόνο της πλήρους ειδικότητάς μου στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, όταν ήταν ακόμη επιμελήτρια Α. Την πρώτη μέρα της τοποθέτησής μου στο τμήμα των Α οξέων, είχα ήδη ακούσει από συναδέλφους φήμες ότι είναι δύσκολο τμήμα και είχα πάει με άγχος και επιφύλαξη. Όταν μου συστήθηκε στο γραφείο της και κάναμε την εισαγωγική κουβέντα γνωριμίας, κάτι ανάμεσα σε συνέντευξη και μάθημα, είχα ήδη ηρεμήσει και εντυπωσιαστεί. Η αρχική εντύπωση, που ενισχύθηκε τα επόμενα χρόνια, ήταν ότι η Ζωή ενσάρκωνε το πρότυπο του ψυχιάτρου που είχα στο μυαλό μου πριν αρχίσω την ειδικότητα αλλά σπάνια είχα συναντήσει στην πράξη. Πολυσχιδής, με ένα τεράστιο εύρος γνώσης, που επεκτείνονταν σε όλα τα κομμάτια της ψυχιατρικής και πέρα από αυτά, στην ιστορία, την τέχνη, την πολιτική, οξυδερκής, εύστροφη, συνειδητοποίησα ότι μέσα από έναν σύντομο διάλογο πήρε παραπάνω πληροφορίες για εμένα από όσες νόμισα ότι της έδωσα, με ζύγισε, μου μείωσε το άγχος της πρώτης ημέρας, με κατατόπισε ως προς το πώς θα δουλέψω τα επόμενα χρόνια και έθεσε τις βάσεις μιας καλής εργασιακής σχέσης και ανθρώπινης επαφής. Αυτή η εμπειρία της πρώτης επαφής είναι αρκετά κοινή, με μικρές παραλλαγές στους περισσότερους συναδέλφους που υπήρξαν ειδικευόμενοί της. Πάντα είχε την επιθυμία να μοιράσει τις γνώσεις και την εμπειρία της, σε όλους τους τομείς, συχνά με χειμαρρώδη τρόπο, προκαλώντας όποιον ήθελε να ακολουθήσει στον βαθμό που μπορούσε. Είχε προσπαθήσει να δημιουργήσει η ίδια ένα εκπαιδευτικό έργο, εκεί που δεν υπήρχε κανένα πλαίσιο στην κλινική, και ως επιμελήτρια και στη συνέχεια ως διευθύντρια, και δεν είναι υπερβολή ότι οι περισσότεροι ειδικευόμενοι έλαβαν την πιο ουσιαστική εκπαιδευτική εμπειρία από εκείνη. Αν και ξεκινούσε με ένα δομημένο πρόγραμμα, που περιλάβανε ό,τι θεωρούσε σημαντικό να ξέρουμε, συχνά οδηγούμασταν αλλού. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια μέρα αμιγώς εκπαιδευτική, με λίγη δουλειά στο τμήμα, όπου η θεματολογία πήγε από τις οδούς της ντοπαμίνης, στην πρακτική εφαρμογή της αριπιπραζόλης, έπειτα σε ένα κείμενο του Kohut για τον ναρκισσισμό (αγγλικό κείμενο, δική της επιτόπια μετάφραση), στη συνέχεια σε ένα ποίημα του T.S. Elliot και κατέληξε σε μια συζήτηση για τα δικά μας βιώματα. Σε αυτές τις στιγμές θυμάμαι να σκέφτομαι ότι αυτός είναι ο ρόλος μας, αυτή η διασταύρωση φαρμακολογίας, ψυχοθεραπείας και ανθρώπινης επαφής.

Η επαφή είναι ένα κομμάτι της που με είχε δυσκολέψει στην αρχή. Κάτω από το περίβλημα επαγγελματισμού και ουδετερότητας που χαρακτήριζε την αλληλέπιδρασή της μαζί μας υπήρχε μια σαφής επιθυμία για σύνδεση και υπενθύμιση της παρουσίας της. Πάντα μας απηύθυνε τον λόγο στον πληθυντικό και μας σύστηνε ως συναδέλφους σε ασθενείς, δείχνοντας έναν σεβασμό προς εμάς που δεν ήταν πάντα αυτονόητος από ειδικούς. Συχνά ο επαγγελματισμός αυτός μπορεί να έβγαινε ως αυστηρότητα και κριτική σε πρώτο επίπεδο, αλλά πάντα υπήρχε ένα πιο προσωπικό κομμάτι από κάτω. Στους πρώτους μου μήνες, έχοντας σπουδάσει στο εξωτερικό και διαβάσει κατά βάση αγγλική βιβλιογραφία, κατά καιρούς χρησιμοποιούσα αυτούσια αγγλική ορολογία. Μου είχε κάνει μια δυο φορές παρατήρηση για αυτό. Την τρίτη φορά, σε μια συνάντηση της κλινικής, μου λέει: «Κύριε Τσιναρίδη, έχετε κάνει κομμάτι της ειδικότητας στην Αγγλία;» «Όχι, κ. Νασίκα», της απάντησα. «Και να είχατε κάνει», συνέχισε «όσο βρίσκεστε στην Ελλάδα, το πρέπον και αναμενόμενο από εσάς είναι να γνωρίζετε πλήρως την ελληνική ορολογία.» Θα μπορούσε να το είχε αφήσει εκεί, αλλά συμπλήρωσε: «Και επιπλέον, δεν έχετε ακριβώς και oxford accent και εγώ που ήμουν στην Αγγλία, οριακά σας καταλαβαίνω, πόσο μάλλον οι υπόλοιποι.» Έχοντας μια νεανική ευαισθησία στην κριτική, ένιωσα σχεδόν ισοπεδωμένος. Ταυτόχρονα, εκτίμησα το σκωπτικό χιούμορ και η αλήθεια είναι ότι έκτοτε δεν είχα άλλες παρεκκλίσεις σε θέματα ορολογίας. Ενίοτε αυστηρή, πάντα ανθρώπινη. Το ίδιο ίσχυε και για τη σχέση της με τους ασθενείς. Κάνοντας μια πολύ σαφή οριοθέτηση εξαρχής, είχε ταυτόχρονα την ικανότητα να δημιουργεί άμεση και ουσιαστική σύνδεση, μια ικανότητα και τεχνική η όποια έμενε στο μυαλό όσων παρακολουθούσαν την ψυχιατρική της εξέταση. Στη συνέχεια, θα έκανε μια περιεκτική σύνοψη σημείων, συμπτωμάτων και ψυχοπαθολογίας, περνώντας από το κλινικό κομμάτι στο εκπαιδευτικό με άμεσο και ζωντανό τρόπο. Σημαντικό κομμάτι της επαφής ήταν και το ότι δε φοβόταν τον ασθενή, είχε θάρρος και εμπιστοσύνη στον εαυτό της και στη διαντίδραση. Συχνά θα έβλεπε πρώτη ασθενείς διεγερτικούς, επιθετικούς, προσπαθώντας και συνήθως καταφέρνοντας να αποκλιμακώσει κρίσεις. Σε καταστάσεις δύσκολες ρίσκαρε και τη σωματική της ακεραιότητα προκειμένου να προστατεύσει νεότερους συναδέλφους και προσωπικό. Αυτό ήταν μια εκδήλωση της γενικής της ηγετικής ικανότητας. Ήταν ένας άνθρωπος που αναλάμβανε ευθύνες και πρωτοβουλίες, ήξερε πώς να αναθέτει εργασία και να καθοδηγεί, κάτι που έκανε με τεράστια επιτυχία όταν ανέλαβε ρόλο διευθύντριας στην κλινική. Καλλιεργούσε ένα κλίμα ασφάλειας και εμπιστοσύνης, γιατί όλοι γνωρίζαμε ότι σε δύσκολες καταστάσεις θα έβγαινε μπροστά. Θα χρησιμοποιούσε το θάρρος, την εμπειρία και τις γνώσεις της για να υποστηρίξει τον εαυτό της, εμάς και την κλινική και θα αναλάμβανε πλήρως την ευθύνη των επιλογών της. Σε ένα επάγγελμα και μια περίοδο όπου η ευθύνη είναι πάντα στο προσκήνιο, και συχνά γεννά φόβο και άγχος, το να βλέπεις έναν άνθρωπο να τις αντιμετωπίζει ήρεμα και με σιγουριά αποτελούσε πηγή ανακούφισης και έμπνευσης.

Το άλλο σημαντικό κομμάτι στον ηγετικό όσο και στον ψυχιατρικό ρόλο της είναι η ενσυναίσθηση. Πάντα αντιλαμβάνονταν άμεσα πότε οι ειδικευόμενοι είχαμε δυσκολίες, εξουθένωση είτε σε επαγγελματικό, είτε σε προσωπικό επίπεδο και έκανε ό,τι μπορούσε για να βοηθήσει, έμμεσα, διακριτικά, διατηρώντας το πλαίσιο των ρόλων μας: αναλαμβάνοντας η ίδια παραπάνω δουλειά για να χαλαρώσει ένας συνάδελφος που ήξερε ότι είχε προβλήματα στην προσωπική του ζωή ή φέρνοντας του πρωινό έπειτα από μια δύσκολη γενική εφημερία. Το κοινό αίσθημα όλων των ειδικευόμενών της, ανεξάρτητα από τη σχέση ή τις τυχόν διαφωνίες, ήταν ότι είχαν δίπλα τους έναν άνθρωπο που νοιάζονταν. Νοιάζονταν για τους ασθενείς της, για την εμπειρία τους από τη νοσηλεία και τον δρόμο τους προς τη βελτίωση και νοιάζονταν για τους συναδέλφους της, ως ιατρούς και ως ανθρώπους, για τη ζωή τους, τα βιώματά τους, το κομμάτι του εαυτού τους που έφερναν στη δουλειά, προσπαθούσε να το κατανοήσει και να το υποστηρίξει. Αυτή η υποστήριξη ερχόταν συχνά με τη μορφή καθοδήγησης και διακριτικής ώθησης. Το αποδίδω εν μέρει στις τεράστιες γνώσεις της και εν μέρει στην παρατηρητικότητα και την οξυδέρκειά της, αλλά κυρίως στην εκπληκτική της ικανότητα να αναγνωρίζει ποια κομμάτια του φάσματος της ψυχιατρικής ταίριαζαν καλύτερα στον καθένα και στη συνέχεια να θέτει τους σπόρους προς αυτή την κατεύθυνση. Συνάδελφοι ανακάλυψαν ενδιαφέροντα σε τομείς που δεν περίμεναν, συνειδητοποίησαν ότι αντικείμενα είχαν παραπάνω βάθος από όσο νόμιζαν εξαρχής, ακολούθησαν ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις που είχαν προηγουμένως απορρίψει, έκαναν επαγγελματικές επιλογές που υπό άλλες συνθήκες μπορεί να μην τολμούσαν, έπειτα από μια μεγάλη συζήτηση μαζί της (με συνήθως άσχετη αφορμή) ή από ένα βιβλίο που τους έκανε δώρο (με την προτροπή να το διαβάσουν άμεσα και μετά να το σχολιάσουν μαζί) ή ύστερα από μια εργασία που τους είχε αναθέσει. Η αλήθεια είναι πως αυτές οι εργασίες σπάνια κατέληγαν να παρουσιαστούν στην κλινική, αλλά, συνειδητοποίησα με αρκετή καθυστέρηση, ότι δεν ήταν αυτός ο σκοπός τους. Ο στόχος ήταν ακριβώς αυτό το άνοιγμα οριζόντων, ο προβληματισμός και η έμπνευση. Μας υπενθύμιζε, έμμεσα ή και πιο άμεσα, ότι ενώ η δουλειά στην κλινική μπορεί να τείνει να γίνει ρουτίνα, μηχανική, ψυχοφθόρα, έχουμε επιλέξει μια επιστήμη και μια τέχνη με πάρα πολλές προεκτάσεις, εξειδικεύσεις και κατευθύνσεις και πως η ευθύνη μας είναι να επιλέξουμε αυτή που θα μας γεμίσει και θα μας δώσει νόημα.

Η Ζωή Νασίκα ήταν ένας άνθρωπος που ενέπνεε τόσο μέσα από τα λόγια όσο και μέσα από τις πράξεις της. Ένα κομμάτι της επιρροής της ήταν άμεσα αντιληπτό – δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς καθώς ήταν ένας άνθρωπος έντονος, που γέμιζε τον χώρο και ήταν αδύνατον να μην σε επηρεάσει. Ένα άλλο κομμάτι όμως έβγαινε σε δεύτερο χρόνο, όταν αντιμετωπίζεις ένα δύσκολο περιστατικό και βρίσκεις τον εαυτό σου να αναρωτιέται, πώς θα το διαχειρίζονταν η Ζωή; Ή όταν προσπαθείς να περιγράψεις μια έννοια σε κάποιον νέο συνάδελφο και συνειδητοποιείς ότι εκείνη θα το έκανε πολύ καλύτερα.

Κλείνοντας, το πιο σημαντικό της μάθημα προς τους ειδικευόμενούς της, νομίζω, και ένα από τα αγαπημένα της θέματα, στο οποίο επανέρχονταν συχνά, ήταν το good enough του Winnicott και η εφαρμογή του στις ζωές μας. Η υπενθύμιση να μην χαθούμε στη μάταιη αναζήτηση ενός εξιδανικευμένου αλάνθαστου ιατρικού ρόλου και να επικεντρωθούμε στο να είμαστε αρκετά καλοί ψυχίατροι, αρκετά καλοί θεραπευτές, αρκετά καλοί ως προς τους ασθενείς μας και τους συναδέλφους μας, παρόλο που η ίδια ήταν πολύ παραπάνω από αυτό.