Γιώργος Βασιλάκος
Ψυχίατρος, Διευθυντής της Ψυχιατρικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Κοζάνης
 

σύναψις 64 [2022 – τόμος 18]

Το άσπρο αίμα*

Έξω από το δωμάτιο εμφανίστηκε ένας πανέμορφος στροβιλισμός χιονιού … (που του είπε) γαλήνη, του είπε απρόσιτη μοναξιά, του είπε παγωνιά, του είπε – «Άκουσε! Ήρθαμε να σου πούμε την ιστορία που σου τάξαμε. Θυμάσαι; Ξάπλωσε. Τώρα κλείσε τα μάτια σου – δεν θα βλέπεις πολλά πράγματα –, σ’ αυτήν την κατάλευκη σκοτεινιά ποιος μπορεί να βλέπει ή να θέλει να βλέπει… Θα κατακλύσουμε τα πάντα. Άκουσε – Θα σου πούμε την τελευταία, την πιο όμορφη και απόκρυφη ιστορία – κλείσε τα μάτια σου – είναι μια πολύ μικρή ιστορία – μια ιστορία που όλο και μικραίνει – στρέ- φεται προς το εσωτερικό, υποστρέφεται αντί να διανοίγεται σαν το λουλούδι – είναι ένα λουλούδι που γίνεται σπόρος – ένας μικρός, παγωμένος σπόρος – μπορείς να ακούσεις; Πλησιάζουμε πιο κοντά σου – ». Ο ψίθυρος έγινε πια βρυχηθμός – όλος ο κόσμος μεταμορφώθηκε σε μιαν απέραντη, κινούμενη επιφάνεια χιονιού – αλλά ακόμα και τώρα είπε γαλήνη, είπε απρόσιτη μοναξιά, είπε παγωνιά, είπε κοιμήσου.

Conrad Aiken, Secret Snow, Silent Snow (1940)1

* Η συνάδελφος Μαρία Χασάπη, ειδικευόμενη στην ψυχιατρική Κλινική του Νοσοκομείου Κοζάνης, δεν με βοήθησε απλά στην ολοκλήρωση αυτού του κειμένου, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη συνδρομή της. Στην πραγματικότητα, ό,τι αναφέρεται στην ιαπωνική γλώσσα και παράδοση είναι αυτούσια δική της συγγραφή.

Αντί προλόγου

Ο W. Ver Eecke, σε συνέδριο του πανεπιστημίου Duquesne,2 συζήτησε την περίπτωση μιας Εβραίας ασθενούς που εκδήλωνε βαρύτατες κρίσεις πανικού (με έντονο αίσθημα επικείμενου θανάτου), όταν χιόνιζε, φαινόμενο πολύ συχνό στον Καναδά όπου ζούσε. Στη διάρκεια της κατοχής, 45 χρόνια πριν, καλόγριες την είχαν κρύψει στο μοναστήρι τους, στη Γαλλία. Ένα βράδυ, που τα πάντα σκέπαζε χιόνι, Γερμανοί εισέβαλαν στο μοναστήρι, γιατί είχαν πληροφορίες ότι εκεί είχαν καταφύγει Εβραίοι. Μία καλόγρια την πήρε στο κρεβάτι της, που καλυπτόταν από άσπρα σκεπάσματα, και την έκρυψε ανάμεσα στα πόδια της. Της είπε να μείνει σιωπηλή και ακίνητη σαν πεθαμένη. Ο βουβός τρόμος του παιδιού ήταν απερίγραπτος – πέρα από το κατακλυσμικό λευκό του περιβάλλοντος κόσμου, είχε μπροστά στα μάτια της, να ακουμπά στο πρόσωπό της, το άσπρο εσώρουχο της μοναχής.

Η ψυχαναλυτική ερμηνεία που πρότεινε βασιζόταν στα γεγονότα, αναδείκνυε και εξηγούσε τα γεγονότα. Στη βάση της «αλυσίδας των σημαινόντων», προσέφερε μια πειστική ερμηνεία της επιμονής των συμπτωμάτων και μιας «εμμονής μιας σκηνής καταβρωχθιστικού χαρακτήρα». Η συζήτηση που ακολουθεί βασίζεται λιγότερο σε χειροπιαστά, «αντικειμενικά» γεγονότα, ελάχιστα σε επιστημονικά ευρήματα, αλλά, περισσότερο, σε μια «φαντασιακή» σύλληψη των φαινομένων. Αποτελεί μιαν ανάπτυξη που συνίσταται σε ένα μείγμα περιγραφικής φαινομενολογίας, παράθεσης και συζήτησης παραδόσεων και μυθοπλασιών, ποιητικών ενοράσεων και προσωπικών εμπειριών και αναμνήσεων. Επίσης, και προσωπικών «εμμονών». Μια τέτοια εμμονή, ηλικίας κι αυτή 45 ετών, θα ομολογηθεί στο τέλος του κειμένου.

Προφανώς, μια τέτοια συζήτηση δεν διεκδικεί καμία «αντικειμενικότητα». Όμως, ο R.D. Laing, στην πρώτη, λευκή, σελίδα του βιβλίου του «Ο Διχασμένος Εαυτός», παραθέτει μια παραδοχή, και ταυτόχρονα ελπίδα, του μεγάλου φαινομενολόγου, φιλοσόφου και ψυχιάτρου, Eugene Minkowski: «Εδώ παρουσιάζω ένα έργο υποκειμενικό που, παρόλα αυτά, πασχίζει με όλες του τις δυνάμεις να κινηθεί προς την αντικειμενικότητα». Για να επιτευχθεί μια «αντικειμενικότητα» στην αρχιτεκτονική και τη ζωγραφική, προτάθηκε, στην Αναγέννηση, ένα «σημείο φυγής» («vanishing point»). Έτσι, π.χ., σε έναν πίνακα ζωγραφικής, στο βάθος του οποίου θα σημειωνόταν αυτό το σημείο, θα συνέκλιναν ευθείες γραμμές, οι οποίες θα εκκινούσαν από τα απεικονιζόμενα πρόσωπα και πράγματα, και με αυτόν τον τρόπο θα αποδίδονταν οι πραγματικές διαστάσεις τους, οι αποστάσεις μεταξύ τους και το βάθος της όλης σκηνής. Μια πραγματική επανάσταση στη ζωγραφική που την απομάκρυνε από την ακαταστασία των προηγούμενων περιόδων, γινόταν συμβατή με μιαν επιστημονική επιχείρηση, και της έδινε τη δυνατότητα να απεικονίζει πιστά την πραγματικότητα, όπως την καταγράφει ο απόμακρος, «απεμπλεγμένος» παρατηρητής – η παρατήρηση του λεγόμενου «bird’s eye view».3 Ελπίδα μας είναι ότι ανάλογες «φαντασιακές γραμμές» που θα εκκινούσαν από προσωπικές εμπειρίες, αναμνήσεις και «εμμονές», από την εμβάπτιση σε μύθους και παραδόσεις, από ποιητικές και άλλες ενοράσεις, χωρίς να αποκλείεται και από επιστημονικά δεδομένα, θα μπορούσαν να συγκλίνουν σε ένα σημείο στο βάθος της καθημερινότητας και, πέρα από μια φαινομενολογική περιγραφή αυτής της καθημερινότητας, να συνιστούν μια «περιγραφική φαινομενολογία του βάθους» της. Έτσι να αναδυθεί μια απεικόνιση που οι χαρακτηρισμοί της «υποκειμενική» ή «αντικειμενική» είναι άσχετοι, εφόσον η όψη της καθημερινότητας που εμφανίζεται δεν είναι ούτε φαντασίωση κάποιας εκκεντρικής προσωπικότητας ούτε ουδέτερη αποτύπωση, αντίγραφο του οπτικού φλοιού, ενός απόμακρου παρατηρητή, σχεδόν επιστήμονα. Να είναι μια εικόνα που αναδύεται στη συνάντηση της ψυχής και του έμψυχου κόσμου.

Α.

Παντού το χιόνι και η σιωπή. Το χιόνι και η σιωπή.
Η παύση της ζωής στην πληρότητά της. Η πρόβα και το
προάκουσμα της ηχούς του θανάτου.
Graham Joyce, The Silent Land, 2010

Λίγο μετά τον πρόωρο, απροσδόκητο και αιφνίδιο, θάνατο της γυναίκας του, ο Robert Romanyshyn έλαβε μία πρόσκληση από το πανεπιστήμιο Duquesne του Pittsburgh να αναλάβει μια θέση καθηγητή. Πρόταση τιμητική, καθότι σε αυτό το πανεπιστήμιο σπούδασε πριν 30 χρόνια, και επιστημονικά δελεαστική, εφόσον αυτό το μικρό πανεπιστήμιο αποτελούσε σημείο αναφοράς για όσους ενδιαφέρονταν για τη φιλοσοφική επεξεργασία και τις πρακτικές συνέπειες του «ευρέως» ρεύματος της φαινομενολογίας, ρεύμα το οποίο και ο ίδιος θεωρούσε ότι, λίγο πολύ, ακολουθούσε. Επιπρόσθετα, λίγο καιρό πριν από την πρόσκληση, σε ένα κοιμητήριο αυτής της πόλης αναπαυότανε η γυναίκα του – ο ίδιος είχε επιλέξει αυτήν την πόλη και αυτήν την τοποθεσία γιατί η Καλιφόρνια, όπου είχαν μετοικήσει λίγο πριν από τον θάνατό της, της ήταν μια ξένη περιοχή, η ίδια είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στο Pittsburgh, εκεί ζούσαν οι φίλοι κι οι συγγενείς της. Ενταφιάστηκε ακριβώς δίπλα στη γιαγιά της, την οποία λάτρευε και η οποία, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο, της «άγγιζε την καρδιά», στον τόπο ακριβώς όπου και η ίδια θα επέλεγε να ενταφιαστεί. Όμως, εκκρεμούσε η πρόσκληση… Η απάντηση του δόθηκε από ένα όνειρο εκείνων των ημερών. « Ήμουν γονατισμένος στο μνήμα της και οι νιφάδες του Νοέμβρη έπεφταν πάνω μου. Το κοιμητήριο ήταν εντελώς άδειο κι ο χειμωνιάτικος ουρανός βαθιά σκοτεινός. Όσο πύκνωνε το χιόνι τόσο ένιωθα να μετατρέπομαι σε μια πέτρα, σε μια φιγούρα γρανίτη δίπλα στον τάφο της… Τηλεφώνησα στον φίλο που με προσκάλεσε… μου είπε ότι από πριν ήξερε πως ποτέ δεν θα γύριζα.»4

Προφανώς, κάποιος θα μπορούσε να μιλήσει για ένα όνειρο προφητικού ή προειδοποιητικού χαρακτήρα. Ίσως και για ένα όνειρο επιθυμίας, ένα όνειρο πολύ διπλωματικό, εφόσον παρέχει μιαν ισχυρή δικαιολογία συνέχισης της ζωής του, κίνησής του στο μέλλον – αλλιώς θα έπρεπε να πεθάνει κοντά της, να μαρμαρώσει στο παρελθόν, μία εξέλιξη που και η ίδια θα απεύχονταν. Μπορεί να υπήρχαν πρόσθετοι λόγοι να μην μετατραπεί σε μνημείο του παρελθόντος, να μην επιστρέψει ποτέ – άλλωστε, θα παρατηρούσε ένας κριτικός και δύσπιστος τρίτος, το πανεπιστήμιο ήταν μικρό, οι δυνατότητες καριέρας στην Καλιφόρνια πολύ μεγαλύτερες, και η ίδια η φαινομενολογία μια στάση στη διαδρομή της ζωής του. Όλα συνηγορούσαν να ζήσει, αυτά και τα άλλα που δεν φανταζόμαστε συνηγορούν στο να συνεχίσουμε τη ζωή μας, να μην παραιτηθούμε, μετατρεπόμενοι σε ξυλιασμένους χιονάνθρωπους, το αύριο θα ζεστάνει και θα λιώσει τα χιόνια, το νερό που πλέον θα ποτίζει τα δέντρα δεν θα θυμάται πως χθες ήτανε πάγος και τα ’καιγε – άσχετα αν ο θάνατος θα μας επισκεφθεί, νωρίτερα ή αργότερα, και οι λόγοι που θα το κάνει μπορεί να παραμείνουν ασύλληπτοι για τον νου που γνωρίζει τους λόγους που ζούμε. Έτσι, στη συγκεκριμένη περίσταση, για να συνεχίσει κανένας να ζει οφείλει να κινείται συνέχεια προς το μέλλον ή, έστω, να κάνει σημειωτόν στο παρόν, για να διατηρεί τη θερμοκρασία του. Η κίνηση διατηρεί, συνεχίζει και εκδιπλώνει τη ζωή, η ακινησία και η βραδύτητα όχι – η ακινησία μπορεί μονάχα να συντονίζεται με, και να αντηχεί, την ακινησία και τη βωβότητα του περιβάλλοντος κόσμου, και, τελικά, να υποστρέφει τη ζωντανή ύπαρξη σε ένα είδος μικρού, παγωμένου σπόρου.5 Ο συγγραφέας υπονοεί τους λόγους που ποτέ δεν επέστρεψε στην παγωμένη πολιτεία του Βορρά της Αμερικής, τους λόγους που έζησε και συνέχισε να κινείται. Αυτό δεν σημαίνει πως οι λόγοι που έζησε ήταν «βαθύτεροι» από αυτούς που θα πέθαινε – άλλωστε, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια, ο ίδιος αναφέρεται σε λόγους που αφορούν ένα βαθύ στρώμα του Είναι – ίσως και για αυτό σκοτεινό ή εκτυφλωτικά κατάλευκο – που δεν είναι προσβάσιμο στην καθημερινή και την επιστημονική λογική, ούτε καν σε εκείνην της ψυχανάλυσης ή μιας περιγραφικής φαινομενολογίας (αν και οι τελευταίες μπορεί να είναι, προπαρασκευαστικά, απαραίτητες). «Όταν πέφτει το χιόνι με την υπερφυσική του βραδύτητα», λέει ο Baudrillard, «οι λόγοι για να πεθάνεις είναι πλέον λεπτοί και βαθύτεροι από εκείνους να ζήσεις. Αλλά ίσως οι λόγοι να ζήσεις είναι πιο πολυάριθμοι»6 – συνήθως, προσιτοί στην οποιαδήποτε λογική και περιγραφή είναι «οι πολυάριθμοι λόγοι να ζήσεις».

*

Η ανάπτυξη που ακολουθεί στη συνέχεια δεν θα επικεντρώσει σε «λόγους» και «εξηγήσεις» του φαινομένου. Επίσης, δεν θα συζητήσει το φαινόμενο σε όλες τις πιθανές πραγματικές εμφανίσεις του, τις δυνατότητες που παρέχει ή παρεμποδίζει η κάθε πραγματική εμφάνιση του χιονιού, τις αποκαλύψεις που παρέχει η κάλυψη της γης από χιόνι, ούτε το τι φωτίζει και συσκοτίζει «ο βαθιά σκοτεινός, χειμωνιάτικος ουρανός». Θα είναι μια ειδική περιγραφή και μια μερική απο-κάλυψη, ελπίζουμε όχι ασήμαντη. Έτσι, δεν θα συζητήσει τη δυνατότητα εμπειρίας μιας έκτακτης ομορφιάς, μιας ειρηνικής και κατάλευκης αθωότητας7, της σιγής της Φύσης που προσφέρεται από την ίδια και τον Θεό ώστε να ησυχάσουν τα πλάσματα και να αναβάλλουν τις θορυβώδεις συναλλαγές κι εργασίες τους. Ούτε θα συζητήσει την αντίθετη εμπειρία, αυτή κατά την οποία το χιόνι βιώνεται ως εμπόδιο και μαρτύριο, που καταπονεί και βασανίζει τη διεξαγωγή της καθημερινότητας, που καταστρέφει υποδομές και προξενεί ατυχήματα, που καίει την όλη δημιουργία με τη φλόγα της παγωνιάς του. Επίσης, δεν θα αναφερθούμε σε μιαν τρίτη, αυτή τη φορά φαντασιακή δυνατότητα, δηλαδή στην εμπειρία του ανθρώπου που ονειροπολεί μπροστά στα ξύλα που καίγονται, βυθισμένος στο μάγμα χιονιού και φωτιάς, που συνιστά τον πυρήνα της ύλης και της ψυχής του, του ανθρώπου που με το χνώτο του μετατρέπει το τζάμι σε πίνακα και χαράζει μια λέξη ή σχέδιο με το δάχτυλο. Μια εφήμερη λέξη ή σχέδιο, ένα σύντομο ίχνος, όπως το ίχνος στο χιόνι που σύντομα σβήνει όσο συνεχίζεται η χιονόπτωση.

Η ανάπτυξή μας, παραβλέποντας τις παραπάνω προοπτικές, δεν θα είναι ορθολογική-αποδεικτική, θα παραμείνει περιγραφική, αλλά λιγότερο περιγραφική της «πραγματικότητας» του χιονιού και περισσότερο περιγραφική μιας φαντασιακής παρ-ουσίας του, και μάλιστα εκείνης της παρουσίας που δεν απο-καλύπτει καμία ομορφιά, αθωότητα κ.λπ., που αναφέραμε παραπάνω. Θα είναι περιγραφική μιας άλλης, σε μεγάλο βαθμό φαντασιακής, σύλληψής του που επικεντρώνει κυρίως στην πλήρη σιωπή, την ακινησία, το ομοιόμορφο (που τελικά καταλήγει σε άμορφο) και, συνεπώς, στον ίδιο τον θάνατο, παρά την τάση του ανθρώπου να τα δια-σκεδάζει, διασκεδάζοντας και δια-σκεδαζόμενος κι ο ίδιος με τις δυνατότητας παιχνιδιού και αθλοπαιδιάς που προσφέρει το χιόνι – από τον χιονοπόλεμο μέχρι την κατάβαση της πλαγιάς με τα παγοπέδιλα. (Ειρωνικά μιλώντας, ο σύγχρονος άνθρωπος που απομυζά από τη Φύση μόνο τα «χρήσιμα και ευχάριστα» και απωθεί τα «άχρηστα και δυσάρεστα» θα μπορούσε κάποτε, με τη βοήθεια της τεχνολογίας του, παραφράζοντας και πάλι τον Baudrillard, να καταφέρει να χιονίζει εντοπισμένα π.χ. στα χιονοδρομικά κέντρα ή σε ειδικές τοποθεσίες αναψυχής στην πόλη.) Ακόμα και ο χιονάνθρωπος, στις λίγες γραμμές που θα περιγραφεί, δεν θα είναι ο χιονάνθρωπος των παιδιών που τα δια-σκεδάζει, που κοσμεί και, πιθανόν, να διακοσμεί τη χιονισμένη αυλ, (εφόσον οι άλλες διακοσμήσεις της, προς στιγμήν, δεν εμφανίζονται λόγω της χιονοκάλυψης) – δεν θα κοσμεί, δεν θα γίνεται κόσμημα, δεν θα γίνεται μέρος του «κόσμου», αλλά θα φαντάζει απο-κόσμος, μακράν του κόσμου και των κοσμητικών του. Έτσι, ο συγγραφέας που αναφέρθηκε, αν παρέμενε γονατισμένος στο μνήμα της γυναίκας του, θα μετατρεπόταν σε έναν τέτοιο χιονάνθρωπο στη μέση ενός σιωπηλού, «άδειου» και χιονισμένου τόπου που σκεπάζει μόνο νεκρούς.

Μέρος της μεθόδου της φαινομενολογίας είναι η λεγόμενη «φαντασιακή παραλλαγή», ώστε να απο-καλυφθεί η «ουσία» ενός υπό εξέταση φαινομένου – άσχετα από τις εύλογες επιφυλάξεις πολλών για έναν τέτοιον «ουσιοκρατικό» προσανατολισμό. Ένα φαινόμενο (το χιόνι, στη δική μας περίπτωση, και η τροποποίηση του εαυτού και του κόσμου που αυτόματα παρουσιάζεται) περιγράφεται, το δυνατόν, λεπτομερώς σε όλες τις πιθανές, πραγματικές ή φανταστικές, εμφανίσεις του – όπως αυτές που, τηλεγραφικά, αναφέρθηκαν προηγούμενα. Υποτίθεται ότι κάποια αμετάβλητα χαρακτηριστικά που απαντούν σε όλες, πραγματικές και φαντασιακές, εμφανίσεις του συνιστούν την «ουσία» του φαινομένου. Προφανώς, εδώ δεν μας ενδιαφέρει καμία «ουσία» παρά μόνον η περιγραφή μιας ειδικής, φαντασιακής (και, κάποτε, πραγματικής) παρ-ουσίας του χιονιού, αυτής σε έναν συγκεκριμένο τόπο, και η τροποποίηση αυτού του τόπου σε μία σκηνή απο-καλύψεων, εμπειριών και πράξεων εξαιρετικά ιδιαίτερων, και πάντα δραματικών. Αυτός ο τόπος είναι, συνήθως, μια ερημιά πριν χιονίσει είναι μια έκταση εγκαταλειμμένη και χέρσα, άχρηστη για τους σκοπούς του ανθρώπου, με την έννοια ότι ελάχιστα κατοικείται από ανθρώπους και, συνεπώς, ελάχιστα οριοθετείται και προσανατολίζεται από συμβολικές σημάνσεις – πλην, ίσως, κάποιων φυσικών υπάρξεων, π.χ. ενός χαρακτηριστικού βράχου ή δέντρου που θα μπορούσαν να μετατραπούν σε σημάνσεις και να προσανατολίσουν το βήμα. Πρόκειται για έναν τόπο στην άκρη του κόσμου της καθημερινότητας, στις παρυφές του κόσμου των πρακτικών ενδιαφερόντων κι ενασχολήσεων – η ακατοίκητη, από ανθρώπους, έρημος θα μπορούσε να είναι μια τέτοια άκρη του κόσμου ή, όπως θα ισχυριστούμε χωρίς επιχειρηματολογία, η κορυφή μιας κολώνας μεταφοράς του ηλεκτρισμού. Οι κατάλευκοι, παγωμένοι, σιωπηλοί πόλοι της γης ένα άλλο, ακραίο και σχετικό παράδειγμα. Μπορεί οι άκρες κι οι παρυφές να φαντάζουν ως κάτι πολύ δευτερεύον, κάτι που ελάχιστα συμβάλλει στη συνολική διεξαγωγή της καθημερινότητας και της κατανόησής της, και γενικά στην κατανόηση ενός νοήματος, μπορεί να φαίνεται ότι αποτελούν μιαν άγονη περιφέρεια που δεν συμβάλει στον εμπλουτισμό και στην άνθηση του κέντρου του κόσμου και της ψυχής. Όμως, μπορεί η συμβολή τους να είναι πιο αποφασιστική από όσο νομίζουμε αλλά, ίσως, να παραβλέπεται, να συσκοτίζεται ή και να απωθείται, γιατί είναι αόρατη και, κάποτε, τρομακτική, απο-κόσμη και απάνθρωπη, μπορεί να θεωρείται ανόητη, γιατί είναι δυσνόητη και, σχεδόν, α-νόητη. Από μιαν άλλη προ-οπτική οι άκρες κι οι παρυφές είναι αποφασιστικές, πανταχού παρούσες, αποτελούν βασική συνθήκη του νοήματος και της ύπαρξης του κέντρου του κόσμου, της ψυχής του ανθρώπου που είναι ανθρώπινη, γιατί τροφοδοτείται και εμπνέεται/εμψυχώνεται από το απάνθρωπο, την πλήρη σιωπή και το άδειο λευκό. Το τρομακτικό της άκρης του κόσμου θα διαπερνά, στη συνέχεια, την όλη ανάπτυξη – το χιόνι εκεί δεν θα είναι μόνο το «περιβάλλον» («environment») που θα περιβάλλει, έστω δίνοντας νόημα, όπως υποστηρίξαμε, αλλά και θα κυκλώνει ασφυκτικά («environ»), θα εισδύει με τη βία της παγερής ησυχίας του στο διαφορετικό του, ώστε να το αφομοιώσει και να το μεταμορφώσει στον επεκτατικό εαυτό του. Σε μια πιο καλοήθη εκδοχή, η αφανής σημαντικότητα των άκρων διαπιστώνεται στην ομιλία που εκφέρεται και ακροάται: μια ομιλούμενη πρόταση, διάρκειας λίγων δευτερολέπτων, έχει στην αρχή και στο τέλος της, στις παρυφές του νοήματος ή της πληροφορίας που μεταδίδει, τη σιωπή. Μία γραπτή πρόταση, το λευκό του χαρτιού. Έτσι συγκροτείται το νόημα, αναδεικνύεται ένα κέντρο που συνειδητοποιεί ο ακροατής και ο αναγνώστης. Σιωπή και λευκό στην άκρη του νοήματος, ένα χιονισμένο τοπίο στην άκρη του κόσμου.

Β.

Στα χιονισμένα βουνά
μόνο το μάτι του μαύρου πουλιού
φαίνεται να κινείται.8

Σ’ αυτόν τον τόπο σχεδόν τίποτα δεν φαίνεται να κινείται κι ελάχιστα διακρίνονται. Ακόμη κι αν κάτι διαπιστώνεται να κινείται, δεν μετακινείται προς κάπου, απλά κινείται για να διατηρεί τη ζωή του ή για ν’ αποδείξει στον εαυτό του ότι μπορεί να κινείται παρά την κατακλυσμική ακινησία των πάντων που απειλεί να το εντάξει στην επικράτειά της. Ο ποιητής δεν αναφέρει ότι το μάτι του κότσυφα βλέπει, αλλά μόνον ότι κινείται. Πιθανότατα να έχει τυφλωθεί από το εκτυφλωτικό λευκό, και αν οπωσδήποτε κάτι βλέπει, τούτο είναι πέρα από τα συνήθη αντικείμενα της όρασης, κατά κάποιο τρόπο το μάτι έχει αυτοκαταργηθεί ως το αισθητήριο όργανο της φυσιολογικής όρασης για να αναλάβει μιαν ενόραση πέρα από ό,τι επιβάλει η όραση και η ανάγκη για επιβίωση9.

Είναι αυτό που ακούει και το αυτί. Δεν πρόκειται για ακρόαση ήχων, άλλωστε οι νιφάδες που πέφτουν απορροφούν τους ήχους, ήδη ευρισκόμενες στον αέρα, κάτι που συμβαίνει πολύ περισσότερο από το χιόνι που έχει καλύψει τη γη – το χιόνι, μηχανικά, απορροφά τους θορύβους, εξ ου και η ησυχία που ακροάται δεν οφείλεται μόνο στην έλλειψη μετακίνησης των όντων κ.λπ. αλλά, κυρίως, σε αυτήν τη φυσική απορρόφηση. Αν και κάποια ζώα μπορούν να ακούσουν το χιόνι που πέφτει αλλού και να λάβουν προληπτικά μέτρα για την προστασία τους, το ανθρώπινο αυτί αδυνατεί να το ακούσει. Αυτό που μπορεί να ακούσει είναι μια «εκκωφαντική σιγή», βαθύτερη της σιωπής, μια πολλαπλασιασμένη σιωπή. Στα ιαπωνικά η λέξη για το βάθος και τη σιωπή είναι shin, η λέξη για το χιόνι που πέφτει είναι shin-shin (深々 ιαπωνική ονοματοποιία που χρησιμοποιείται για να περιγράψει το χιόνι που πέφτει σιωπηλά, χωρίς ήχο), κάτι που σημαίνει μια βαθύτερη, πολλαπλασιασμένη σιωπή. Πρόκειται πιθανώς για την όραση και την ακρόαση αυτού που είναι πέραν του κόσμου, την όραση και την ακρόαση του απο-κοσμου ή, ακόμα, της επικράτειας του θανάτου. Αν κάτι βλέπει και ακούει το μαυροπούλι είναι αυτός, ο «άλλος κόσμος», επιβλητικός και μεγαλειώδης, που το προσκαλεί στην ακινησία του, τη σιωπή και τη λευκότητά του – που περικυκλώνει, περισφίγγει και τείνει να απορροφήσει στην ομοιομορφία ή το άμορφο, κάθε ανομοιόμορφό του και κάθε μορφή, Έτσι, π.χ., η ακινησία δεν έχει να κάνει μόνο με το ότι τα παγωμένα μέλη του σώματος καθίστανται δύσκαμπτα και βαριά, ούτε γιατί το χιόνι εμποδίζει το βάδισμα με την αντίστασή του στη μετακίνηση – αντίθετα, μπορεί η αντίσταση να είναι σχεδόν αμελητέα, μαλακότερη στην αφή κι απ’ αυτήν του αέρα. Η πρόσκληση στην ακινησία αφορά κάτι πλέον πρωταρχικό, την προσαρμογή ή τον συντονισμό στην ακινησία, το άηχο και αόρατο του Άλλου της χιονόπτωσης και της χιονοκάλυψης – προσκαλείται μια άηχη αντήχηση της σιωπής, ένα άδειο βλέμμα που (αφ)ορά τη λευκότητα του κενού. «Το χιόνι είναι ένα πουπουλένιο κρεβάτι, στο οποίο κανείς δεν ξυπνά και από το οποίο κανείς δεν σηκώνεται. Αυτή είναι η σοφία των Βόρειων», σημειώνει ο Mark Lawrence10, μια «σοφία» που υποστηρίζει μιαν ανάλογη εκδοχή. Η μόνη δυνατότητα που παρέχεται από μια τέτοια προ-οπτική είναι ο άνθρωπος να γίνει χιονάνθρωπος, όχι με την έννοια της διακόσμησης του τοπίου ή μιας στήλης που έστησαν κάποιοι περαστικοί, ώστε να καταστήσουν το ομοιόμορφο-άμορφο μέρος του Συμβολικού, αλλά με την έννοια της άφεσης στην έλξη μιας ευρείας έννοιας του αίματος, το οποίο δεν βρίσκεται, κόκκινο και ζεστό, εντός του σώματος αλλά εκτός του σώματος, άσπρο και παγωμένο, που περικυκλώνει, εγκλωβίζει και απορροφά την ύπαρξη στη λευκότητά του.11 Αυτή η άφεση στην έλξη του άσπρου δεν θα πρέπει να εννοηθεί ως απαραίτητα αυτοματική απάντηση στο θανατηφόρο βλέμμα της Μέδουσας, ως οπωσδήποτε αντανακλαστική κίνηση ενός ήδη μελλοθάνατου δούλου, αλλά, τουλάχιστον σε κάποιες περιπτώσεις, ως άφεση «ελευθερίας ως του τρόπου με τον οποίο γίνεται η ύπαρξη σε κάθε στιγμή, αναλαμβάνοντας με την έκ-σταση όλες τις δυνατότητες του είναι, άρα και την οντολογική ταύτιση είναι και μηδενός, τη δυνατότητα του θανάτου».12 Αν το αίμα, με μια ευρεία έννοια, δεν είναι μόνον ένας σωματικός χυμός που η εξέτασή του αποδεικνύει μια συγγένεια και μια καταγωγή από κάποιους συγκεκριμένους γονείς, και άρα μιας έλξης προς αυτούς («το αίμα τραβάει») αλλά περιλαμβάνει και την παράδοση, με τις πεποιθήσεις και τις μυθ-ιστορίες της, και τον τόπο με τη γεωγραφία και τον καιρό του, τότε η έλξη προς αυτό δεν είναι μόνο βιολογική αλλά και συνπαντική.13 Σε ένα άλλο πλαίσιο, και αναφερόμενος στο έργο του Γ. Φώκνερ και στον «βαθύ» Νότο της Αμερικής, ο Eric Gary Anderson προτείνει ότι αυτή η περικύκλωση και ο εγκλωβισμός συνιστά μια ταραχή που αποτελεί σύμπτωμα μιας τερματικής νόσου και, περαιτέρω, λόγο αυτοκτονίας ή ανθρωποκτονίας – η οικολογία του Νότου, όπως και του από-κοσμου που περιγράφουμε, ευοδώνει τη δυνατότητα νέκρωσης ή αποτρόπαιων πράξεων. Αυτός ο από-κοσμος τόπος, που, πέρα από τα μυθικά, ιστορικά, γεωγραφικά και καιρικά δεδομένα του, έχει εμποτιστεί με τον θάνατο, που τον έχει εισπνεύσει στα σπλάγχνα του, που τον εκπνέει και τον επιδεικνύει στην ορατή μορφή του ομοιόμορφου και του άμορφου και την ακουστική της σιωπής, έχει πλέον προοριστεί ως μια σκηνή ακραίων και τερματικών καταστάσεων.14

Από αυτήν την άποψη, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η ύπαρξη και η διαγωγή της yuki-onna (της «γυναίκας-χιόνι» ή της yuki-onba, της «γριάς-χιόνι» ή της yunkinba, της «στρίγγλας-χιόνι») σε πολυάριθμες ιαπωνικές παραδόσεις. Σύμφωνα με κάποια πίστη, είναι πνεύμα, γεννημένο από το ίδιο το χιόνι, και εμφανίζεται στους ταξιδιώτες που ταλανίζονται στις χιονοθύελλες. Με την παγωμένη ανάσα της τους μετατρέπει σε στήλες χιονιού ή χιονάνθρωπους (ή τους παραπλανά ώστε να χαθούν μέχρι να παγώσουν οι ίδιοι) και κατόπιν τους ρουφά τη ζωτική ενέργεια, που προφανώς είναι χιόνι, για να συνεχίσει να ζει.15 Θα μπορούσαμε να πούμε, αν μας επιτρέπεται μια ορολογία υπαρξιακής-φαινομενολογικής έμπνευσης, ότι τόσο η yuki-onna όσο και τα θύματά της ενσαρκώνουν και ταυτόχρονα ενσαρκώνονται από το χιόνι ή εμψυχώνουν και εμψυχώνονται από, το χιόνι («embody, and are embodied by, the snow» ή «ensoul, and are ensouled by, the snow», αν μας επιτρέπεται μια αγγλική σχετική μεταγραφή).

Σε κάθε περίπτωση, η μετατροπή του ανθρώπου σε χιονάνθρωπο δηλώνει τη μετατροπή του σε μέρος αυτού του αχανούς και ομοιόμορφου άσπρου σύμπαντος. Έτσι το χιόνι αν, από τη μια μεριά, συνιστά μια δωρεά της Φύσης ή του Θεού ώστε να αποσυρθούν τα πλάσματα στη φωλιά τους, να αφουγκραστούν και να ατενίσουν ακίνδυνα το Πραγματικό, το Τρομακτικό του Πραγματικού, που είναι ένα και το αυτό, ή, επίσης, οι άνθρωποι – όχι τα πλάσματα – να δια-σκεδάσουν και να δια-σκεδαστούν με τις δυνατότητες που τους παρέχει η χιονόπτωση, από την άλλη τους παρέχεται η ακρότατη δυνατότητα να παραδοθούν και να πέσουν χωρίς καμία αντίσταση. Να αφεθούν εφόσον γνωρίζουν πως δεν υπάρχει πιθανότητα διεξόδου, πως έχουν αχρηστευτεί οι όποιες τεχνολογίες επιβίωσης, από έναν νου που πλέον δεν σκέφτεται, εφόσον εξάντλησε όλα τα αποθέματα λύσεων, ή που πάγωσε και κατά συνέπεια πάγωσαν οι οδοί κυκλοφορίας των πληροφοριών και τα κέντρα επεξεργασίας τους. Το Συμβολικό ήταν ήδη ανύπαρκτο αλλά ο άνθρωπος εμπειράθηκε την ανυπαρξία του λίγο πριν από την τελευταία του εισπνοή, όταν και το τελευταίο του αιμοσφαίριο που απέμενε κόκκινο γινόταν γρήγορα κρύσταλλο άσπρο και παγωμένο.

Οι ενδείξεις, αν όχι οι απτές αποδείξεις κατάλυσης του Συμβολικού είναι ατράνταχτες. Στο απέραντο άσπρο δεν υπάρχουν σημάνσεις για προσανατολισμό, κανένας δρόμος και μονοπάτι που να έρχεται από κάπου και να καταλήγει κάπου. Τα όρια έχουν εκλείψει και ο ταξιδιώτης μπορεί να παρασυρθεί και να χαθεί αδιάκριτα.16 Δεν υπάρχει απαγορευτικό κάποιας πορείας, ούτε υποχρεωτική στροφή προς τα δεξιά, ούτε περιορισμοί ή ειδυλλιακές ευκαιρίες για στάθμευση και για στάση – αν, ακόμη και σε αγροτικές κατοικημένες περιοχές, κάποιος διστάζει, υπό κανονικές συνθήκες, να μπει στο χωράφι του άλλου (εξ ου και στην απουσία περίφραξης υπάρχουν κάποιες πέτρες να υποδεικνύουν τα όρια ενός αγροκτήματος), τώρα μπορεί ανερυθρίαστα να εισέλθει. Αλλά και στην πόλη, οι άνθρωποι μπορούν να περπατούν μέσα στον δρόμο ή κατηφορικοί δρόμοι να μετατρέπονται σε αυτοσχέδιες πίστες για τα παιδιά. Μέρος της απόλαυσης της πορείας στο χιόνι ή της δια-σκέδασης στην επικράτειά του είναι η υπονοούμενη αίσθηση ότι όρια δεν υπάρχουν ή ότι παραβιάζονται χωρίς κάποιες συνέπειες – εκτός, βέβαια, από την απρόοπτη πτώση σε αόρατο όρυγμα ή το αιφνίδιο γλίστρημα. Η ευφορία της έλλειψης των ορίων και του απέραντου χώρου που επιτρέπει την απρόσκοπτη κίνηση, συσκοτίζει το απροσπέλαστο τέρμα, τον ορίζοντα στο βάθος που συμπλησίασε επικίνδυνα και βρίσκεται στην άκρα εγγύτητα. Πρόκειται για αφορισμό της ζωής όπως ορίστηκε και καθορίστηκε να τη ζούμε.

Το τέρμα του ανθρώπου που ζει τη ζωή του με τους όρους που εκείνη του έθεσε αποτελεί τον κυκλικό του ορίζοντα, στον οποίο ο ίδιος υπάρχει ως κέντρο και ακτινίζεται μεριμνώντας για τα καθέκαστα – αντίθετα, ο περιπλανώμενος και χαμένος στο χιόνι υπάρχει ως άκεντρος σε ένα άσπρο πλατό που δεν μπορεί να σχηματοποιηθεί σ’ έναν κύκλο. Ο ορίζοντάς του δεν αποτελεί ένα, έστω θολό, συγκεχυμένο όριο, μια θαμπή περιφέρεια κύκλου, όπου στο εσωτερικό της τα πράγματα είναι διακριτά και καθ-ορισμένα. Ο ορίζοντας φαίνεται να εξαφανίστηκε ή, καλύτερα, να εφάπτεται με τον ίδιον τον άνθρωπο ώστε να μην μπορεί να μεριμνήσει για τίποτα, έτσι ώστε η «διεύρυνση του ορίζοντα» να έχει να κάνει με την ίδια την επιβίωση, με έναν αγώνα να μην συμπέσει το «άκεντρο κέντρο» με τη θολή περιφέρεια και, συνεπώς, να εξαφανιστούν και τα δύο. Σε τελευταία ανάλυση, ο αγώνας του χαμένου ανθρώπου είναι να επανεγκαταστήσει το περίγραμμα και το όριο του ορίζοντα και τα περιγράμματα των όντων στο εσωτερικό της επικράτειάς του ως πρόχειρων και σημαντικών.

Αν δεν υπάρχουν ζώα και άνθρωποι στον άσπρο ορίζοντα, αν δεν υπάρχουν σημάνσεις, υπάρχουνε ίχνη. Βρίσκονται σε μεγάλη αντίθεση με την απουσία ζωής – δηλώνουν μια παρελθούσα παρουσία με τον εμφαντικότερο τρόπο. Είναι τεράστια και πολύ ευανάγνωστα, όπως ο τάφος και το μνήμα που, κάποτε, το μέγεθός τους υποδεικνύει μια σημαντικότητα πιθανότατα δυσανάλογη με την ασημαντότητα του εκλιπόντος, τουλάχιστον για τους άγνωστους και παρευρισκόμενους τρίτους. Ακόμα και τα αποτυπώματα από τα πέλματα των πουλιών είναι ευδιάκριτα και μεγάλα, παρά τα μικροσκοπικά ποδαράκια που τα χάραξαν. Είναι μια ιδιότητα του χιονιού, όσο πέφτει από τον ουρανό, να σβήνει τα ίχνη του οδοιπόρου, λες και να μην επιτρέπει σημάδια του παρελθόντος και του παρόντος, υπονοώντας και την απουσία του μέλλοντος, και να τα διατηρεί ευδιάκριτα, όταν η χιονόπτωση σταματήσει και το πλάσμα έχει πια καταφύγει στη φωλιά ή στο σπίτι του – να δηλώνει ότι «εδώ ήταν» κάτι πολύ ιδιαίτερο. Μεγεθύνοντας τα σημεία της επαφής, υποθάλπει την πλάνη ότι στην περιοχή κατοικούν πλάσματα μεγαλόσωμα, πιθανότατα μεγαθήρια που για τον ενήμερο άνθρωπο εξαφανίστηκαν προ πολλού. Μεγαθήρια της εποχής, και μιας περιοχής, του παγετώνα που δεν υπήρχε ο άνθρωπος. Ίσως το χιόνι σ’ αυτή την άδεια και αχανή επικράτεια (όχι στην πόλη που ο άνθρωπος δια-σκεδάζεται μαζί του) να είναι ο τρόπος που η Φύση και ο Θεός μαρτυρούν στον αυτόπτη επόπτη του ίχνους και αυτήκοο ακροατή της σιωπής ότι δεν υφίστανται πλέον τα όντα της ιστορικής εποχής του. Αυτά είναι στο παρελθόν, παρόν είναι το Απώτερο Παρελθόν, το κάτι του ίχνους να σημαίνει το τίποτα και σύντομα θα είναι κι αυτός παρελθόν.

Από πού έρχονται και πού πηγαίνουν τα ίχνη; Ελάχιστα απασχολεί τον οποιοδήποτε αυτόπτη κι αυτήκοο μια τέτοια ερώτηση, πόσο μάλλον εκείνον την ώρα που η εκπνοή και το αίμα του βάφονται άσπρα. Απασχολεί μόνο τον κυνηγό που, όπως ο επιστήμονας, μετουσιώνει το θαυμαστό, και ίσως θαυμάσιο, σε ερώτημα προς αποκομιδή κάποιου οφέλους. Ο μάρτυρας που του κοινοποιήθηκε και αντικρίζει το τίποτα και το ομο-λογεί σιωπηλά στη γυναίκα-χιόνι μπροστά του, χαρίζοντάς της την παγωμένη ψυχή του, καταλαβαίνει ότι τα ίχνη που σβήνονται σύντομα από τη συνεχιζόμενη κάθοδο των νιφάδων σημαίνει πως η ζωή εδώ δεν συνεχίζεται, μονάχα η χιονόπτωση συνεχίζεται.

Γ.

Από το απόγεμα είχε βραδιάσει
Χιόνιζε
Και θα συνέχιζε να χιονίζει
Το μαυροπούλι καθόταν
Στις κλάρες του κέδρου17

Ήταν απόγευμα και η χιονόπτωση, που ερχόταν από την περιοχή της καλύβας του οργανοπαίχτη της γκάιντας, διέκοψε πρόωρα την πανήγυρη. Ο γκαΐντατζής ξεκίνησε για το σπίτι του, στην άκρη του δάσους, πολύ απογοητευμένος – με τα χρήματα που θα κέρδιζε θα αγόραζε ένα ζευγάρι μπότες, γιατί τα σάπια παπούτσια του, που με το ζόρι κρατιόνταν στα πόδια του, μάλλον μεγάλωναν παρά του μίκραιναν την αίσθηση του ξυπόλητου. Λίγη ώρα μετά, η χιονόπτωση πύκνωσε, τα πόδια του βούλιαζαν και οι τελευταίες ίνες των παπουτσιών του θαφτήκανε στη διαδρομή του. Ο άνθρωπος πάγωνε, τα πόδια του είχαν ξυλιάσει, και ύστερα, όταν το χιόνι έφτανε μέχρι τα γόνατα, ένιωσε ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει – όχι γιατί η αντίσταση του χιονιού ήταν μεγάλη, όχι γιατί πονούσαν τα πόδια του από την τόση πορεία, αλλά γιατί δεν είχε πια πόδια, ήταν τα ανύπαρκτα πόδια ενός ήδη νεκρού που η αυθάδεια της θέλησης για να ζήσει τον ωθούσε να συνεχίσει τον δρόμο του. Κάτω από ένα μεγάλο δέντρο, που είχε συγκεντρωθεί λιγότερο χιόνι, αποφάσισε να αναπαυτεί και να παραδώσει το πνεύμα του. Κάθισε στον κορμό και ασυναίσθητα άρχισε να καθαρίζει το χιόνι στα πόδια του. Ακούμπησε κάτι σκληρό!

Καθάρισε τελείως το χιόνι και… να ’σου μια γκάιντα! Παραξενεύτηκε με το εύρημα και συνέχισε να καθαρίζει το χιόνι και να πού αποκαλύφθηκε θαμμένος, και πρόσφατα πεθαμένος, ένας άλλος, συνάδελφός του γκαϊντατζής. Θα πέθαινε δίπλα του, αδελφοί και συνάδελφοι, αλλά, μεγάλη κατάπληξη, είδε ότι φόραγε κατακαινούργιες μπότες. Αμέσως σκέφτηκε πως ήταν δώρο Θεού, προσπάθησε να της βγάλει αλλά δεν τα κατάφερε, είχαν παγώσει μαζί με τα πόδια του πεθαμένου. Έβγαλε το μαχαίρι του και κατάφερε να τις ξεσκαλώσει, άσχετα αν κομμάτιασε και τα πόδια του άλλου. Τις φόρεσε, του έρχονταν γάντι! Παρά τη δραματική του κατάσταση, σηκώθηκε κι αποφάσισε να συνεχίσει για το σπίτι του, αν και οι πιθανότητες να φτάσει ήταν ελάχιστες. Και όμως τα κατάφερε! Το τεράστιο πεύκο στην πόρτα του φάνηκε στο σκοτάδι, και σε δύο λεπτά ξεμάγκωνε το σύρμα στην πόρτα του. Με όση δύναμη του απέμενε άναψε τη φωτιά και στάθηκε από πάνω της. Άρχισε να συνέρχεται και κατάλαβε ότι ξέφυγε από του Χάρου τα δόντια. Ξαπόσταινε πια στο κρεβάτι του, έτοιμος να κοιμηθεί στη ζεστασιά της κουβέρτας του, όταν άκουσε, αχνά κι από μακριά, μια θλιβερή μουσική. Νόμισε πως ήταν παραίσθηση απ’ τη μεγάλη δοκιμασία, αλλά όχι, σε λίγο ακούγονταν καθαρά. Ήταν μια γκάιντα που πλησίαζε. Πανικοβλήθηκε, σηκώθηκε και πήγε στην πόρτα. Η γκάιντα, πένθιμη, ακούγονταν δίπλα του, κάποιος είχε καθίσει στον κορμό του δέντρου του και παιάνιζε. Έτρεμε σύγκορμος και έσπρωξε τα λιγοστά έπιπλά του για κόντρα στην πόρτα του. Ο ήχος σταμάτησε κι αμέσως μετά κάποιος έκρουσε το σανίδι της. Δεν απάντησε, θα πέθαινε απ’ τον τρόμο του. Ό άγνωστος ξαναέκρουσε, και φυσικά δεν απάντησε. Τότε ακούστηκε μια ξεψυχισμένη φωνή: «Άνοιξε καλέ χριστιανέ, αδελφέ και συνάδελφε. Πεθαίνω, δεν έχω πια πόδια να με κρατήσουνε όρθιο.»18

Μια τυπική ερμηνεία εκδίκησης από το φάντασμα ενός βεβηλωμένου νεκρού είναι πολύ πιθανή – άλλωστε, υπονοούμενα, κάτι τέτοιο πρόκρινε ο αφηγητής (ο David Ambrose), στον βαθμό που είχε περιλάβει την ιστορία στην ενότητα «Ιστορίες για Φαντάσματα και Βρικόλακες». Αποτελεί πολύ διαδεδομένη πίστη ότι το φάντασμα του νεκρού εκδικείται τον ζωντανό (ή τους οικείους του ή σύνολη την κοινότητα), εφόσον βεβηλώθηκε η σωρός ή, έστω, παραβιάστηκαν ή παραμελήθηκαν οι νεκρώσιμες διαδικασίες με διάφορους τρόπους. Η απώλεια των ποδιών θα μπορούσε, από μια ψυχαναλυτική προ-οπτική, να εξεταστεί και ως απώλεια του πέους ή, γενικά, ως απώλεια της δύναμης, της αυτονομίας ως συνέπεια της απώλειας της όρθιας στάσης.19 Πιθανότατα, μια υπαρξιακή-φαινομενολογική προσέγγιση της ιστορίας του γκαϊντατζή να είναι επίσης δυνατή και συμπληρωματική των παραπάνω. Σε αυτήν την περίπτωση, ο γκαϊντατζής που επέστρεφε σπίτι να ήταν ο ήδη νεκρός αδελφός και συνάδελφος που ο «ψυχορραγών», σε μια τελευταία προσπάθεια στρουθοκαμηλισμού, απέφυγε να αναγνωρίσει. Το τέλος του πανηγυριού και η απομάκρυνσή του από την κοσμοσυρροή, τις μουσικές και τις δια-σκεδάσεις, ακολουθείται από την είσοδο σε έναν κόσμο απ-ουσίας, σιωπής, ομοιομορφίας, σε έναν κόσμου θανάτου, και η γκάιντα που σίγησε στην πανήγυρη είναι η ίδια γκάιντα που τον ανακοινώνει – άλλωστε, στις κελτικές παραδόσεις και πρακτικές, όπου ανήκει η ιστορία, η γκάιντα λαλεί σε πανηγύρια, σε γάμους και εξόδιες τελετές.20

Υποψιαζόμαστε, αλλά δεν γνωρίζουμε ακριβώς, το τέλος της ιστορίας. Ο άνθρωπος συνεχίζει να αντιστέκεται έως εσχάτων, να επιστρατεύει και τον τελευταίο, ελάχιστο, λόγο των πολυάριθμων που έχει να ζήσει. Ποτέ μην λες ποτέ, ισχυρίζεται, επικαλείται ιστορίες συνανθρώπων του που επέζησαν παρότι προ πολλού ξεγραμμένοι, παραδόσεις της εκκλησίας του που άγιοι επιβίωσαν μέσα στο κύτος και γαλήνεψαν τον λέοντα που θα τους κατασπάραζε στην αρένα. Ακούει, και υπακούει, το ένστικτο επιβίωσης, τη βούληση, το συμβολικό σύμπαν της εποχής του – αλλά, πολλές φορές, παραμείνει κουφός στη σιωπή του έτερου σύμπαντος, του Πραγματικού, το οποίο τον μόνο θόρυβο που επιτρέπει είναι τον εκκωφαντικό ήχο της πτώσης που, τελικά, δεν καταργεί αλλά βαθαίνει την προηγούμενη και την επόμενη σιωπή που θα ακολουθήσει. Ο άνθρωπος επιστρατεύει το οτιδήποτε για να επιμηκύνει τη διάρκεια της ζωής του, η ιατρική, σήμερα, και η προηγμένη τεχνολογία της είναι το ισχυρότερο μέσο σε αυτήν την κατεύθυνση, μόνο που η επιμήκυνση της ζωής είναι, ταυτόχρονα, η επιμήκυνση της πορείας προς τον θάνατο.21 Δεν προσέχει ούτε επιστρατεύει το παράδειγμα απλούστερων ή και απλούστατων, όντων που ήσυχα παραδίνονται, κι ύστερα πέφτουν, χωρίς ν’ αντιστέκονται και να παρατείνουν τη ζωή και την πορεία τους προς τον θάνατο. Το παράδειγμα του δέντρου στην καλύβα του γκαϊντατζή…

Χτες βράδυ, τα μεσάνυχτα, σαν πάψαν οι βοριάδες
Κι έπεσε γύρω σκοτεινιά και σωπασιά θανάτου
Πυκνό το χιόνι απλώθηκε στη στράτα μας, στη στέγη
Κι ο γεροπεύκος της αυλής με το κεφάλι ολάσπρο
Βαριόγειρε και ξαφνικά φριχτά τριζοβολώντας
Σωριάστηκε στα πόδια του και του ’φυγε η ψυχή του.22

Ο Robert Romanyshyn υποστηρίζει ότι η βαθιά, κατακλυσμική θλίψη του τον ωθούσε να παραδοθεί σε κάτι πολύ ισχυρότερο και από την ίδια την τάση να ζήσει και, πολύ περισσότερο, τον απέκοψε από τις μηχανιστικές ερμηνείες και τους μηχανισμούς δια-σκέδασης της εμπειρίας. (Είναι προφανές ότι δεν απορρίπτει μια τέτοια, σχεδόν αυτοματική αντίδραση καταφυγής σε μηχανιστικές ερμηνείες και διασκεδάσεις που, άλλωστε, έχουν να κάνουν με τους «πολυάριθμους λόγους» να συνεχίσει κανείς τη ζωή του, απλά σημειώνει τις συσκοτίσεις που συνεπάγονται.) Παράλληλα, υποστηρίζει ότι αυτή η εμπειρία, αναστέλλοντας μηχανισμούς και λόγους συνάφειας με τον άμεσο κόσμο των πρακτικών ενδιαφερόντων και δραστηριοτήτων, του παρείχε τη δυνατότητα αντίληψης, επανοικειοποίησης και επανασύνδεσης με ένα «βαθύτερο» στρώμα της ύπαρξης του εαυτού και του κόσμου που είχε απολεσθεί προ καιρού. Αυτό το στρώμα του εαυτού και του κόσμου ίσως να μπορούσε να περιγραφεί από μία «φαινομενολογία του βάθους», δηλαδή από μια περιγραφή της εκ-στατικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης που αφ-ορά απο-καλύψεις συγγενειών και έλξεων, ακόμα και με/προς άψυχα και μη έμβια πράγματα και, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, προς τον ίδιο τον θάνατο ως τον έσχατο ορίζοντα του άψυχου, του μη έμβιου, της σιωπής, της ακινησίας και της ομοιομορφίας. Πέραν των συγκεκριμένων περιγραφών της συνάφειας που του απο-καλύπτει η βαθιά του θλίψη με τον κόσμο των έμβιων όντων, ας πούμε με έναν πίθηκο στο κλουβί, ο οποίος πίθηκος τον κοιτάζει σχεδόν δακρυσμένος, ή του πρωινού κελαηδίσματος ενός πουλιού, κελάηδισμα που και αυτό προσκαλεί τον ήλιο να ανατείλει, αναφέρεται στη σκόνη που ο καταθλιπτικός αδυνατεί να σκουπίσει από το πάτωμα ή από τα έπιπλά του – αυτή η σκόνη απο-καλύπτεται ως προϊόν της εκπνοής της γης και των πραγμάτων του σπιτιού, ακόμα και της εκπνοής των άστρων, ένα είδος αστρικής σκόνης που της δίνεται η πιθανότητα να φιλοξενηθεί για μεγαλύτερο χρόνο στο σπίτι του αδύναμου να πραγματώσει αμέσως την κοινωνική επιταγή να έχει καθαρό σπίτι ανά πάσα στιγμή. Αναφέρεται επίσης στην απο-κάλυψη του νοήματος ενός ακίνητου βράχου, στην υπομονή και το ρίζωμά του στο χώμα, στις δυνατότητες που, ως στερεός και σίγουρος στην ακινησία του, παρέχει σε μικροσκοπικά, μέχρι και αόρατα για το ανθρώπινο μάτι, όντα να κατασκηνώνουν και να κινούνται στη βάση και στις ρυτίδες του που χάραξαν ο καιρός και ο χρόνος. Από αυτήν την άποψη το «προσωπικό» και το συμπαντικό συμπλέκονται και μετέχουν το ένα στο άλλο σε ένα βαθύ και, εν πολλοίς, ανεξήγητο στρώμα, προσιτό, αν μας επιτρέπεται η αυθαιρεσία, σε μια φαινομενολογία και σε μια βιωματική οικολογία του βάθους.

Αν και ακραία, και κάποτε, σχεδόν φαταλιστική, μια τέτοια δυνατότητα δεν παύει να μας φαίνεται ισχυρή και πολύ πραγματική, τουλάχιστον όσον αφορά τα συμβαίνοντα και παρατηρούμενα στις παρυφές του κόσμου της πεζής καθημερινότητας, μακριά από την ιμπεριαλιστική διείσδυση του ορθού λόγου και του οπλοστασίου εξηγήσεων που κουβαλάει μαζί του. Αντί επανάληψης, με άλλα λόγια, της ίδιας προσέγγισης των πραγμάτων, παραθέτουμε ένα τελευταίο παράδειγμα.

Ο χιονιάς ήταν απίστευτος εκείνη την εποχή. Κανείς δεν θυμόταν τέτοιο κακό τα χρόνια που πέρασαν, και δεν φανταζόταν μελλοντική επανάληψη, όταν, αρχές Μαρτίου, λιώσανε κάπως οι περισσότεροι πάγοι κι ο ήλιος, τουλάχιστον την ημέρα, έκανε υποφερτή τη ζωή στο χωριό. Οι πελαργοί εμφανίστηκαν και κατασκήνωσαν στις φωλιές που είχαν στηθεί στις κορυφές των στύλων. Ακόμα και τα πουλιά ξεγελάστηκαν. Μετά λίγες μέρες, το χιόνι ενέσκηψε πάλι, χειρότερο και πιο φονικό. Τα πουλιά την ημέρα τα καταφέρνανε: πετούσαν και ζεσταινόντουσαν με την πτήση και τη λίγη τροφή που συνέλεγαν. Όμως, το βράδυ ακούγονταν γδούποι – οι άσπροι πελαργοί πέφτανε ήδη νεκροί από το ύψος του στύλου και το πρωί τους έβλεπες μισοχωμένους στο χιόνι. Θύματα του χιονιά, ίσως κοινωνοί του άσπρου θανάτου, του άσπρου αίματος, διαφορετικά, ίσως και αναγκαστικά, συμπληρωματικού της Θείας Κοινωνίας κοινωνοί του Μηδενός. Πέφτανε ήρεμα, αφού είχαν γαλήνια παραδοθεί, όπως υποκλίνονται οι πιστοί στον Θεό τους, στο κενό και το τίποτα.23 Στα ιαπωνικά χρησιμοποιείται το ιδεόγραμμα 降 雪 (ανάγνωση: こうせつkοu-setsu) για να περιγράψει τη χιονόπτωση. Το ίδιο ιδεόγραμμα περικλείει την έκφραση της παράδοσης, του παραδίνομαι, του αφήνομαι και του πέφτω (ιδεόγραμμα: 降 -ανάγνωση: Kοu surrender, descend, fall).

Κανείς δεν αμφιβάλει ότι τα πουλιά, πριν από τον θάνατο και την πτώση τους, υποφέρανε – ίσως όχι τις τελευταίες στιγμές τους που πιθανόν να υπήρχαν, όπως ο οργανοπαίχτης της γκάιντας που δεν ένιωθε πλέον τα πόδια του. Το πλησίασμα και ο εναγκαλισμός του θανάτου μπορεί να είναι επώδυνα, η παράδοση στον εναγκαλισμό, η κοινωνία μαζί του, ποτέ. «Κύριε, αξίωσέ με να καταλάβω ότι είσαι εσύ που διανοίγεις τις ίνες του είναι μου, που σπαράζει από τον πόνο, για να αγγίξεις το μεδούλι της ύπαρξής μου… το να λάβω τη Θεία Κοινωνία όταν πεθαίνω δεν φτάνει: μάθε μου να κοινωνήσω τον ίδιο τον θάνατο».24

Αντί επιλόγου, μία εικασία και μια ομολογία προσωπικής εμμονής.

Για την ερμηνεία των συμπτωμάτων της ασθενούς του Ver Eckee, o θεράπων ασφαλώς έχει τον κυρίαρχο λόγο – εκείνος τη συναντούσε ένσαρκη, γνώριζε λεπτομέρειες για τη ζωή της, από τις αντιδράσεις, τους συνειρμούς, τη σωματική της απαντητικότητα και την εξέλιξη του συμπτώματος έκρινε την εγκυρότητα των παρεμβάσεών του κ.ο.κ.. Οποιαδήποτε ερμηνεία ενός τρίτου, ο οποίος δεν γνωρίζει τα παραπάνω, χωρίς να είναι παράνομη, θα έμοιαζε περισσότερο με «λογοτεχνική κριτική» ενός κειμένου και λιγότερο με συμβολή στην κατανόηση της ασθενούς. Παρόλα αυτά, και δεδομένων των προβλημάτων της παρουσίασης μιας ψυχαναλυτικής περίπτωσης στο κοινό (προβλήματα που έχουν να κάνουν με την επιλογή στοιχείων που παρουσιάζονται ώστε να ενισχύεται το συμπέρασμα, την αποσιώπηση εναλλακτικών κατανοήσεων που αναδύθηκαν στη διάρκεια της θεραπείας, τη – ρητή ή άρρητη – προσφυγή στην αυθεντία των θεμελιωτών και στα ιερά γραπτά τους ώστε να επικυρώνονται οι επιλογές ερμηνείας, η μέθοδος κ.λπ.)25, ίσως κάποιος να μπορούσε να αποτολμούσε μιαν εικασία στο πνεύμα των όσων προηγήθηκαν, χωρίς να αμφισβητεί την πρωτοκαθεδρία της προσέγγισης του θεράποντα. Έτσι, θα μπορούσε να προτείνει ότι στα «οντικά» δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης (δηλαδή στα συγκεκριμένα γεγονότα της βιογραφίας της) υπολανθάνει ένα «οντολογικό συμπεριλαμβανόμενο»,26 με την έννοια ότι η ασθενής, με αφορμή τη συγκεκριμένη περίσταση στην παιδική της ηλικία, καθίσταται ιδιαίτερα ευαίσθητη στον θάνατο γενικά, όπως αυτός ανακοινώνεται με το λευκό, τη σιωπή και την ακινησία που της επιβάλλεται. Ότι η ασθενής αποκτά μια βαθιά κατανόηση του τι σημαίνει το ταυτόχρονο του άσπρου, της σιωπής και της ακινησίας – σημαίνει τον βουβό, άδειο και παγωμένο τόπο που σκεπάζει ήδη νεκρούς και από τον οποίον η μορφή που αναδύεται δεν παραπέμπει, αναγκαστικά, και μόνο σε σεξουαλικές ή επιθετικές προκλήσεις αλλά και στη γυναίκα-χιόνι με την άσπρη κιλότα, από την οποία δεν μπορεί να αποστρέψει το βλέμμα και να αποφύγει την ανάσα-οσμή που εκπνέει.

Όπως προαναφέρθηκε, η συζήτησή μας θα βασιζόταν, σε μεγάλο βαθμό, σε προσωπικές εμπειρίες, αναμνήσεις αλλά και «εμμονές». Μια τέτοια «εμμονή» ήταν το απόσπασμα του ποιήματος του Ρήγα Γκόλφη «Η Ψυχή του Πεύκου». Οι γυμνασιακές σπουδές του συγγραφέα, αν δεν ήταν σκέτη δοκιμασία, ήταν δυσάρεστες κι έτσι, με το πέρας τους, διέγραψε άμεσα τα σχετικά με την κακή του εξαετία. Απέμειναν ελάχιστες αναμνήσεις, μετρημένες στα δάκτυλα του ενός χεριού και μεταξύ αυτών το ποίημα για τον θάνατο του πεύκου, που επαναλάμβανε, μεγαλόφωνα και αυτολεξεί από καιρό σε καιρό. Έπειτα από κοπιώδεις προσπάθειες, ανακάλυψε ότι περιεχόταν στα Νεοελληνικά Αναγνώσματα της Γ΄ Γυμνασίου των Γ. Καλαματιανού, Θ. Μακρόπουλου και Ν. Κοντόπουλου (οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 12ηεκδ., 1974). Μια εμμονή 45 χρόνων και ένα χρέος διευκρίνισης μιας υποψίας που διαλάνθανε από τότε – χωρίς να αποκλείεται, βέβαια, να της προσδόθηκε αναδρομική σημασία, όπως συμβαίνει συχνά με τις εμμονές.

1 Πρόκειται για το τέλος του μικρού διηγήματος. Από μεγάλο μέρος της κριτικής, θεωρείται μια «ψυχωτική εμπειρία» μετά από κάποιο είδος προηγούμενης, «αυτιστικής» αναδίπλωσης. Προφανώς, μια τέτοια κρίση είναι άσχετη από φαινομενολογική προ-οπτική που ενδιαφέρεται ακόμη και για ακραίες, ειδικές και μερικές εμπειρίες, οι οποίες μπορούν να από-καλύψουν πτυχές ενός φαινομένου συσκοτισμένες από μια «φυσιολογική» διαθεσιμότητα. Επίσης, εικάζεται ότι το κέλευσμα του χιονιού είναι η κλήση του θανάτου να του παραδοθεί γαλήνια ο μικρός πρωταγωνιστής.

2 Wilfried Ver Eecke, Paternal Metaphor in Lacan and Phenomenology. (Προσθήκη στην εισήγηση) Στο: The Sixth Annual Symposium of Simon Silverman Phenomenology Center. Duquesne University, Pittsburgh, 1988.

3 Edgerton, S. Y. Jr., The Renaissance Rediscovery of Linear Perspective. Harper & Row, New York, 1976.

4 Robert Romanyshyn, The Soul in Grief. North Atlantic Books, Berkeley, 1999.

5 Ο Jesse G. Swan, συζητώντας το διήγημα του Conrad Aiken, σημειώνει τη δυνατότητα του «σπόρου» να αναγεννηθεί, θέτοντας κάποιους περιορισμούς σε μιαν αποκλειστικά «απαισιόδοξη» προσέγγιση. (At the Edge of Sound and Silence, στο: The Southern Library Journal, vol. 22, no 1, 1989.) Ο ίδιος ο Robert Romanyshyn υπονοεί κάτι παρόμοιο όταν υποστηρίζει ότι μια ακραία, δραματική εμπειρία κάνει, αργότερα, δυνατή μια σύνδεση με «βαθύτερα στρώματα του Είναι» (βλ. τη Γ΄ ενότητα του κειμένου μας). Προφανώς είναι έτσι αλλά εδώ δεν μας απασχολεί αυτή η μετέπειτα δυνατότητα. Μια τέτοια συζήτηση, δηλαδή η περίπτωση μιας ριζικά διαφορετικής ανα-γέννησης μετά τον θάνατο, η υποχρεωτικότητα του θανάτου για την Ανάσταση, η εμφάνιση στο εφεξής μιας πλέον «πνευματικής ύπαρξης» κ.λπ. είναι πέρα από τα όρια της παρούσας ανάπτυξης, η οποία «φτάνει» λίγο πριν και μέχρι τον θάνατο.

6 Jean Baudrillard, Cool Memories 1980-1985, Verso, New York, 1990.

7 Η εμπειρία του λευκού, του καθαρού και φωτεινού, έχει ιδιαίτερη αξία, τουλάχιστον για τον Δυτικό, «λευκό» άνθρωπο, όπως διαφαίνεται από τις μεταφορές της γλώσσας που μιλάει μέχρι το χρώμα που προκρίνει για τη βαφή των σπιτιών του, τα ενδύματα των αγγέλων του κ.λπ. Χωρίς να μπορούμε να γενικεύσουμε, μια ένδειξη προς την αντίθετη κατεύθυνση αποτελούν οι περιγραφές του Τζουνιτσίρο Τανιζάκι στο Εγκώμιο της Σκιάς, Άγρα, Αθήνα, 1992.

8 Wallace Stevens, «Thirteen Ways of Looking at a Blackbird». Στο: Stevens Wallace, Poems. Vintage Books, New York, 1959. (Πρώτη στροφή, δική μας, ελεύθερη απόδοση.)

9 Αυτός ο ισχυρισμός μας μπορεί να συναρτηθεί με το απόσπασμα του διηγήματος που παρατίθεται στην προμετωπίδα και τη σημείωση Νο. 1.

10 Mark Lawrence, The Prince of the Fools, Penguin, London, 2015.

11 «…εκεί οι βροχές και τα χιόνια έμοιαζαν με άσπρο αίμα και μαύρο πύον.» Μάνος Ελευθερίου, Ο Καιρός των Χρυσανθέμων, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2004 (σελ. 332). Σε αυτό το σημαντικό βιβλίο, η πολύ συχνή εμφάνιση του χιονιού παραπέμπει μόνο στον θάνατο και ποτέ σε κάποιου είδους δια-σκέδαση και τα συναφή. Έτσι, «… ακούστηκαν σάλπιγγες, στο θάλαμο άρχισε να πέφτει χιόνι» σελ. 319, «Έξω πάλι χιόνιζε. Ένας κάτασπρος, ύπουλος και ανεπαίσθητος θάνατος», σελ. 338. «Ας παιανίσει επί τω θανάτω του η στρατιωτική μουσική …Έξω πάλι χιόνιζε», σελ. 355. (Για το σάλπισμα του πνευστού και τον θάνατο, βλ. και την ιστορία του οργανοπαίχτη της γκάιντας, στη συνέχεια.) Ο φίλος μου, Θάνος Παπαγεωργίου, μου γνώρισε το τραγούδι του Αντώνη Ρεπάνη: Το Χιόνι (1961) – αν και σε διαφορετική προ-οπτική, ο κύριος στίχος είναι εντυπωσιακός («… όταν πεθαίνω θέλω να χιονίζει»). Επίσης, ενδιαφέρουσες είναι οι συγκλίσεις – το χιόνι, στο τέλος του διηγήματος του Aiken, πέφτει μέσα στο δωμάτιο που καλείται να κοιμηθεί ο ήρωας, πέφτει μέσα στο θάλαμο του νοσοκομείου, στο μυθιστόρημα του Ελευθερίου, η σιγή του πεθαμένου αντηχεί τη σιγή του χιονιού, το χρώμα του ενός το χρώμα του άλλου κ.λπ.

12 Χρήστος Γιανναράς, Σχεδίασμα Εισαγωγής Στη Φιλοσοφία. Ίκαρος, Αθήνα, 2013 (σελ. 351).

13 Σύμφωνα με τον Eric Gary Anderson («Environed Blood: ecology and violence in The Sound and the Fury and Sanctuary», στο: Faulkner and the Ecology of South, University Press of Mississippi, Jackson, 2005), αυτή είναι μια υπόρρητη έννοια του αίματος στον Φώκνερ, μεγάλο συγγραφέα του Νότου των Η.Π.Α., παρά το ότι, σε πρώτο πλάνο, φαίνεται να επικεντρώνει σε θέματα αιμομιξίας και φυλετικής καθαρότητας, θέματα προσιτά σε μια ψυχαναλυτική προσέγγιση. Ειδικά για τον καιρό: «Ο Πατέρας έλεγε ότι ο Άνθρωπος είναι το σύνολο της κλιματικής του πείρας» [Η Βουή και το Πάθος, Εξάντας, Αθήνα, 19980, σελ.. 117 («… climatic experience» – πιθανόν, και «κλιματικού βιώματος»).] Για την απονέκρωση και τις αποτρόπαιες πράξεις βλ. την ιστορία του οργανοπαίχτη της γκάιντας, αμέσως στη συνέχεια.

14 Η Ρόζα Κόλντφιλντ, στις πρώτες σελίδες του Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ (Οδυσσέας, Αθήνα, 1980), λέει ότι είναι ένας τόπος προορισμένος να κυοφορεί και να γεννά το μοιραίο και καταραμένος να το ολοκληρώνει.

15 «Το πρόσωπό της ήταν λευκό και όμορφο. Λευκό το φόρεμά της. Λευκά τα μαλλιά της, λες και είχαν ποτιστεί από το χιόνι. Η αναπνοή φαινόταν πεντακάθαρα να εκπνέεται από τα ανοιγμένα, πεθαμένα της χείλη – ήταν σαν άσπρος καπνός… “Αντίο”, τσίριξε, ήχος οξύς, παγερός όπως ο διαξιφιστικός χειμωνιάτικος άνεμος. Η μορφή της γινόταν όλο και πιο ακαθόριστη, μια αχνή σφαίρα χιονιού ή ατμός άσπρου σύννεφου.» (Περιγραφή της yuki-onna από ιαπωνικό παραμύθι.)

16 John Schofield, Landscape with Snow. Landscapes, 10-2, 2009.

17 Wallace Stevens, Thirteen Ways (βλ υποσημείωση 8) (13η και τελευταία στροφή).

18 Ο David Ambrose αφηγήθηκε την ιστορία του γκαϊντατζή στο 1ο Φεστιβάλ Αφήγησης και Τεχνών του Προφορικού Λόγου, το οποίο έλαβε χώρα στην Κοζάνη το 2009. Με την άδεια του Στ. Πελασγού, καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ, πρόσθεσα, αυθαίρετα, το δέντρο στην αυλή της καλύβας του γκαϊντατζή. Ο κ. Πελασγός με πληροφόρησε ότι οι ιστορίες είναι «ρευστές» (για τούτο και σπάνια καταγράφονται) και ότι ο αφηγητής μπορεί να προσθέσει, να αφαιρέσει ή να τροποποιήσει κάτι ανάλογα με το κοινό των ακροατών, τον τόπο, τον χρόνο, τις γενικότερες προθέσεις του ή τις προσδοκίες του ακροατηρίου κ.λπ.

19 Δεν μπορούμε να συζητήσουμε με λεπτομέρεια μια τέτοια προ-οπτική. Ένα παράδειγμα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η αναφορά της γλύπτριας Λουίζ Μπουρζουά, της οποίας η αγγλίδα τροφός ήταν ερωμένη του πατέρα της, ενώ η μητέρα της υπέφερε χωρίς να αντιδρά. Στο πρώτο της εικονογραφημένο βιβλίο («Παιδική Κακοποίηση») αναφέρει: «Με το ψωμί και το σάλιο μου έκανα μια φιγούρα του πατέρα μου. Μετά, με το μαχαίρι, του έκοψα τα πόδια. Αυτό, νομίζω, ήταν το πρώτο γλυπτό μου». Από μια φαινομενολογική προ-οπτική, η απώλεια της όρθιας στάσης, πέρα από τον περιορισμό της αυτονομίας, παραπέμπει, σε έσχατες περιπτώσεις, στον θάνατο – ο νεκρός έχει αναγκαστικά απολέσει την όρθια στάση. Erwin Straus, «The Upright Posture». Psychiatric Quarterly, 26, 1952. Για μια «διορθωτική» προσέγγιση: Thomas Abrams, «Is Everybody Upright? Erwin Straus’ “The Upright Posture” and Disabled Phenomenology». Human Affairs, 24, 2014.

20 Γενικά, αναφέρονται πολλές περιπτώσεις όπου η επικείμενη «εξέλιξη» προς τον θάνατο ανακοινώνεται με κάποιου είδους «σαλπίσματος» πνευστού οργάνου. Βλ. Ιωάννη Δαμασκηνού, Βαρλαάμ και Ιωάσααφ, Μάνος Ελευθερίου, Ο Καιρός των Χρυσανθέμων κ.ά.

21 Ο Γιώργος Ξηροπαϊδης προέβη σε αυτή την επισήμανση (σε σεμινάριο της Ελληνικής Εταιρείας Φαινομενολογικής-Υπαρξιακής Ανάλυσης και Ψυχοθεραπείας για τις σκέψεις του Gadamer σχετικά με την ιατρική).

22 Σχετικά, στο τέλος του κειμένου.

23 Αυτό το πραγματικό γεγονός συνέβη στη διάρκεια της θητείας μου ως αγροτικός γιατρός στην κοινότητα της Κερκίνης Σερρών , κατά την πρωτοφανή σε ένταση και διάρκεια κακοκαιρία του 1987.

24 Pierre Teillard de Chardin, Hymn to Universe. Harper & Row, New York, 1961.

25 Donald P. Spence, The Freudian metaphor: Toward paradigm change in psychoanalysis. W.W. Norton & Company, New York, 1987. Εννοείται ότι τα παραπάνω δεν αφορούν μόνον την ψυχανάλυση.

26 Για τις έννοιες του «οντικού» και «οντολογικού συμπεριλαμβανόμενου», που βασίζονται στις αναλύσεις του Μ. Χάιντεγκερ, δες, Alice HolzheyKunz, Dasein-ανάλυση, Ευρασία, Αθήνα, 2018.