του Ιωάννη Νικολή
Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ, Ψυχίατρος,
Ομαδικός Αναλυτής, μέλος της GASI (Group Analytic Society International)
σύναψις 64 [2022 – τόμος 18]
Μετάφραση: Παναγιώτης Τριτσιμπίδας, Λία Ψημάδα.
Επιστημονική επιμέλεια: Θεοδώρα Σκαλή, Κωνσταντίνος Μωρόγιαννης.
Ελληνικό Δίκτυο Ομαδικών Αναλυτών & Εκδόσεις Τόπος. Αθήνα 2021, σελ. 280
Οι ψυχοθεραπευτές σ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αλλά και του 21ου αιώνα δεν είχαν ιδιαίτερες σχέσεις με τη βιολογία και τις νευροφυσιολογικές διεργασίες στο νευρικό σύστημα. Αν και ο ιδρυτής της Ψυχανάλυσης ξεκίνησε από τη Νευρολογία και υπάρχουν πολλαπλές αναφορές του στο βιολογικό υπόβαθρο των ψυχικών διεργασιών, εντούτοις σπάνια οι ψυχαναλυτές και γενικότερα οι ψυχοθεραπευτές ασχολήθηκαν με θέματα Νευροβιολογίας.
Η Ψυχοθεραπεία και η Νευροβιολογία φαίνεται να έχουν πορευθεί σε ασύμπτωτους δρόμους για πολλές δεκαετίες. Συχνά μια αμοιβαία καχυποψία για το «τι λένε τώρα αυτοί;» υπέβοσκε στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο σχετικών συζητήσεων. Γεγονός μάλλον αναμενόμενο καθώς, αν ο εγκέφαλος θεωρηθεί το κέντρο των ψυχικών διεργασιών, δεν είναι δυνατόν να εντοπίσουμε σε κάποιες περιοχές του το «Εγώ» ή το «Εκείνο» ή τα «Απωθημένα». Κατά την έννοια αυτή, οι μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ όσων ήταν προσανατολισμένοι στην αναζήτηση παθοφυσιολογικών διεργασιών, τρόπων συνδέσεων μεταξύ των νευρώνων, στον εντοπισμό περιοχών στον εγκέφαλο με εξειδικευμένες λειτουργίες ήταν πάντα μακριά απ’ όσους μιλούσαν για ψυχικά τραύματα (πού άραγε καταγράφονται αυτά και πώς;), απωθήσεις, αρνήσεις ή εξιδανικεύσεις (ως αμυντικών μηχανισμών).*
Τις τελευταίες δεκαετίες όμως τα πράγματα αλλάζουν. Ήδη συντελείται μια κοσμογονία τομών, ανακαλύψεων και θεωρητικών συνεισφορών για την επίδραση της Ψυχοθεραπείας στο νευροφυσιολογικό υπόστρωμα της ανθρώπινης ύπαρξης, τον εγκέφαλο δηλαδή και το νευρικό σύστημα γενικότερα. Και οι συνεισφορές-ανακαλύψεις είναι συγκλονιστικές.
Το νέο βιβλίο υπό τον τίτλο «Διαπροσωπική Νευροβιολογία και Ομαδική Ψυχοθεραπεία των Susan P. Gant και Bonnie Badenoch με επιμελητές έκδοσης στα ελληνικά τη Δώρα Σκαλή και τον Κωνσταντίνο Μωρόγιαννη είναι μια εξαιρετική συμβολή στον τομέα Νευροεπιστήμες και Ψυχοθεραπεία.
Το βιβλίο περιλαμβάνει εννέα (9) κεφάλαια για τα οποία δεν μπορεί να γίνει εκτενής περιγραφή στο πλαίσιο μιας βιβλιοκριτικής. Κατωτέρω θα περιγραφούν μερικές από τις σημαντικότερες αναφορές-συνεισφορές του βιβλίου.
Κατ’ αρχήν η μεγάλη (και τυχαία) ανακάλυψη των κατοπτρικών νευρώνων. Οι κατοπτρικοί νευρώνες είναι οι νευρώνες που διεγείρονται κατά την εκτέλεση «πράξεων»ενεργειών που πραγματοποιούνται είτε από μας είτε από άλλους. Είναι δηλαδή οι νευρώνες διά των οποίων γινόμαστε όπως οι γύρω μας αλλά και διά των οποίων οι γύρω μας γίνονται όπως εμείς, γεγονός που θέτει «… σε αμφισβήτηση την υπόθεση ότι ο νους του καθενός λειτουργεί σε σχετική απομόνωση».
Κατά πάσα πιθανότητα οι κατοπτρικοί νευρώνες σχετίζονται στενά και παίζουν κομβικό ρόλο στα φαινόμενα κατοπτρισμού (mirroring phenomena) στην ομαδική αναλυτική ψυχοθεραπεία αλλά και μεταφοράς των άδηλων μηνυμάτων από το περιβάλλον προς τα αναπτυσσόμενα παιδιά. Με αυτή την έννοια τα δεδομένα της σύγχρονης Νευροβιολογίας φαίνεται να ευθυγραμμίζονται με τις απόψεις του Bowlby για τη σημασία και το είδος των «δεσμών» μεταξύ βρέφους και φροντιστών. Ευθυγραμμίζονται και με τις πρώιμες απόψεις του Foulkes αλλά και νεώτερων ομαδικών αναλυτών περί του κοινωνικού ασυνειδήτου. Ταυτόχρονα μας «απομακρύνουν» από τα γνωστά στάδια ανάπτυξης που θεωρούνται σχεδόν αδιαμφισβήτητα ακόμη και στις μέρες μας.
Η «εναρμόνησή» μας με τους άλλους, διά των κατοπτρικών νευρώνων θέτει ακόμη σε αμφισβήτηση ότι ο νους του καθενός μας λειτουργεί σε σχετική απομόνωση. Τα πρόσωπα λειτουργούν ως συναισθηματικοί καθρέφτες που αντανακλούν το κοινωνικό περιβάλλον που μας διαμορφώνει και μας εναρμονίζει με τους άλλους. Η ταύτιση με τους άλλους και η αναγνώρισή τους είναι οι πρόγονοι του λόγου, της επίγνωσης και του πολιτισμού και όχι το αντίστροφο.
Η κοινωνική και συνεργατική συμπεριφορά, διά της λειτουργίας των κατοπτρικών νευρώνων, είναι εγγενής συνιστώσα της φύσης μας με τεράστια σημασία στην εξέλιξη και την επιβίωσή μας. Διά των κατοπτρικών νευρώνων, κατά πάσα πιθανότητα, η μητέρα αποκτά επίγνωση της νοητικής και συναισθηματικής κατάστασης του βρέφους. Και φυσικά μέσω της λειτουργίας των κατοπτρικών νευρώνων στο αναπτυσσόμενο βρέφος προκύπτει η σταδιακή και μεγαλειώδης μεταμόρφωσή του σε άνθρωπο…
Κατ’ αντιστοιχία η ψυχοθεραπευτική ομάδα διά των πολλαπλών καθρεφτισμάτων της δρα ως μητέρα που κατανοεί τα παιδιά της και τους προσφέρει ποικίλα αναπτυξιακά-θεραπευτικά ερεθίσματα. Είναι δηλαδή ο πλούτος των ερεθισμάτων και γενικώς των μηνυμάτων διά των οποίων ο θεραπευόμενος εξελίσσεται-θεραπεύεται. Φυσικά όχι προς μια «υπαγορευμένη» κατεύθυνση αλλά προς ότι ο ίδιος «επιλέγει» από τον «πλούτο» των προτύπων, συμπεριφορών και αντιλήψεων που εμπεριέχονται σε μια θεραπευτική ομάδα.
Τέλος, κατά τον Victor L. Schermer (συγγραφέα του Κεφαλαίου ΙΙ για τους «Κατοπτρικούς νευρώνες»), πολλές ψυχικές διαταραχές, όπως ο αυτισμός, η κατάθλιψη ή οι διαταραχές προσωπικότητας, μπορεί να σχετίζονται με την σχετική έλλειψη ή τη μη επαρκή λειτουργία των νευρώνων αυτών. Οι θεραπευτικές προκλήσεις που συνεπάγονται αυτές οι διαπιστώσεις είναι τεράστιες…
Μια δεύτερη ανακάλυψη με τεράστια σημασία, στην οποία αναφέρεται στο βιβλίο, αφορά τη μεταβολή των νευρωνικών συνδέσεων αλλά και της συνολικής λειτουργίας του κεντρικού νευρικού συστήματος διά των εμπειριών στις οποίες «εμπλεκόμαστε». Εδώ και πάλι έχουμε «σύνδεση» της Θεωρίας του Δεσμού (Bowlby) με τις έννοιες της Νευροβιολογίας αλλά και την ομαδική ψυχοθεραπεία, ως ενός χώρου που προσφέρει πολλαπλές ευκαιρίες για «νέους» ασφαλείς και δημιουργικούς δεσμούς… Αλλά και τη σύνδεση του τύπου του δεσμού με την άδηλη διαδικαστική μνήμη και την αξία του βιώματος έναντι της κατανόησης. Είναι όλα αυτά τα οποία αρχίζουν να «αποκαλύπτονται» ως απολύτως σημαντικά για ότι κι αν είμαστε ως προσωπικότητες.
Οι Schore (2003) και Siegel (1999), τα ευρήματα των οποίων σχολιάζονται στο βιβλίο, υποστηρίζουν ότι οι μεταβολές στις εξωτερικές διαπροσωπικές αλληλεπιδράσεις καταγράφονται ως ταυτόχρονες αλλαγές στη Νευροφυσιολογία και τη συναισθηματική κατάσταση του ατόμου. Η πληροφορία όμως δεν εντοπίζεται σε μεμονωμένους νευρώνες ή μοναχικές συνάψεις. Αντιθέτως, η πληροφορία βρίσκεται στους τρόπους διέγερσης και στα δίκτυα διέγερσης, λαμβανομένου υπ’ όψιν, ότι, οι ίδιοι νευρώνες μπορούν να συμμετέχουν σε διαφορετικά δίκτυα και να χρησιμοποιούνται με διαφορετικούς τρόπους. Αλλά και η νευρογένεση (μια άλλη νέα διαπίστωση αντίθετη με τη μέχρι τώρα βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει δημιουργία νέων νευρώνων στον ενήλικο εγκέφαλο), η σταθερή νευροφυσιολογική ομοιόσταση και η εγκεφαλική πλαστικότητα, ενισχύονται από ορισμένες εμπειρίες και από περιβάλλοντα εμπλουτισμένα κατά τον βέλτιστο εκάστοτε τρόπο.
Το βιβλίο υποστηρίζει ότι όλα τα παραπάνω αποτελούν μια επιβεβαίωση για τις πρακτικές της ομαδικής ψυχοθεραπείας. Μια επιβεβαίωση των θεραπευτικών πρακτικών που ασκεί η ομαδική ψυχοθεραπεία, ως δόκιμων και αποτελεσματικών, και όχι διαπίστωση της «ανάγκης» για νέες θεραπευτικές πρακτικές, τονίζουν κατά λέξη οι συγγραφείς.
Στα άλλα κεφάλαια, που αναφέρονται στην εκπαίδευση των θεραπευτών στη συστημοκεντρική ομαδική ψυχοθεραπεία και όχι μόνο, στην θεραπεία ζευγαριών αλλά και στην ψυχοθεραπεία εφήβων, κινούνται στην ίδια γραμμή κατεύθυνσης. Ότι δηλαδή το βίωμα, οι σχέσεις, η βέλτιστη ενεργοποίηση του νευρικού συστήματος σε κλίμα εμπιστοσύνης είναι η βάση για τη θεραπεία και την προσωπική ανάπτυξη.
Το κεφάλαιο VIII είναι το τελευταίο στο οποίο θα αναφερθεί η σύντομη αυτή βιβλιοκριτική. Αναφέρεται στην «πείνα και τη λαχτάρα» για συναισθηματική επαφή, για σχέσεις, για φροντίδα και αναζήτηση ικανοποίησης στην καθημερινότητά μας. Εδώ οι συγγραφείς του κεφαλαίου (Gloria Batkin Kahn & Darryl B. Feldman) αναφέρονται στο ότι οι ικανοποιήσεις που αναζητάμε πολλές φορές περνούν μέσα από συγκρούσεις και απορυθμίσεις. Η ικανοποίηση μάλιστα των αναγκών και η ισορροπία που προκύπτει δεν σημαίνει ότι θα παραμείνει διαρκώς. Αντιθέτως η ικανοποίηση των αναγκών σημαίνει πως, έπειτα από μια περίοδο ισορροπίας, οι ανάγκες θα επανέλθουν με τη δική τους δριμύτητα διεκδικώντας νέες ρυθμίσεις και ισορροπίες.
Ασφαλώς βρισκόμαστε στην αρχή μιας ακόμη συναρπαστικής διαδρομής των Νευροεπιστημών εν σχέσει με την ομαδική ψυχοθεραπεία, στην οποία μας εισάγει, με ιδιαίτερα πειστικό τρόπο, το υπό συζήτηση βιβλίο.
* Εξαίρεση αποτελούν οι ψυχοθεραπευτές που ασχολήθηκαν με την Ψυχοσωματική Ιατρική. Στο θέμα ψυχοσωματικά νοσήματα και το πώς αυτά επηρεάζονται ή και αναπτύσσονται από ψυχολογικούς παράγοντες υπήρξαν ενδιαφέρουσες υποθέσεις-προτάσεις. Όμως μια περαιτέρω ανάπτυξη των σχετικών απόψεων υπερβαίνει την παρούσα βιβλιοκριτική.