Γιάννης Ευδοκιμίδης
Ομότιμος Καθηγητής Νευρολογίας του ΕΚΠΑ

σύναψις 64 [2022 – τόμος 18]

Ο νευροβιολογικός ορίζοντας της σεφερικής «Άρνησης»

Στο ποίημα «Άρνηση» τα δύο πρώτα τετράστιχα περιγράφουν μία αποτυχία, μία ματαίωση. Στο τρίτο και καταληκτικό δηλώνεται αφενός μεν το συμπέρασμα από τις προηγούμενες αποτυχίες και αφετέρου δε η αλλαγή πορείας ως αντίδραση/αποτέλεσμα των αποτυχιών.

Σχηματικά: δύο αποτυχίες, η διαπίστωση της αποτυχίας και τέλος η έκφραση της διάθεσης για αλλαγή.

Άρνηση
Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.
Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.
Mε τί καρδιά, με τί πνοή,
τί πόθους και τί πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.1

Η 1η αποτυχία.
«διψάσαμε το μεσημέρι»

Πρέπει να είναι καλοκαίρι μιας και αναφέρεται το περιγιάλι (έστω και κρυφό), η μεσημεριάτικη (ενδεχομένως) δίψα και πάλι το ακρογιάλι στο 2ο τετράστιχο. Τι πιο συνηθισμένο ένα μεσημεριάτικο καλοκαίρι να διψάσει κανείς. Άρα θεωρώ πως εκφράζεται, καταρχήν, μία απλή, συνηθισμένη ανάγκη. Η δίψα είναι μία από τις πολύ βασικές βιολογικές ανάγκες που διαταράσσουν την ομοιοστασία του οργανισμού και φυσικά προκαλούν αναστάτωση, δυσαρμονία, ενόχληση. Η κάλυψή της είναι απλή. Χρειάζεται νερό, τίποτα άλλο για να αποκατασταθεί η κανονικότητα, η αρμονία, η ηρεμία (το well being, η ευεξία).

Όταν διαπιστώνεται μία βιολογική ανάγκη κινητοποιούνται μηχανισμοί που αποβλέπουν στην αναίρεση, στην κάλυψη της ανάγκης. Οι μηχανισμοί αυτοί είναι είτε εσωστρεφείς, είτε εξωστρεφείς. Οι εσωστρεφείς είναι οι εσωτερικές ρυθμίσεις που επιχειρεί ο οργανισμός χωρίς να γίνονται αντιληπτοί συνειδησιακά. Αντίθετα οι εξωστρεφείς εκφράζονται με ορατές συμπεριφορές που συνοψίζονται συνήθως σε συμπεριφορές αναζήτησης. Θα έλεγα πως υπάρχει και χώρος και για μία ακόμα ορατή συμπεριφορά, η οποία όμως απέχει από το να εντάσσεται στις συμπεριφορές αναζήτησης. Θα τη χαρακτήριζα υπομονετική-αναβλητική συμπεριφορά με την έννοια ότι υπομένω τη δυστυχία χωρίς να ζητώ την αναίρεσή της, χωρίς να επιδιώκω ανακούφιση είτε γιατί προσδοκώ κάτι σπουδαιότερο αργότερα (η βασιλεία των ουρανών) είτε γιατί έτσι «πρέπει να κάνω» (καθήκον, προσήλωση σε μία ιδέα κ.λπ.).2

Στην προκείμενη περίπτωση ο Γ. Σ. δηλώνει ότι ζητά, ψάχνει για κάτι σχεδόν αυτονόητο, αυτό που θα κάνανε όλοι όσοι διψάνε, ιδιαίτερα ένα καλοκαιρινό μεσημέρι. Θα έψαχνε, θα αναζητούσε νερό.
«μα το νερό γλυφό»

Το νερό που τόσο αναζητούσε του δόθηκε. Το μέσον για να αναιρεθεί η ανάγκη είναι εδώ. Το παίρνει, το δοκιμάζει, αλλά διαπιστώνει πως δεν είναι το πρέπον νερό. Το νερό είναι γλυφό. Το γλυφό νερό είναι μία λύση ανάγκης. Πολλά πηγάδια τότε (πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο) και σε πολλές περιοχές της χώρας το μόνο διαθέσιμο νερό που παρείχαν ήταν γλυφό. Για τον ποιητή, το προσφερθέν είναι, το λιγότερο, ανεπαρκές ποιοτικά. Οι προσδοκίες του ξεπερνούν την προσφερόμενη μισο-λύση. Υπάρχει μία διάσταση ανάμεσα σε αυτό που περίμενε και σε αυτό που πήρε. Δεν είναι ικανοποιημένος από την εμβαλωματική, μεσοβέζικη λύση του γλυφού νερού, που, κατά τη γνώμη του, δεν καλύπτει – όπως θα ήθελε – τη βιολογική του ανάγκη. Παραδέχεται πως βρήκε ή του δόθηκε μια κάποια λύση3 αλλά η προσφορά είναι κατώτερη ποιοτικά της αναμενόμενης, σύμφωνα με τα προσωπικά standards του Γ. Σ. Εκείνος ήθελε – κατά πάσα πιθανότητα – καθαρό νερό. Υπονοείται πως το πρέπον θα ήταν το κλασικό καθαρό, διαυγές και άγευστο νερό και η συνεπακόλουθη σύγκριση του προσφερθέντος με το πρότυπο είναι απογοητευτική για τον αιτούντα Γ. Σ. Έτσι, υποθέτω, πως τα προσωπικά standards του Γ. Σ. ταυτίζονται πιθανόν ή έτσι θα ήθελε ο ίδιος – με τα πρότυπα, τα απόλυτα χαρακτηριστικά.

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μία πρώτη ματαίωση, μία πρώτη απογοήτευση.

Η 2η αποτυχία
«γράψαμε τ’ όνομά της»

Στο 2ο τετράστιχο το αίτημα είναι κάπως διαφορετικό. Δεν είναι «βιολογικό» τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως. Ο ποιητής νιώθει την ανάγκη να γράψει το όνομά της (;) στην άμμο. Είναι μία συνήθεια για να δείξουμε με τρόπο κάπως συγκεκαλυμένο πως το πρόσωπο που γράφει στην άμμο ενδιαφέρεται για το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται το γραμμένο στην άμμο όνομα. Το ενδιαφέρον είναι συναισθηματικό, ερωτικό. Άρα έχουμε τη δήλωση μιας ερωτικής επιθυμίας για ένα φυσικό πρόσωπο. Δεν μπορώ να αποκλείσω την περίπτωση η αρχική ερωτική επιθυμία να ξεπερνά ένα συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο και να αναφέρεται, να καταλήγει σε κάτι πιο αφηρημένο, πάντα θηλυκό, π.χ. μία ιδέα. Αυτό δεν αλλάζει τη βασική μου σκέψη πως στο 2ο τετράστιχο η ανάγκη εξακολουθεί να έχει κάποια βιολογικά χαρακτηριστικά, αλλά είναι τώρα μπολιασμένη με κάτι δευτερογενές, κάτι που προσδίδει στη βασικά, γενετήσια, ανάγκη μία χροιά προσωπική, ελαφρά πνευματική, συναισθηματική-νοητική. Δήλωση επιθυμίας και συγχρόνως αίτημα για εκπλήρωση. Η εκπλήρωση, όμως, δεν έρχεται και σε αντίθεση με τη ματαίωση του 1ου τετράστιχου, εδώ δεν υπάρχει καν προσφερόμενη λύση. Ούτε καν μία μισο-λύση, ένα έστω γλυφό νερό. Το αίτημα για ανθρώπινη επαφή, για συνεύρεση, πέφτει στο κενό. Η μάλλον παραμένει ελάχιστα μετέωρο ως αίτημα, και μετά το αίτημα εξαφανίζεται. Δεν είναι όμως ο Γ.Σ. που αποσύρει το αίτημα, γι’ αυτό εξάλλου υπάρχει και απογοήτευση.

Το αίτημα εξαφανίζεται σβήνει και το αίτιο είναι ένας «ωραίος μπάτης». Ειρωνεία; Ίσως κάτι το απροσδόκητο. Γιατί ενώ ο μπάτης, η θαλάσσια απογευματινή αύρα είναι συνήθως ευεργετική και επιθυμητή το καλοκαίρι, σε αυτή την περίπτωση ο μπάτης, το σύνηθες ατμοσφαιρικό φαινόμενο, έδρασε με τρόπο που απογοήτευσε τον Γ. Σ. αντί να τον ανακουφίσει. Δυσάρεστη έκπληξη που προστίθεται στη συνολική απογοήτευση. Πάλι, όπως και στο 1ο τετράστιχο, η δυσάρεστη κατάληξη έχει εξωτερικές αιτίες. Είναι ο μπάτης που έσβησε τη γραφή. Κάποια μοίρα και όχι κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες, πρόσωπα, καταστάσεις, νοοτροπίες. Εκτός και αν η αναφορά στον ωραίο μπάτη είναι μία υπεκφυγή, ακραία ίσως για να καλύψει άλλα αίτια της αποτυχίας. Όπως και να είναι η ματαίωση είναι ολική. Ο Γ. Σ. δεν αρκείται σε μισο-λύσεις (όπως και στο 10 τετράστιχο).

Ο απολογισμός

Οι οιωνοί ήταν άριστοι. Η ζωή οικοδομήθηκε με τα καλλίτερα υλικά. Με πάθος χωρίς τον υπολογισμό. Με πόθους και ιδανικά, με οράματα για κάτι καλλίτερο. Από τη μία μεριά βρίσκεται αυτός που ονειρεύεται και οργανώνει τα θέλω και τα πιστεύω του. Από την άλλη μεριά έρχονται τα αποτελέσματα, η πραγματικότητα. Αποτυχίες. Διάσταση ανάμεσα σε αυτό που ήθελε και σε αυτό που συνέβη. Η μεγάλη απόφαση.

Ο σχολιασμός

Ξεκινώ ανάποδα.
Η αλλαγή πλεύσης στη ζωή του ποιητή (το 3ο τετράστιχο) έρχεται ως αποτέλεσμα των συνεχών επώδυνων αδιεξόδων της μέχρι τότε προσωπικής του πορείας.
Αν σχηματοποιούσα την προσωπική πορεία του Γ. Σ. όπως διαγράφεται στο ποίημα, θα διέκρινα μία πρώτη φάση που χαρακτηρίζεται από τις αποτυχίες και το συναισθηματικό-γνωσιακό τους αντίκτυπο και μία δεύτερη, όπου κυριαρχεί η απόφαση για αλλαγή και για ένα νέο ξεκίνημα.

1. Η διαπίστωση της αποτυχίας

Στα δύο πρώτα τετράστιχα περιγράφεται η διάσταση ανάμεσα σε αυτό που θέλω να γίνει και σε αυτό που όντως γίνεται. Τα αδιέξοδα προέρχονται από τη ματαίωση των προσδοκιών. Γενικά, όταν παίρνω μία απόφαση, προσδοκώ το αποτέλεσμα της επιλογής μου αφενός μεν να είναι θετικό για μένα, να μου δώσει κέρδος, ευχαρίστηση, ηδονή, αφετέρου δε, να αποφύγω τον πόνο. Η απόφασή μου μπορεί να έχει κάποια αντικειμενική τεκμηρίωση ή/ και μπορεί να αποτελεί μείγμα προσωπικών επιλογών, εν πολλοίς ατεκμηρίωτων απόψεων, προκαταλήψεων κ.λπ. Η επιλογή μου πραγματοποιείται. Το αποτέλεσμα είναι μπροστά μου. Το αποτέλεσμα συγκρίνεται με τις προσδοκίες μου. Πέτυχα ή απέτυχα;

Σχήμα 1 Σχηματική απεικόνιση του Γνωσιακού-εξελικτικού μοντέλου της έκπληξης, της ασυμβατότητας πρόβλεψης-συμβάντος, σύμφωνα με τους Reisenzein R. Surprise, Encyclopedia of Human Bahaviour, 2nd edition, ελαφρά παραλλαγμένο. Τα κόκκινα γράμματα και οι κόκκινες γραμμές δηλώνουν τις διαδικασίες σύγκρισης/εκτίμησης. Οι μπλε την απόφαση. Οι μπλε διακεκομμένες την απόφαση που δεν επιφέρει κάποια μεταβολή στα νοητικά σχήματα.
Σχήμα 1 Σχηματική απεικόνιση του Γνωσιακού-εξελικτικού μοντέλου της έκπληξης, της ασυμβατότητας πρόβλεψης-συμβάντος, σύμφωνα με τους Reisenzein R. Surprise, Encyclopedia of Human Bahaviour, 2nd edition, ελαφρά παραλλαγμένο. Τα κόκκινα γράμματα και οι κόκκινες γραμμές δηλώνουν τις διαδικασίες σύγκρισης/εκτίμησης. Οι μπλε την απόφαση. Οι μπλε διακεκομμένες την απόφαση που δεν επιφέρει κάποια μεταβολή στα νοητικά σχήματα.

Τρία τα ενδεχόμενα αποτελέσματα:

1.1 Το αποτέλεσμα είναι ακριβώς αυτό που είχα προβλέψει. Αυτό που πήρα είναι αυτό που υπολόγιζα να πάρω. Το αποτέλεσμα ισούται με την πρόβλεψη, την επιβεβαιώνει.
1.2 Το αποτέλεσμα δεν ανταποκρίνεται σε αυτό που ήθελα, στην πρόβλεψή μου, στις προσδοκίες μου: αποτέλεσμα ≠ πρόβλεψη.
1.2.1 Το αποτέλεσμα υστερεί των προσδοκιών μου. Περίμενα περισσότερα από όσα πήρα: αποτέλεσμα < πρόβλεψη.
1.2.2 Το αποτέλεσμα είναι μεγαλύτερο των προσδοκιών μου. Πήρα περισσότερα από όσα υπολόγιζα: αποτέλεσμα > πρόβλεψη.

Η περιγραφή που κάνει ο ποιητής αντιστοιχεί στην περίπτωση 1.2.1, ο ποιητής περίμενε πολύ περισσότερα από αυτά που πήρε στο τέλος.

Από πλευράς αποτελέσματος, δύο είναι οι βασικές αποτιμήσεις. Είμαι ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα ή όχι. Η ευχαρίστηση περιλαμβάνει τις περιπτώσεις 1.1 και 1.2.2. Εάν όμως δω τα αποτελέσματα σε σχέση με το τι ενδεχομένως πρέπει να κάνω από εδώ και πέρα, τότε τα πράγματα αλλάζουν. Η μεν περίπτωση 1.1, κατά την οποία είμαι ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα και δεν χρειάζεται κάποια αναπροσαρμογή των προσδοκιών μου, μοιάζει να «αποπνέει» έναν αέρα συντηρητισμού. Οι απαιτήσεις μου, οι προσδοκίες μου είναι στα μέτρα του κόσμου της πραγματικότητας. Θα φροντίσω να μην αλλάξει τίποτα. Όλα βαίνουν καλώς. Δεν αλλάζω κάτι. Οι όποιες ενέργειες μου αποβλέπουν στο να διατηρηθεί η κατάσταση ως έχει. Αλλά και στην περίπτωση 1.2.2 είμαι ευχαριστημένος, αλλά αντιλαμβάνομαι πως θα μπορούσα να ζητήσω περισσότερα. Η πραγματικότητα είναι γενναιόδωρη και εγώ θα πρέπει να αντλήσω όσο γίνεται περισσότερα. Αυτό θα γίνει ενδεχομένως την επόμενη φορά, θα αναπροσαρμόσω, επί το απαιτητικότερον, τις προσδοκίες μου, θα ανεβάσω τον πήχυ των προσδοκιών μου, των απαιτήσεών μου. Τέλος, η περίπτωση 1.2.1 είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα γιατί μας θέτει μπροστά σε ένα δίλημμα πολύ πιο έντονο από ό,τι στην περίπτωση 1.1.1. Η διάσταση, η ασυμβατότητα ανάμεσα στις προσδοκίες και την πραγματικότητα είναι, το λιγότερο, μία δυσάρεστη έκπληξη. Το νερό είναι γλυφό ή δεν υπάρχει καθόλου. Κάτι έγινε για μια στιγμή, αλλά ήρθε ο μπάτης και έσβησε το όνομά της. Εδώ υπάρχει πόνος. Βρίσκομαι σε οδυνηρή αναντιστοιχία, ασυμβατότητα με τον κόσμο. Ο όρος «ασυμβατότητα» είναι λιγάκι ουδέτερος. Μοιάζει με κάπως ψυχρή αποτίμηση ενός συμβάντος. Κρύβει όμως δύο έντονα φαινόμενα, την έκπληξη και το λάθος.4

Τέλος, από πλευράς παραγόμενου ή συνοδού συναισθήματος η μεν 1.1 περίπτωση συνοδεύεται από ένα ελαφρύ συναίσθημα ικανοποίησης, που με κάποια δυσκολία θα το χαρακτήριζα ως ηδονή, αν και σαφώς απέχει του πόλου της δυσαρέσκειας. Όσον δε αφορά στο 1.2, η διαπίστωση της διάστασης συνοδεύεται αρχικά από την έκπληξη: «τι συνέβη;» Στη συνέχεια, στη μεν 1.2.1, η έκπληξη μετατρέπεται σε δυσαρέσκεια, στη δε 1.2.2 σε ευχαρίστηση και ενδιαφέρον/ περιέργεια για τις επόμενες επιλογές μου.

2. Η σύγκριση

Σε όλες τις προαναφερθείσες περιπτώσεις, ευχάριστες ή δυσάρεστες, και ανεξάρτητα του αποτελέσματος, κυριαρχεί, κατ’ αρχήν, το στοιχείο της σύγκρισης. Κάθε σύγκριση περιλαμβάνει τρία στοιχεία, δηλαδή, το προς σύγκριση αντικείμενο, το μέτρο σύγκρισης και το αποτέλεσμα. Το μέτρο σύγκρισης είναι η πρόβλεψη, η προσδοκία που έχω συνειδητά ή ασυνείδητα διαμορφώσει για το αποτέλεσμα της επιλογής μου, έστω Π (σχήμα 1). Το προς σύγκριση αντικείμενο είναι όλα τα καθημερινά μικρά και μεγάλα συμβάντα, τα διλήμματα, τα ερωτήματα που μου θέτει η ζωή, το περιβάλλον μου και τα οποία απαιτούν αποφάσεις, επιλογές, έστω Σ. Τέλος, το αποτέλεσμα της σύγκριση, το οποίο μπορεί να πάρει διάφορες τιμές (A1, A2, A3). Οι τιμές αυτές εκφράζουν τη σχέση του Π με το Σ. Η σχέση αυτή του Π με το Σ όντας μία νευρωνική διαδικασία έχει ορισμένα χαρακτηριστικά. Η σύγκριση, η σχέση Π/Σ γίνεται σε έναν τόπο, στο δίκτυο δηλαδή των εγκεφαλικών περιοχών που ενεργοποιούνται κατά τη σύγκριση. Η σύγκριση ως εν εξελίξει διαδικασία συνίσταται σε μία χρονική διαδοχή επιμέρους διεργασιών (αισθητηριακός φλοιός, ιππόκαμπος, προμετωπιαίος φλοιός). Είναι τα χωρο-χρονικά χαρακτηριστικά που φέρουν μαζί τους τα συγκρινόμενα. Μένει ωστόσο να διευκρινισθεί τι ακριβώς συγκρίνεται. Ποια από τα διάφορα χαρακτηριστικά του κάθε αντικειμένου, συμβάντος, περιστατικού μπαίνουν στη διαδικασία της σύγκρισης, τα φαινομενολογικά ή/και τα σημασιολογικά.5

3. Τι είναι αυτό το Π της πρόβλεψης;
Ο προνοητικός, προβλεπτικός εγκέφαλος (The Predictive Brain)

Σύμφωνα με την υπόθεση της Προβλεπτικής Κωδικοποιητικής Διαδικασίας (Predictive coding),6 η αξιολόγηση ενός ερεθίσματος προσδιορίζεται, εν μέρει τουλάχιστον,7 από το παιχνίδι της Πρόβλεψης και της Ανταμοιβής. Σε κάθε επιλογή μας ο ρόλος του συστήματος Ανταμοιβής (The Reward system) είναι εξαιρετικά σημαντικός.8 Κάθε μας επιλογή αποβλέπει στην απόκτηση ευχαρίστησης και την αποφυγή της δυσαρέσκειας. Αυτή η γενική αρχή συνδιαλέγεται με μία σειρά διαμορφωτών (κατά την ορολογία των Kahneman και Tversky), τα «νοητικά σχήματα». Σε μία δεδομένη στιγμή ο εγκέφαλός μας, ο οποίος καλείται να αξιολογήσει ένα ερέθισμα και να πράξει αναλόγως, δεν είναι ένα παρθένο, ανεπηρέαστο και απόλυτα ανοικτό στην καθαρή αξιολόγηση όργανο. Έχει προ-διαμορφωμένες γνώσεις, εμπειρίες, νοοτροπίες, απόψεις που άλλοτε είναι φανερές και άλλοτε λανθάνουσες. Η αξιολόγηση δεν ξεκινά από μηδενική βάση. Η κατανόηση του κόσμου δεν μοιάζει να είναι εφικτή παρά μόνο με τη διύλιση των α-νόητων εξωτερικών ερεθισμάτων και τη μετατροπή τους σε οργανωμένες ομάδες-δίκτυα γνώσεων και εμπειριών. Αυτή η μυστηριώδης προϋπάρχουσα «γνώση» θα βάλει τάξη στην αταξία. Το πώς όμως διαμορφώθηκε ο αρχικός πυρήνας αυτού του γνωσιακού/ συναισθηματικού υποστρώματος είναι εξαιρετικά μυστηριώδες ερώτημα αλλά προς το παρόν το αποφεύγουμε.

Με δεδομένο το γνωσιακό/συναισθηματικό φορτίο του καθενός, η κάθε νέο-εισερχόμενη στον εγκέφαλό μας πληροφορία, συγκρίνεται με τις προϋπάρχουσες γνώσεις, εμπειρίες. Η σύγκριση μπορεί να γίνεται εκούσια ή ακούσια. Το αποτέλεσμα της σύγκρισης επηρεάζει, αναδιαμορφώνει τα νοητικά μας «σχήματα» τα οποία, με αυτό τον τρόπο, συνεχώς αναδιαρθρώνονται, εξελίσσονται.9 Αυτή η συνεχής αναπροσαρμογή των νοητικών σχημάτων είναι η μάθηση (learning) και το περιεχόμενο των νοητικών «σχημάτων» είναι, εν πολλοίς, το περιεχόμενο της Μνήμης (ιδίως το σημασιολογικό αλλά και εν μέρει το βιωματικό semantic/ episodic).

Φαίνεται, λοιπόν πως η σύγκριση ανάμεσα στην πρόβλεψη, το αναμενόμενο δηλαδή αποτέλεσμα μιας επιλογής/ απόφασης, και το πραγματικό αποτέλεσμα της επιλογής, προσδιορίζεται από τη δομή (περιεχόμενο και οργάνωση) της Σημασιολογικής, κυρίως, Μνήμης (Semantic Memory). Το αποτέλεσμα της σύγκρισης θα εξαρτηθεί από το πώς η νεοεισερχόμενη πληροφορία θα συνδυασθεί ή όχι με το προϋπάρχον νοητικό «σχήμα».

Μπορεί να μην έχουμε σαφείς πληροφορίες για την καταγωγή των νοητικών σχημάτων, των εννοιών (concepts) αλλά έχουν σωρευθεί αρκετά φερέγγυες πληροφορίες για τη δυναμική αναδιοργάνωση των σχημάτων. Αναλυτικότερα, δηλαδή, πώς διαμορφώνεται αυτό το μέτρο σύγκρισης;

Υποθέτουμε, λοιπόν, πως το μέτρο σύγκρισης είναι το ενεργοποιημένο «σχήμα». Τι σημαίνει «ενεργοποιημένο σχήμα»; Το νεοεισερχόμενο συμβάν έχει κάποια στοιχεία που αυτόματα (;) ενεργοποιούν κάποια αντίστοιχα στοιχεία στη Μνήμη. Πρέπει δηλαδή να υπάρχει κάποια σχέση/ενεργοποίηση κάποιου υπάρχοντος σχήματος του νέου. Το πώς μεταφράζεται αυτή η κινητοποιητική σχέση, αρχική συνάφεια δεν είναι σαφές. Παράδειγμα, έχω συνηθίσει να βλέπω τον Χ στο γραφείο πάντα με σπορ εμφάνιση, μπλου τζιν κ.λπ. και ξαφνικά ένα πρωί τον βλέπω να έρχεται με κοστούμι, γραβάτα κ.λπ., η συνάφεια των συγκρινόμενων αφορά την εμφάνιση, το ντύσιμο και σε αυτή τη σημασιολογική περιοχή συγκρίνονται δύο εκδοχές. Το έτερο χαρακτηριστικό του σχήματος είναι τα συνιστώντα στοιχεία του. Χωρίς να μπω σε πολλές λεπτομέρειες – κάτι που θα με πήγαινε σε μακρινά και επικίνδυνα μονοπάτια – θα δεχόμουνα πως τα συγκρίσιμα στοιχεία και η συνακόλουθη ασυμβατότητα, τα συστατικά στοιχεία ενός ενεργοποιημένου σχήματος είναι είτε έννοιες, κατηγορίες οι οποίες δεν έχουν χωροχρονικά χαρακτηριστικά, είτε συγκεκριμένες, χωροχρονικά προσδιορισμένες ιδιότητες. Ξέρω ότι ο Χ έχει πάρει άδεια και ξαφνικά τον βλέπω να εμφανίζεται το πρωί στο γραφείο, τι συνέβη; Το γνωσιακό μου οπλοστάσιο συγκροτείται είτε από καθολικές έννοιες είτε από ειδικές.10 Αυτή η διττή οργάνωση με πηγαίνει κατ’ ευθείαν στη συζήτηση για την οργάνωση της Σημασιολογικής Μνήμης.

4. Υπόμνηση περί Μνήμης

Κάθε στιγμή δεχόμαστε πληθώρα, ποσοτικά και ποιοτικά, πληροφοριών. Ορισμένες από αυτές παραμένουν, διατηρούνται στη Μνήμη και εμπλουτίζουν το γνωσιακό μας οπλοστάσιο, άλλες ξεχνιούνται. Εκτός από τη γενική επίδραση του χρόνου στη σφριγηλότητα των μνημονικών αναπαραστάσεων, δεν είναι σαφές ποια είναι τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία μία πληροφορία παραμένει στη μνήμη ή ξεχνιέται. Έχουν, όμως, επισημανθεί πολλοί παράγοντες που εμπλέκονται σε αυτό το παιχνίδι της μνήμης/λησμονιάς. Η πληροφορία που προσλαμβάνουμε έχει αφενός μεν κάποιο σημασιολογικό περιεχόμενο (π.χ. ο Γιάννης θα έρθει αύριο το απόγευμα με την πτήση των 6 και 45 και εγώ θα τον περιμένω στο αεροδρόμιο), αλλά και κάποιες περιβάλλουσες πληροφορίες που σηματοδοτούν χωρο-χρονικά αυτή την πληροφορία (σε τι κατάσταση ήμουν εγώ ο παραλήπτης της πληροφορίας, ποιες ήταν οι συνθήκες, πότε, πώς κ.λπ.). Παράδειγμα: «Ήμουν στο γραφείο σε μία συνάντηση ενδιαφέρουσα και μου τηλεφώνησες λέγοντας μου βιαστικά πως δεν μπορούσες να πας στο αεροδρόμιο, γιατί έβρεχε πολύ και θα έπρεπε να πάω εγώ το συντομότερο, κάτι που με άγχωσε».

Η διαδικασία της Μνήμης αρχίζει με τη κωδίκευση του ερεθίσματος. Το κάθε ερέθισμα, ιδίως τα φυσικά καθημερινά ερεθίσματα, είναι συνήθως ένα πακέτο πολλαπλών επιμέρους πληροφοριών. Κάθε τέτοιο πακέτο περιλαμβάνει αισθητηριακές πληροφορίες, τις χωροχρονικές συνθήκες ερεθισμού, την κατάσταση του δέκτη κ.λπ. Όλα αυτά συνθέτουν ένα μωσαϊκό που έρχεται στον εγκέφαλο από διαφορετικά κανάλια αλλά όλα τελικά συγκλίνουν στον ιππόκαμπο και τις παραϊπποκάμπιες περιοχές. Ο ιππόκαμπος και οι γειτονικές του περιοχές, θα συναρμολογήσουν όλες αυτές τις επιμέρους πληροφορίες σε ένα «πακέτο». Το αναπαραστασιακό αυτό πακέτο θεωρούμε πως είναι ισόμορφο με το αρχικό, το αντικειμενικό. Αυτό το «εσωτερικό» πακέτο είναι το «επεισόδιο», το συμβάν.11

Στη συνέχεια, το πολύχρωμο πληροφοριακά «συμβάν» θα εισέλθει στη φάση της Παγίωσης (Consolidation) και θα χάσει μέρος από τις περιβάλλουσες πληροφορίες και θα παραμείνει ως μία απολιθωμένη, καθαρή και λιτή πληροφορία (π.χ. ο Γιάννης ήρθε) χωρίς τους χωρο-χρονικούς και λοιπούς προσδιορισμούς, ή έστω με κάποιους να διασώζονται (ποιους άραγε και γιατί;).12 Το ενδιαφέρον είναι πως το Επεισόδιο μετατρέπεται σε αφηρημένο Σημασιολογικό συμβάν αλλά συγχρόνως διατηρούνται και ορισμένα χαρακτηριστικά του Επεισοδίου. Δεν είναι σαφής η λογική της διατήρησης Βιωματικών (episodic) στοιχείων. Φαίνεται πως οι συνθήκες της Κωδικοποίησης μπορεί να παίζουν ρόλο είτε με την έννοια της επιλεκτικής προσοχής είτε με την ενδεχόμενη ιδιαίτερη συναισθηματική επένδυση του ερεθίσματος. Είναι πάντως γεγονός πως η μετατροπή του Βιωματικού συμβάντος (episode) σε Σημασιολογικό συμβάν συνδυάζεται με τη δράση του Προμετωπιαίου λοβού.13

Θα έλεγε κανείς πως η Σημασιολογική Μνήμη του Γ.Σ. ήταν έτσι συγκροτημένη (εμπειρίες, γνώσεις, νοοτροπίες, συναισθήματα κ.λπ.) που οδήγησε σε προβλέψεις οι οποίες αποδείχθηκαν ασύμβατες με την πραγματική ζωή. Οι προσδοκίες του Γ.Σ., οι οποίες πήγαζαν από μία συγκεκριμένη συγκρότηση ορισμένων «νοητικών σχημάτων», τον οδηγούσαν σε αποτέλεσμα/πρόβλεψη που ήταν ασύμβατο με την αντικειμενική πραγματικότητα.

Η σύγκριση κατά την οποία διαπιστώνεται η ασυμβατότητα (Prediction error σύμφωνα με τη θεωρία του Predictive coding) πραγματοποιείται σε τόπο και σε χρόνο. Αναφέρθηκα στο δίδυμο ιππόκαμπος-προμετωπιαίος λοβός, με τον ιππόκαμπο να διαμορφώνει κυρίως τη Βιωματική (episodic) μνήμη και τον προμετωπιαίο να συνδέεται κυρίως με τη Σημασιολογική. Με μία φορμαλιστική διάθεση, θα ήθελα να υπάρχει και ένας τρίτος πόλος, ένας τρίτος παίχτης που θα αναλάβει τη σύγκριση. Υπάρχουν ενδείξεις πως η πρόσθια περιοχή της έλικας του προσαγωγίου (Cingulate gyrus) ενεργοποιείται όταν υπάρχει διάσταση ανάμεσα στο εν ενεργεία ερέθισμα και την πρόβλεψη, ανάμεσα στο παρόν ερέθισμα και το αναμενόμενο.

Αλλά η διαπίστωση της τυχόν διάστασης, η σύγκριση χρειάζεται την ανάσυρση από τη Σημασιολογική μνήμη, την ενεργοποίηση του αντίστοιχου «σχήματος». Αυτό σημαίνει την παράλληλη κινητοποίηση του προμετωπιαίου λοβού και τη σύγκλιση του σχήματος και του νέου σε έναν «χώρο» αλληλοεπίδρασης. Αυτή είναι η ενεργός Μνήμη (Working Memory), ο αναγκαίος χώρος για την επικαιροποιημένη σύγκριση. Επομένως το παιχνίδι γίνεται τώρα ανάμεσα στην έλικα του προσαγωγίου και τον προμετωπιαίο λοβό αφήνοντας ελαφρά στην άκρη τον ιππόκαμπο.

Μέχρις στιγμής οι διαδικασίες προχωρούν όπως περίπου αποτυπώνονται στο σχήμα (το τμήμα με τις γκρι γραμμές) αλλά πριν από την επίδραση του αποτελέσματος στα νοητικά σχήματα (το τμήμα με τις μαύρες γραμμές). Αυτό το τμήμα αποτελεί μέρος της απόφασης.

5. Το αποτέλεσμα της σύγκρισης και τα μετέπειτα

Η διαπίστωση της διάστασης ανάμεσα στο επιθυμητό, το προσδοκώμενο και το πραγματοποιηθέν, το πραγματικό συμβάν, σηματοδοτεί το συναίσθημα της έκπληξης, καταρχήν, συναίσθημα που γρήγορα παίρνει μία τιμή στο δίπολο ευχαρίστηση/δυσαρέσκεια. Τι συνέβη, τι είναι αυτό το μη αναμενόμενο, το αναπάντεχο;

Είναι πιθανό η έκπληξη να είναι εξαρχής χρωματισμένη με ένα φευγαλέο, εντελώς παροδικό αίσθημα ενόχλησης και ίσως δυσανεξίας. Ένα ελαφρά ήπια αρνητικό συναίσθημα.14 Η περαιτέρω επεξεργασία θα οδηγήσει σε μονιμότερα συναισθηματικά χαρακτηριστικά και θα χρωματίσει το μη αναμενόμενο, την έκπληξη ως ευχάριστη (η περίπτωση 1.2.2) ή δυσάρεστη έκπληξη (η περίπτωση 1.2.1). Η έκπληξη όμως και κυρίως το συνακόλουθο συναίσθημα, ιδίως το δυσάρεστο, δεν μένει μετέωρη, ακολουθεί η απόφαση. Είμαστε πια στο τελευταίο τετράστιχο του ποιήματος.

6. Η μεγάλη απόφαση

Έπειτα από όλες αυτές τις οδυνηρές αποτυχίες τι πρέπει να περιμένει κανείς;

Πώς θα αντιδράσουμε σε αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση;

Το τμήμα του σχήματος 1 με τις μαύρες γραμμές αφορά την απόφαση, τα παρεπόμενα δηλαδή της σύγκρισης. Σύμφωνα με την υπόθεση της Προβλεπτικής Κωδικοποιητικής Διαδικασίας (Predictive coding), η ασυμβατότητα καταλήγει στην αλλαγή των προτύπων, την αναδιοργάνωση των νοητικών σχημάτων. Μπορεί αυτό να ισχύει μεν γενικά αλλά η αντικειμενική έκφραση της αναδιοργάνωσης δεν είναι πάντα φανερή στην έκδηλη συμπεριφορά. Η απόφαση σημαίνει ότι υπάρχουν εναλλακτικές επιλογές σε ένα ερέθισμα. Αν δεν υπάρχουν επιλογές δεν υπάρχει απόφαση, η αντίδραση είναι μονόδρομος.

Με τι κριτήρια θα επιλέξω μία από τις πολλαπλές επιλογές;

6.1 Με αμιγώς ορθολογικά, αντικειμενικά κριτήρια τα οποία διαμορφώνονται με βάση τις τεκμηριωμένες, σαφώς προσδιορισμένες ανάγκες μου αλλά και τις αντικειμενικές δυνατότητες που θα πρέπει να διαθέτει το αντικείμενο της επιλογής μου, έτσι ώστε να ικανοποιηθούν επαρκώς οι ανάγκες μου. Έχω π.χ. αποφασίσει πως ο στόχος μου στη ζωή είναι βγάλω πολλά χρήματα. Τα αντικειμενικά κριτήρια αντιστοιχούν στο πώς θα πρέπει να γίνεται η σύγκριση, στο πρέπον. Οι επιλογές μου εναρμονίζονται με τον στόχο μου και η εκτίμηση για το σωστό ή το λάθος των επιλογών μου θα κριθεί αν όλα αυτά που πραγματοποίησα στη ζωή μου είναι συμβατά με τον στόχο μου. Αλλιώς υπάρχει διάσταση ανάμεσα στην προσδοκία και τα αποτέλεσμα. Επιλέγω κάτι με βάση τη χρησιμότητα (utility), την αναμενόμενη ωφέλεια που υπολογίζω να μου προσφέρει αυτό που επιλέγω.15 Το κριτήριο της «χρησιμότητας» εφαρμόζεται σε μεγάλους πληθυσμούς που εξομαλύνουν τις τυχόν ατομικές διαφορετικές επιλογές, οι οποίες μπορεί να παρεκκλίνουν από αυτό τον γενικό κανόνα.

6.2 Πολλές φορές όμως τα κριτήρια που επιλέγω δεν είναι ίσως τα κατάλληλα ή τουλάχιστον τα γενικώς παραδεκτά. Αντί για τεκμηριωμένα, εμπειρικά αποδεδειγμένης αποτελεσματικότητας κριτήρια μπορεί να επιλέξω με βάση προκαταλήψεις, προσωπικές επιλογές, εκούσια αποκλίνουσα συμπεριφορά κ.λπ.16

Σχήμα 2
Σχήμα 2

Στον πραγματικό κόσμο οι παράλογες, ανορθολογικές συμπεριφορές που καταλύουν κάθε έννοια χρησιμότητας δεν είναι βέβαια κανόνας αλλά χρωματίζουν πληθώρα επιλογών. Oι παράδοξες και παρεκκλίνουσες αποφάσεις αποτελούν μία ακόμα πραγματικότητα, είναι κριτήρια τα οποία χρησιμοποιούνται – ανεξάρτητα από το πρέπον – και ως εκ τούτου χρήζει αναλύσεως.17

Αυτές οι μη-ορθολογικές συμπεριφορές βρίσκονται, τουλάχιστον εν μέρει, εκτός της έρευνας με βάση το κριτήριο της «χρησιμότητας». Έτσι, για να προσεγγίσουμε με γενικό τρόπο το ζήτημα της Απόφασης (Decision Theory), θα πρέπει να ενσωματώσουμε στο κριτήριο της «χρησιμότητας» και το κριτήριο, το ασαφές και εντελώς προσωπικό, της «υποκειμενικής αξίας» (subjective value).

Με άλλα λόγια καλούμαστε να συνδυάζουμε κατά περίπτωση και κατά περιόδους, το «λογικό» με το «παράλογο». Δεν είναι του παρόντος να διερευνήσω την οντολογική προοπτική της σύντηξης των δύο αντιθέτων σε ένα ενιαίο, μονιστικό όργανο/κριτήριο επιλογών. Ίσως είναι πιο πρακτικό να αποδεχθώ τη δυαδικότητα και να επιλέγω κριτήρια επιλογής κατά περίπτωση. Σε άλλες περιπτώσεις θα συμπεριφερθώ στυγνά, πραγματιστικά με κατεδαφιστική επιρροή του συστήματος Ανταμοιβής, και σε άλλες θα κάνω το κέφι μου επιλέγοντας ανορθολογικά αυτό που μου αρέσει, γνωρίζοντας κατά πάσα πιθανότητα πιο είναι το «λογικό». Αυτή η ad hoc επιλογή σίγουρα δεν αποπνέει μεθοδολογική αυστηρότητα, αλλά μοιάζει να διαθέτει την πρακτική και εμπειρική ευλυγισία προσαρμογής. Εξάλλου δεν είναι όλες οι περιπτώσεις το ίδιο σημαντικές.

Η επίλυση ενός διλήμματος (το ερέθισμα) μπορεί να οδηγεί αυτόματα και χωρίς καμία άλλη ενδιάμεση παρεμβολή στην απάντηση. Είναι οι απλές αποφάσεις που ταυτίζονται με τις αντανακλαστικές. Π.χ. το προσπίπτον φως στο μάτι προκαλεί τη μύση της κόρης χωρίς καμία γνωσιακή ή άλλου είδους παρεμβολή (είναι το μαύρο βέλος στο σχήμα 2). Υπάρχουν όμως και διλήμματα που η απάντησή τους δεν είναι καθόλου αυτόματη. Σε αυτές τις σύνθετες αποφάσεις, δημιουργώ έναν «χώρο» στον οποίο διερευνώ με συλλογισμούς τις πιθανές λύσεις και τις επιπτώσεις που θα έχουν στα συμφέροντά μου, γενικώς, αυτές οι πιθανές λύσεις. Με βάση τα κριτήρια (utility AND subjective value, κατά περίπτωση) και με υλικό από τα προϋπάρχοντα νοητικά μου σχήματα, επιλέγω την καταλληλότερη για μένα και σύμφωνη με την προσωπικότητά μου λύση για εκείνο το συγκεκριμένο πρόβλημα εκείνη τη στιγμή.

Ο κύκλος ερέθισμα-σύγκριση-εκτίμηση-απόφασηεκτίμηση-αναδιάρθρωση σχημάτων-σύγκριση κ.ο.κ. μπορεί να λειτουργεί συνεχώς και τα σχήματα να εξελίσσονται καθ΄ όλη της διάρκεια της ζωής (αν και με μειωμένους ρυθμούς όσο περνά η ηλικία). Δεν σημαίνει πως η αναδιάρθρωσή των είναι ένα ρευστό που συνεχώς κυλά. Για σκέψου τι θα γινόταν αν με κάθε νέο συμβάν επέρχοντο αλλαγές σε όλα τα σχετικά σχήματα και το επόμενο δευτερόλεπτο ένα άλλο συμβάν θα άλλαζε πάλι τα πριν από λίγο μεταλαχθέντα σχήματα; Δεν θα υπήρχε τι το σταθερό. Ο γνωσιακός μας εξοπλισμός θα έμοιαζε με τις «ξεχαρβαλωμένες κιθάρες» από το σχετικό ποίημα του Κ. Καρυωτάκη.

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες. Ο άνεμος, όταν
περνάει, στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει στις
χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες. Υψώνονται σα δάχτυλα
στα χάη, στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει, μα γρή-
γορα θα πέσουνε σπασμένες.

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις, χωρίς ελπίδα να συγκε-
ντρωθούμε. Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.

Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις είναι το κατα-
φύγιο που φθονούμε

Δεν ξέρω αν η συνεχής ανανέωση των σχημάτων αφορά όλο το Σημασιολογικό περιεχόμενο της Μνήμης ή κάποια σχήματα τα οποία εμφανίζονται εύπλαστα σε αντίθεση με άλλα, πιο ανυπάκουα που διατηρούν τη σφριγηλότητά τους περισσότερο από άλλα. Αυτό το ερώτημα μάλλον κατευθύνεται στους διάφορους τύπους προσωπικότητας. Έχω όμως την εντύπωση πως η αλλαγή, η αναδόμηση του σχήματος δεν μπορεί να είναι άμεση και ολική.18 Έχω την εντύπωση πως οι αλλαγές, τουλάχιστον ορισμένων σχημάτων χρειάζονται χρόνο ωρίμανσης για να επιβληθούν. Οι αλλαγές και οι αναπροσαρμογές είναι αποτελεσματικές όταν διαρκέσουν κάποιο χρονικό διάστημα («ένα παράθυρο χρόνου») αλλά και αριθμού/έντασης επαναληπτικότητας. Μία ερωτική απογοήτευση ίσως να μην είναι ικανή από μόνη της να σου επιβάλλει αλλαγή στη ρότα της ζωής. Επανειλημμένες όμως ματαιώσεις στο ίδιο ή παρόμοιο θέμα ξεπερνούν ενδεχομένως τον ουδό της προσωπικής ανοχής και επιβάλλουν κάποια μεταβολή, αναδιάρθρωση των απόψεών μου για τον εαυτό μου και τον κόσμο. Αυτή η «υδραυλική» προσέγγιση σημειώνεται συνοπτικά και σχηματικά στην «Άρνηση». Οι επαναλαμβανόμενες ματαιώσεις σωρεύουν αρνητικές εμπειρίες και κάποια στιγμή «ως εδώ και μη παρέκει». Αλλά και η τιμή του ουδού δεν είναι καθορισμένη. Σε πόσες ερωτικές απογοητεύσεις αλλάζω ζωή; Όλες οι σωρευμένες απογοητεύσεις είναι ισοδύναμες και η κάθε μια προσθέτει το ίδιο αρνητικό ποσόν στον ατομικό μου καταμετρητή της δυστυχίας; Μήπως κάποιες απογοητεύσεις αποδεικνύονται αργότερα λυτρωτικές; Το «υδραυλικό» μοντέλο της συνεχούς αλγεβρικής και αλγοριθμικής συσσώρευσης πληροφοριών με τελική έκρηξη τη λήψη της απόφασης όταν η συσσώρευση φθάσει σε έναν ουδό, έχει βρει εφαρμογή σε μία σειρά νευροβιολογικών πειραματισμών που ασχολούνται με την αποδόμηση του λανθάνοντος χρόνου αντίδρασης.19 Δεν είναι όμως πάντα εφαρμόσιμο στις σύνθετες αποφάσεις, όπου η κυμαινόμενη διάθεση και η προσωπικότητα παίζουν σημαντικό ρόλο. Υποθέτουμε πως στη λήψη απόφασης, το σύστημα Ανταμοιβής είναι ο βασικός πυλώνας, ο οποίος όχι μόνο δέχεται επιδράσεις από τους διαμορφωτές, τα σχήματα, αλλά είναι και κατά κάποιο τρόπο «φυτεμένος» στον εγκέφαλο μας ως γενικός τρόπος εκτίμησης και συμπεριφοράς. Από την άλλη μεριά οι διαμορφωτές, τα σχήματα, αποτελούν την ατομική σφραγίδα του καθενός μας και εκφράζουν σε σημαντικό βαθμό και εξωγενείς παράγοντες (π.χ. εκπαίδευση). Η αλληλεπίδραση των δύο αυτών παραμέτρων προσδιορίζει και τις σύνθετες αποφάσεις τις οποίες σχηματικά τις κατηγοριοποιώ στο δίπολο επιλέγω/αναβάλλω. Η κατηγορική αυτή διάκριση βρίσκεται σε κάποια αντιστοιχία με τους ορισμένους τύπους προσωπικότητας. Για τη μεν επιλογή της αναβολής, της αναβλητικότητας, ο αντίστοιχος τύπος προσωπικότητας θα ήταν ο «συντηρητικός», ο Ευσυνείδητος (Conscientiousness), ενώ ο αυθόρμητος, παρορμητικός θα πλησίαζε περισσότερο προς τον Δεκτικό τύπο (Openness).20

Σχήμα 3
Σχήμα 3

Ανεξάρτητα όμως από τον τύπο προσωπικότητας και το είδος της απάντησης στα καθημερινά μας διλήμματα, εκείνο που έχει εξίσου μεγάλη σημασία είναι ο ουδός. Στις απλές, αλγοριθμικές διαδικασίες, ο ουδός είναι μεταβλητός και εξαρτάται τόσο από παράγοντες προσωπικότητας όσο και συναισθηματικών συνθηκών.

Αλλά και στις σύνθετες αποφάσεις, ο ουδός είναι γενικά απρόβλεπτος. Δεν είναι σαφές πότε θα αποφασίσουμε πως «δεν πάει άλλο, ως εδώ και μη παρέκει». Ο Γ.Σ. χρειάστηκε δύο τετράστιχα για να δηλώσει τελικά τη ρηξικέλευθη απόφασή του.

Τελικά «αλλάζουμε ζωή»;

7. Επιστροφή στο ποίημα

Mε τί καρδιά, με τί πνοή,
τί πόθους και τί πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή

Το τελευταίο τετράστιχο. Ο ποιητής στην αρχή της ωριμότητάς21 του κάνει μία κριτική ανασκόπηση της μέχρι τότε ζωής του και διαπιστώνει απανωτές ματαιώσεις. Οι ευγενείς στόχοι ακυρώθηκαν, η ζωντάνια, τα όνειρα μαράθηκαν. Αυτός είναι ο απολογισμός. Μεσολαβεί η εκτίμηση που αρκετά έχει απασχολήσει τους Σεφεριάζοντες. Η κάθετη, κατηγορηματική εκτίμηση πως τα προηγούμενα ήταν λάθος αφήνει νοηματικά κενά στο πού αναφέρεται το λάθος. Και τελικά έρχεται απότομα, προκλητικά, η νέα δήλωση αλλαγής των πάντων. Το τραυματικό γεγονός είναι η ματαίωση των προσδοκιών και η σύγκρουση των «πιστεύω» με την πραγματικότητα. Σε αυτό το κομβικό σημείο αποφάσεων η επιλογή κυμαίνεται ανάμεσα στο δυαδικό του σχήματος. Αναβολή ή συνέχεια;

Η διαπίστωση της ματαιότητας, η επιδιάρκεια και η επανάληψη αυτής της αποτυχίας επιβάλει την αλλαγή των προτύπων και την αντικατάσταση των παλαιών με νέα. Ποια είναι αυτή η νέα κατάσταση; Μπορεί κανείς να την εικάσει θεωρώντας πως τα νέα θα είναι τα αντίθετα των παλιών, εκείνων δηλαδή που έφεραν τη ματαίωση. Αν υποθέσουμε πως μέχρι τότε ο πρωταγωνιστής ανήκε στους «Δεκτικούς» τύπους, τώρα γίνεται «Ευσυνείδητος». Ο αυθορμητισμός, η ανοικτότητα, η αναζήτηση γίνονται επιφυλακτικότητα, έλεγχος, υπολογισμός, σταθερότητα.

Μπορούμε να υποθέσουμε την επερχόμενη αλλαγή με βάση τη φερέγγυα αποτίμηση του παρελθόντος, αλλά δεν μπορούμε επ’ ουδενί να προσδιορίσουμε τη στιγμή και τις ειδικές συνθήκες που αυτή η μεγάλη αλλαγή θα εμφανισθεί. Και αυτό γιατί ο προσδιορισμός του ουδού και η κλίση της σώρευσης ενδείξεων είναι εν μέρει τουλάχιστον στοχαστικοί, πιθανολογικοί.22 Έρχεται λοιπόν μάλλον ξαφνικά, όπως κοφτά και κατηγορικά, στις τελευταίες στροφές του 3ου τετράστιχου. Αλλάζουμε προτιμήσεις, αλλάζουμε προσανατολισμούς. Αλλά να αλλάξουμε ζωή; Αν η αλλαγή υπονοεί τη ριζική μεταβολή των νοητικών σχημάτων, κανόνων και διαμορφωτών, τότε μάλλον πρόκειται για ειρωνεία. Με δεδομένη την ασάφεια του όρου «νοητικά σχήματα», αλλά και την εξίσου σαφή ασάφεια του όρου «ριζική μεταβολή», η συζήτηση εκτρέπεται σε οντολογικές διερευνήσεις του τι σημαίνει αλλαγή κ.λπ. Ίσως μία απαισιόδοξη ειρωνεία να είναι η μια πλευρά της αμφισημίας των τελευταίων στίχων. Ποιο είναι τελικά το Λάθος;

7α. Φιλολογικά παρεπόμενα (επικίνδυνα πράγματα) Αυτή η άνω τελεία!

Ανάμεσα στο «Πήραμε τη ζωή μας και στο λάθος!» υπάρχει μία άνω τελεία για την οποία επέμενε φορτικά ο Γ. Σ. 23 Έχω την εντύπωση πως η άνω τελεία δηλώνει μεν κάποια διακοπή αλλά νοηματική η φράση συνεχίζεται. Το «λάθος!», έρχεται σαν συνέχεια, κατάληξη των προηγουμένων, από την αρχή του τετράστιχου μέχρις σε αυτό το σημείο. Υπό αυτή την έννοια ο ποιητής οικτίρει τις μέχρι τότε επιλογές του. Αν δεν συσχετίσουμε αυτή την εκτίμηση με ό,τι προηγήθηκε τότε μοιάζει να αποφαίνεται πως όλα αυτά είναι μάλλον μάταια και επιβάλλεται αλλαγή. Έτσι δεν καταλαβαίνω πώς η άνω τελεία μπορεί να αλλάξει το νόημα αφού και χωρίς αυτήν πάλι όλα τα προηγούμενα θεωρούνται «λάθος». Ίσως η μόνη διαφορά έγκειται στο αν θεωρήσω πως το «λάθος» αφορά όλα γενικώς τα οποιαδήποτε ιδανικά που δεν ταιριάζουν στην πραγματικότητα ή αν η ματαίωση προέρχεται από το συγκεκριμένο είδος ιδανικών, πιστεύω και προσδοκιών με τα οποία γαλουχήθηκε ο Γ. Σ. Έτσι ιδωμένα όντως μπορεί να υπάρχει κάποια διαφορά σε αυτή την περιβόητη άνω τελεία.

1 Γιώργιος Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 1972, Φιλολογική επιμέλεια Γ.Π. Σαββίδης.

2 Υποθέτω πως με τη λέξη «δίψα» ο Γ. Σ. μπορεί να εκφράζει – πέραν της καθαρά βιολογικής ανάγκης – και κάτι το ευρύτερο. Εντούτοις ακόμα και σε αυτή την περίπτωση η βιολογική ανάγκη φαίνεται να αποτελεί το υπόβαθρο, τη πηγή από όπου θα αναβλύσει, διαφοροποιημένη, η δευτερογενής ανάγκη της πνευματικής, συναισθηματικής, ερωτικής κ.λπ. «δίψας». Βλ. Becker C et al, From Thirst to Satiety: The Anterior Mid-Cingulate Cortex and Right Posterior Insula Indicate Dynamic Changes in Incentive Value, Front. Hum. Neurosci., 11 May 2017 | https://doi.org/10.3389/ fnhum.2017.00234.

3 Να σημειωθεί πως όσον αφορά στις πρωτογενείς ανάγκες (πείνα, δίψα) συμπεριφερόμαστε, γενικώς, με κριτήρια κυρίως αλτρουιστικά παρά εγωκεντρικά. Το αντίθετο φαίνεται να συμβαίνει με τις δευτερογενείς ανάγκες, π.χ. τη διαχείριση του χρήματος, στις οποίες φαίνεται να επικρατεί το εγωκεντρικό, εγωιστικό στοιχείο. Βλ. Kraus A, Vitouch O and Gluck J. How selfish is a thirsty man? A pilot study on comparing sharing behavior with primary and secondary rewards, July 2018, PLoS ONE 13(8).

4 Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις πως τόσο η εμπειρία της έκπληξης όσο και αυτή του λάθους ενεργοποιούν τα ίδια νευρωνικά κυκλώματα. Στο δίκτυο αυτό συμμετέχει και η πρόσληψη του καινοφανούς (novelty). Γενικά ο κοινός παράγοντας αυτών των εμπειρικών ποιοτήτων είναι η καταγραφή, η εκτίμηση και η ανάγκη επεξεργασίας του μη αναμενόμενου. Η ασυμβατότητα, η διάσταση εκφράζει την, κατόπιν συγκρίσεως, «απόσταση» ανάμεσα στο αναμενόμενο και το συμβάν. Υποψήφια περιοχή για τον κρίσιμο ρόλο του συγκριτή είναι το πρόσθιο τμήμα της έλικας του Προσαγωγίου (anterior Cingulate gyrus). Βλ. Wessel J et al, Surprise and Error: Common Neuronal Architecture for the Processing of Errors and Novelty, The Journal of Neuroscience, May 30, 2012, 32(22):7528 -7753.

5 Κάθε αντικείμενο έχει τα φυσικά, φαινομενολογικά του χαρακτηριστικά αλλά και τα σημασιολογικά και εκείνα που συνδέονται συνειρμικά με αυτό. Τόσο τα φαινομενολογικά όσο και τα μη-φαινομενολογικά δεν μένουν όλα και πάντα σταθερά. Αλλά και τα διάφορα συμβάντα, τα ερωτήματα που αναδύονται από την επαφή μας με άλλα πρόσωπα και τον περίγυρο μας, είναι πολυεπίπεδα. Επομένως η σύγκριση προϋποθέτει την επιλογή, κάθε φορά, κάποιου ή κάποιων κριτηρίων. Αλλά και το αποτέλεσμα της σύγκρισης δεν είναι άχρωμο, ουδέτερο. Το όποιο αποτέλεσμά της μεταφράζεται σε όρους ευχαρίστησης/δυσαρέσκειας, σε όρους πόνου/ηδονής. Το αποτέλεσμα της σύγκρισης επιχρωματίζεται με τα χρώματα του συστήματος της Ανταμοιβής (The reward system), δηλαδή το δίπολο ευχαρίστηση/δυσαρέσκεια, ηδονή/ πόνος.

6 Stewart Shipp, Neural Elements for Predictive Coding, Front. Psychol., 18 November 2016 | https://doi.org/10.3389/fpsyg.2016.0179

7 Η θεωρία της απόφασης (decision theory) επιλέγει, δέχεται δύο κριτήρια για να δικαιολογήσει, να ερμηνεύσει την όποια απόφαση παίρνουμε. Αφενός μεν το κριτήριο της «χρησιμότητας» (utility) αφετέρου δε το κριτήριο της «προσωπικής αξίας» (subjective value). Περαιτέρω συζήτηση παρακάτω.

8 Simon, H.A., 1997. Models of Bounded Rationality: Empirically Grounded Economic Reason. MIT Press, Cambridge Loewenstein G, Scott Rick S and Cohen JD. Neuroeconomics, Annu Rev Psychol, 2008, 59:647-72.

9 Η έννοια του νοητικού «σχήματος» είναι εξαιρετικά χρήσιμη αλλά και ελαφρά ασαφής. Οι δυνατότητές της την έχουν κάνει ευρέως αποδεκτή στη Γνωσιακή Ψυχολογία και όχι μόνο.

10 Αυτή η δυαδική σύσταση του γνωσιακού μου εξοπλισμού μου θυμίζει την αριστοτέλεια διάκριση ανάμεσα στα «καθόλου» και τα «καθ’ έκαστον» με τη διαδικασία γνώσης να αποτυπώνεται με τη μετάβαση από το καθ΄ έκαστον στο καθόλου, ή με άλλα λόγια από το ειδικό στο γενικό με τη διαδικασία να ονομάζεται γενίκευση, κατηγοριοποίηση, αφαίρεση.

11 Tulving, E. in Organization of Memory (eds E. Tulving & W. Donaldson) 381–402. Academic Press, 1972). Paller, K. A. & Wagner, A. D. Observing the transformation of experience into memory. Trends Cogn. Sci. 6, 93–102 (2002).

12 Παγίωση, Consolidation Diekelmann, S. & Born, J. The memory function of sleep. Nat. Rev. 11, 114-126, 2010. Dudai, Y., Karni, A. & Born, J. The consolidation and transformation of memory. Neuron 88, 20-32, 2015. Τα χωρο-χρονικά παραφερνάλια δεν χάνονται όλα ολοσχερώς. Κάποια διατηρούνται κρυμμένα και επηρεάζουν τη μάθηση (Implicit memory, learning). Δεν είναι σαφή τα κριτήρια αυτής της κρυμμένης διατήρησης ούτε πώς αυτά επανέρχονται πάλι στο μνημονικό προσκήνιο (rehearsal).

13 Από την πληθώρα των σχετικών μελετών, βλ. Shimamura A. Memory and the Prefrontal Cortex, Annals Of New York Academy of Sciences, Volume 769, Issue1, Structure and Functions of the Human Prefrontal Cortex December 1995, Pages 151-160.

14 Το ερώτημα εάν η έκπληξη είναι ή όχι συναίσθημα αποτελεί ένα πολύ σύγχρονο ερευνητικό ερώτημα. Οι κλασικές μελέτες του Ekman εντάσσουν την έκπληξη στα βασικά συναισθήματα, όπως ο φόβος, η χαρά η οργή κ.λπ. Βλ.Paul Ekman, Emotions Revealed, ed Weidenfeld and Nicolson, 2004. Η αντίθετη άποψη διαχωρίζει την έκπληξη από τα άλλα συναισθήματα, γιατί δεν έχει ένα εξαρχής θετικό ή αρνητικό συναισθηματικό πρόσημο. Θεωρείται ιδιαίτερη μορφή συναισθήματος. Βλ. N. Depraz and A. Steinbock, Surprise: an emotion? Spinger.

15 Kahneman D, Tversky A. An analysis of decision under risk. Econometrica 1979; 47(2):263-292.

16 Η σύγχρονη αντι-εμβολιαστική επιχειρηματολογία θα μπορούσε να ενταχθεί στην εγκατάλειψη του κριτηρίου της «χρησιμότητας» όσον αφορά την απόφαση/επιλογή για εμβολιασμό. Οι Kahneman και Tversky σημείωναν πως υπάρχει μία ασυμμετρία ανάμεσα στο κέρδος και την απώλεια ακόμα και αν τα «ποσά» είτε του κέρδους είτε της απώλειας είναι ισόποσα, ισοδύναμα. Η απώλεια είναι πιο έντονη από ό,τι το κέρδος και το ρίσκο χρωματίζεται από τον φόβο της απώλειας παρά από το ενδεχόμενο κέρδος. Βλ. Tversky A, Kahneman D. Loss aversion in riskless choice: a reference dependent model. Q J Econ 1991, 107(4):1039-1061. Για την αποκλίνουσα συμπεριφορά και τις διαδικασίες λήψης απόφασης, βλ. Simon J, Wang Y and Keller LR, PARADOXES AND VIOLATIONS OF NORMATIVE DECISION THEORY, Wiley Encyclopedia of Operations Research and Management Science John Wiley & Sons, Inc. 2010.

17 Simon J, Wang Y and Keller LR, PARADOXES AND VIOLATIONS OF NORMATIVE DECISION THEORY, Wiley Encyclopedia of Operations Research and Management Science John Wiley & Sons, Inc. 2010.

18 Ενώ η θεωρία των σχημάτων φαίνεται να έχει εκτεταμένη αποδοχή, εντούτοις, οι ασάφειες ως προς τη δομή τους αποτελεί ένα μόνιμο στοιχείο βάσιμης κριτικής.

19 Roger Ratcliff and Gail McKoon. The Diffusion Decision Model: Theory and Data for Two-Choice Decision Tasks. Neural Comput. 2008 Apr; 20(4): 873-922. Η συνεχής σώρευση πληροφορίας μειώνει προοδευτικά την αβεβαιότητα μέχρις ότου φθάσεις στον ουδό.

20 Η υπόθεση των «πέντε κύριων τύπων προσωπικότητας», (the 5big traits of personality) είναι μία ενδιαφέρουσα, ερμηνευτική προσέγγιση. Από τους πέντε τύπους προσωπικότητας, για το συγκεκριμένο ζήτημα της «υποδοχής» του αναπάντεχου, της διάστασης, θα διάλεγα, εντελώς σχηματικά, το ζευγάρι «Δεκτικότητα/Ευσυνειδησία (Openness/Conscientiousness). Ο Δεκτικός τύπος καλοδέχεται την ασυμβατότητα και τη θεωρεί ευκαιρία να εμπλουτίσει το νοητικό του σχήμα, ενώ στην ακραία του μορφή μπορεί να εμφανίζεται ιδιαίτερα ευεπίφορος σε ακραίες συμπεριφορές αναζήτησης. Αντίθετα στον «Ευσυνείδητος» επικρατεί η πειθαρχία, ο έλεγχος των παρορμήσεων, η προτίμηση για προγραμματισμένες συμπεριφορές, χαρακτηριστικά που σε ακραία μορφή μπορεί να καταλήξουν σαν υπερβολικό πείσμα, έλλειψη στοιχειώδους νοητικής ευλυγισίας και στενοκεφαλιά. Για τη θεωρία των «πέντε κύριων τύπων προσωπικότητας» βλ. De Young C et al, 10 Aspects of the Big Five in the Personality Inventory for DSM-5, Personal Disord. 2016 Apr; 7(2): 113-123. Για τα ελληνικά δεδομένα βλ. Μπεζεβέγκης, Παυλόπουλος & Μουρουσάκη (2020). Χαρακτηριστικά της παιδικής προσωπικότητας όπως παρουσιάζονται στη φυσική γλώσσα των γονέων. Psychology: the Journal of the Hellenic Psychological Society, 3(2), 46-57.

21 Το ποίημα δημοσιεύθηκε το 1931 όταν ο Γ. Σ. ήταν 31 ετών (1900-1971)

22 Το θεώρημα Baynes στη διαδικασία απόφασης. Από την πληθώρα των μελετών, βλ. Wei Ji Ma. Bayesian Decision Models: A Primer. Νeuron, 2019 Oct 9;104(1):164-175.

23 «… Όταν ηχογραφούσαμε, λέω στον Μπιθικώτση “Πρόσεξε την άνω τελεία. Εκεί που λες πήραμε τη ζωή μας, βάλε παύση πριν πεις λάθος”. Στα αυτιά μου είχα την προτροπή-παράκληση του ποιητή: “Την άνω τελεία! Την άνω τελεία! Αλλιώτικα μου αντιστρέφεις το νόημα”. Τελικά όμως αυτό αποδείχθηκε ανεφάρμοστο στην πράξη, με αποτέλεσμα να ακουστεί η λέξη “λάθος” κολλητά στο “πήραμε τη ζωή μας”, δίνοντας αντίθετο νόημα στο ποίημα. Όμως πόσο κατανοητό ήταν για το λαό, που ποιος λίγο, ποιος πολύ, είχε πάρει τη ζωή του λάθος…» Βλ. Αναμνήσεις του Μ. Θεοδωράκη στο δίκτυο. Ο Γ. Μούτσιος, σε αντίθεση με τον Γ. Μπιθικώτση, τραγούδησε την «Άρνηση» με τη σεφερική εκδοχή κάνοντας παύση ανάμεσα στο «τη ζωή μας και στο Λάθος!»