του Δημήτρη Πλουμπίδη
Ομότιμος καθηγητής Ψυχιατρικής ΕΚΠΑ

σύναψις 64 [2022 – τόμος 18]

Κωστής Γκοτσίνας: «Επί της ουσίας. Ιστορία των ναρκωτικών στην Ελλάδα, 1875-1950»

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης / Γαλλική Σχολή Αθηνών, 2021, σελ. 528

Δύο πρόσφατα βιβλία, ξεκινώντας από τον 19ο αιώνα, έχουν καταγράψει και φωτίσει τις κοινωνικές, ιατρικές και νομικές πλευρές της χρήσης ουσιών στη χώρα μας. Από τη δεκαετία του 1920 η «τοξικομανία» πολλαπλασιάστηκε και έλαβε διαστάσεις κοινωνικού φαινομένου, συζητήθηκε έντονα στον τύπο, γράφτηκαν βιβλία από ψυχίατρους, νομικούς και στελέχη της αστυνομίας, στηλιτεύθηκε, «τραγουδήθηκε», προκάλεσε αυστηρή κατασταλτική νομοθεσία με φυλακίσεις και εξορία των χρηστών, εγκλεισμό σε ψυχιατρικά ιδρύματα δημόσια και ιδιωτικά, ιατρικές και άλλες θεραπευτικές παρεμβάσεις μικρής αποτελεσματικότητας. Οι δύο συγγραφείς επιχειρούν μια συνολική καταγραφή, με διαφορετική επικέντρωση, ο καθένας, στις διακριτές πλευρές που συνθέτουν ένα περίπλοκο πρόβλημα δημόσιας υγείας, με σοβαρές κοινωνικές προεκτάσεις.

Πρόκειται για το προϊόν επταετούς, ακαδημαϊκά άρτιας έρευνας του ιστορικού Κ. Γκοτσίνα, συνέχεια της διατριβής του: « Ulcères sociaux . La société grecque d’entre deux guerres face à la drogue », στο Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales της Γαλλίας. Αναφέρω το ιδιαίτερα επιμελημένο ευρετήριο, καθώς είναι απαραίτητο βοήθημα για τις πολύπλευρες βιβλιογραφικές αναφορές και τη συστηματική έρευνα σε ένα εντυπωσιακό όγκο αρχείων εφημερίδων, περιοδικών φυλλαδίων και φωτογραφιών της εποχής, που μας επιτρέπει να συνθέσουμε την αποτύπωση της εικόνας της χρήσης ουσιών και της εξάρτησης, ως διευρυνόμενου κοινωνικού φαινομένου. Έντονα αισθητό στην Αθήνα όπως αυτή γιγαντώθηκε μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Μικρασιατική καταστροφή, με τον ιδιαίτερο κοινωνικό και πολιτιστικό της χαρακτήρα, τις διαφορές του κέντρου από τις γειτονιές, όπου και η εμφάνιση του ρεμπέτικου.

Αναδεικνύει όλο το νομικό πλαίσιο αρχικά περιορισμού και στη συνέχεια απαγόρευσης της καλλιέργειας και διάθεσης της κάνναβης το 1920. Η χρήση της μορφίνης, της κοκαΐνης και στη συνέχεια της ηρωίνης έκαναν την εμφάνιση τους τον 20ό αιώνα , αλλά θα πάρουν τις διαστάσεις κοινωνικού φαινομένου προς το τέλος της δεκαετίας του 1920. Συμμετοχή της Ελλάδας από την αρχή στις διεθνείς απαγορευτικές συνθήκες Σαγκάης (1909), Χάγης (1912), Γενεύης (1925), με ανάλογη προσαρμογή της νομοθεσίας. Απαγορεύσεις που συνοδεύονται με ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών, σημείο τομής τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ η ενίσχυση της απαγορευτικής νομοθεσίας εντείνεται τη δεκαετία του 1930. Χρήστες στη φυλακή του Άσσου Κεφαλληνίας , εξορίες , πειθαρχική μονάδα για τους χρήστες στρατιώτες στο Καλπάκι δείχνουν τη διάθεση καταστολής, που εξελίσσεται άλλωστε παράλληλα με τις πολιτικές διώξεις κυρίως κατά των κομμουνιστών και θα ενταθεί κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Ι. Μεταξά. Αποτυπώνεται στα βιβλία που έχουν γράψει γνωστά στελέχη της αστυνομίας, όπως ο Α. Κουτσουμάρης, Ν. Αρχιμανδρίτης , Σπ. Παξινός. Παρά τις εισαγωγές στα ψυχιατρικά ιδρύματα, η αποτελεσματικότητα φαίνεται περιορισμένη με επικέντρωση κυρίως στο αρχικό σύνδρομο στέρησης. Αμήχανες ιατρικές και θεραπευτικές προτάσεις, πέραν της βίαιης ή σταδιακής διακοπής της χρήσης, ως απάντηση στην ορμητική εξάπλωση της χρήσης του χασίς και κυρίως της κοκαΐνης, της μορφίνης και της ηρωίνης. Από τους νευρολόγους ψυχίατρους, ξεχωρίζει το έργο του Μ. Στριγγάρη, ενώ επίσης έγραψαν οι Κ. Κατσαράς, Κ. Μιταυτσής , οι Δ. Κουρέτας και Φ. Σκούρας για τη χρήση στον στρατό. Ο Κ. Γκοτσίνας αφιερώνει σημαντικά κεφάλαια μέσω των γραπτών εκείνης της εποχής στην ανάλυση των φόβων από τη χρήση για τις οικογένειες, τον στρατό, την ίδια την Ελλάδα, τη σχέση της χρήσης ουσιών με το έγκλημα και τον ταξικό της χαρακτήρα. Αφιερώνει σε αυτό το ζήτημα ένα ολόκληρο κεφάλαιο με τον τίτλο «Ναρκωτικά των Τάξεων», όπου περιγράφεται η διάδοση της χρήσης σε ανώτερες και κατώτερες τάξεις, με σημαντικές διαφορές που αφορούσαν το πλαίσιο της χρήσης. Το χασίς στους ανθρώπους του μεροκάματου, οι ακριβότερες ουσίες και οι σύριγγες συχνότερες σε υψηλότερα κοινωνικά στρώματα, με σχετική ρευστότητα των ταξικών ορίων και μάλλον εσφαλμένη τη διαδεδομένη αντίληψη της κοκαΐνης ως ίδιον μόνο των ανώτερων τάξεων. Τον πλούτο των επιμέρους αναλύσεων και συσχετίσεων θα αναδείξει μόνο η ανάγνωση του βιβλίου.