Βενετσάνος Μαυρέας
Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
σύναψις 64 [2022 – τόμος 18]
Ανδρέας Κ. Πανανικολάου
Μυστική Γνώση
Μια επιστημονική προσέγγιση του θρησκευτικού, φιλοσοφικού και φαρμακογενούς μυστικισμού
Εκδόσεις Gutenberg, 2021, Σελ. 266
Τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς, ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή τα βιβλία του ανθρωπολόγου Carlos Castaneda, στα οποία περιέγραφε τις «μυστικές εμπειρίες» του στο βόρειο Μεξικό με χρήση ψυχοτρόπων ουσιών, που προέρχονταν από το φυτό peyote, και τις διδασκαλίες του Don Juan, ενός τοπικού σαμάνου (Castaneda 1978). Μέσω αυτών, ο Castaneda αναφέρονταν στη μύησή του σε «περιοχές όπου η γνώση είναι η βίωση του ακατάληπτου» και στην «ικανότητα να δει πέρα από την επιφανειακή πραγματικότητα της ζωής». Οι εμπειρίες που περιγράφει στα βιβλία του θυμίζουν τις Μυστικές Εμπειρίες που περιγράφει ο Ανδρέας Παπανικολάου στο βιβλίο του Μυστικές Εμπειρίες (Παπανικολάου 2021). Τα βιβλία του Castaneda αμφισβητήθηκαν ως προς την εγκυρότητά τους από πολλούς και θεωρούνται προϊόντα μυθοπλασίας (fiction) παά πραγματικά γεγονότα (Shelbourne 1987).
Είναι κατανοητό πως κείμενα παρόμοιου είδους «απαντούν» σε πανάρχαιες υπαρξιακές αγωνίες και ερωτήματα που αφορούν στη σχέση μας με το υπερβατικό και στη γνώση που συνειδητά δεν είναι δυνατό να αποκτηθεί. Η ιστορία του ανθρώπου βρίθει από προσπάθειες σύζευξης με το υπερβατικό και δημιουργίας σχέσης με αυτό, ώστε να απαντηθούν τα βασικά ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης που, με βάση τη λογική επαγωγική γνώση βασίζεται σε εμπειρικά δεδομένα. Η «δημοκρίτεια» κοσμοθεωρία όπως την αναφέρει στο βιβλίο του ο Ανδρέας Παπανικολάου είναι αυτή με την οποία πορευόμαστε στην καθημερινή μας ζωή βασιζόμενοι στην εμπειρία όπως καθορίζεται από τη λογική. Όμως δεν είναι δυνατό να απαντήσει στα υπαρξιακά ερωτήματα και στη σχέση μας με το υπερβατικό. Αντίθετα, με βάση τη «διηνεκή» (perennial), κατά Huxley, κοσμοθεωρία, που πρεσβεύει την ύπαρξη «ενός κόσμου αληθινού, κρυμμένου πίσω από το λεπτό προπέτασμα που καθορίζει την περίμετρο της συμβατικής συνειδητότητας», όπως την περιγράφει ο Ανδρέας Παπανικολάου, απαντώνται τα υπαρξιακά ερωτήματα της προέλευσής μας, της σχέσης μας με το υπερβατικό και την προαιώνια πνευματική οντότητα, με την οποία η ένωσή μας μεταφέρει τη «γνώση» που απαντά στα υπαρξιακά μας ερωτήματα.
Η αντίθεση ανάμεσα στις δύο κοσμοθεωρίες είναι εμφανής. Η πρώτη αναλύει τον κόσμο με βάση τα δεδομένα της συνειδητής εμπειρίας, ενώ η δεύτερη, της οποίας η φύση και οι ιδιότητες παραμένουν απόκρυφες και ανεξιχνίαστες, δίνει άμεση απάντηση και νόημα στα βασικά ερωτήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω, μέσω μιας προαιώνιας πνευματικής οντότητας, οι βουλές της οποίας αποβλέπουν στην ενότητα των πάντων και στην ανθρώπινη ευδαιμονία. Οι μυστικές εμπειρίες που έχουν καταγραφεί στην ανθρώπινη ιστορία και από τους μύστες διαφόρων φιλοσοφικών ρευμάτων και θρησκειών, μέσω της χρήσης ψυχοδηλωτικών ουσιών, αλλά και αυθόρμητα σε κάποιες περιπτώσεις, όπως αναλυτικά αναφέρονται στο βιβλίο, είναι χαρακτηριστικές και αφορούν αυτή τη δεύτερη «διηνεκή» κοσμοθεωρία. Η στάση της μιας απέναντι στην άλλη είναι συχνά εχθρική και απορριπτική. Ο Kant, για παράδειγμα, απορρίπτει τον μυστικισμό ως «φανατισμό», επειδή δεν βασίζεται στην έλλογη γνώση την οποία απορρίπτει (Palmquist 1989). Από την άλλη πλευρά, παρά το γεγονός πως μυστικές εμπειρίες έχουν υπάρξει και καταγραφεί σχεδόν σε όλους τους πολιτισμούς και τα φιλοσοφικά και θρησκευτικά ρεύματα, αυθόρμητα αλλά και μέσω της χρήσης ψυχοδηλωτικών ουσιών, η βιολογική, ψυχολογική/ψυχιατρική και ιατρική έρευνα, ασχολείται κυρίως με την εξήγηση και την ερμηνεία των
φαινομένων που συνδέονται με τις μυστικές εμπειρίες.
Φυσικά, η ασυμβατότητα μεταξύ των δύο πλευρών, δεν είναι δυνατό να λυθεί παρά μόνο καταφεύγοντας στη χουσερλιανή μέθοδο της «εποχής» (epoché), μέσω της οποίας ο ερευνητής απέχει από κάθε κρίση που συνεπάγεται τη λήψη θέσης για την οντολογία και τις αιτιολογικές υποθέσεις για τα πράγματα (Farina 2014). Αυτήν ακολουθεί και ο Ανδρέας Παπανικολάου στο βιβλίο του που εξετάζει φαινομενολογικά τις μυστικές εμπειρίες προκειμένου με επιστημονικό τρόπο να αποφανθεί για την αξιοπιστία και την εγκυρότητά τους.
Όπως ο Jaspers πρότεινε στο σπερματικό άρθρο του το 1912 (Jaspers 1968/1912) και στη συνέχεια στο opus magnum του Γενική Ψυχοπαθολογία το 1913 (Jaspers 1963/1913), η σειρά των διαδικασιών της φαινομενολογικής μελέτης των ψυχολογικών (νοητικών) φαινομένων ακολουθεί την εξής σειρά:
1. Παρουσίαση (presentification, Vergegenwärtigung), κατά την οποία μέσω της ενσυναισθητικής κατανόησης καταμετρούμε τα εξωτερικά χαρακτηριστικά των ψυχικών φαινομένων και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτά παρουσιάζονται. Σε αυτή, σημασία έχουν οι ατομικές περιγραφές των ασθενών (στη συγκεκριμένη περίπτωση των μυστών) που μας παρουσιάζονται είτε μέσω ζωντανής επικοινωνίας είτε μέσω γραπτών μαρτυριών.
2. Δ ιαχωρισμός (Demarcation, Begrezung). Αφορά στην ομαδοποίηση των φαινομένων και στην απόδοση τίτλου/ όρου σε καθένα από αυτά προκειμένου να αποδοθούν έννοιες για τη χρήση τους.
3. Περιγραφή (Description, Beschreibung). Εδώ έχουμε συστηματοποίηση κατηγοριών, συγκρίσεων, έλεγχο ομοιοτήτων και διάταξη κατά σειρές.
Παρά το γεγονός πως ο Jaspers αποφεύγει να χρησιμοποιήσει τη χουσερλιανή έννοια της ουσίας (essence, Wessenschau), η χρήση της είναι σημαντική στην αναγνώριση των ορίων της έρευνας κάθε ψυχικού γεγονότος. Τέλος, ο Jaspers χρησιμοποιεί με φειδώ την έννοια της σύνδεσης μεταξύ των ψυχικών φαινομένων και τη γενετική σύνδεση του ενός με το άλλο.
Στο βιβλίο του ο Ανδρέας Παπανικολάου ακολουθεί αυτή τη σειρά της κλασικής γιασπερσιανής φαινομενολογίας προκειμένου να φθάσει στο αποτέλεσμα που είναι η βασική ιδέα του βιβλίου, δηλαδή στη με επιστημονική μέθοδο, απόφανση σχετικά με την αξιοπιστία και εν τέλει την εγκυρότητα των μυστικών εμπειριών.
Το πρώτο θέμα είναι η παρουσίαση και ο προσδιορισμός του αντικειμένου της έρευνάς του στα πρώτα τρία κεφάλαια. Οι εμπειρίες περιγράφονται χωρίς συστηματικό τρόπο και χωρίς να διαχωρίζονται τα ουσιώδη από τα επουσιώδη και συνοδά χαρακτηριστικά τους, διαχωρίζοντας απλώς τις εξωστρεφείς από τις ενδοστρεφείς εμπειρίες, αλλά και υποδηλώνοντας τις επιφανειακές και διαφορετικές μορφές που είναι δυνατόν να λάβουν, ανάλογα τόσο με το δόγμα και το πολιτισμικό περιβάλλον όσο και με τις συνθήκες εμφάνισής τους.
Στη συνέχεια, στα επόμενα 14 κεφάλαια παρατίθενται τα χαρακτηριστικά που αφορούν στην εκδήλωση των μυστικών εμπειριών αυθόρμητα, σε διαφορετικά φιλοσοφικά και θρησκευτικά περιβάλλοντα (Πλάτωνας, Πλωτίνος, Ινδουιστές, Βουδιστές και Ζεν, Αθωνίτες, Μύστες της Δυτικής Εκκλησίας, Ιουδαϊσμός και Ισλάμ) στις περιθανάτιες εμπειρίες και τη χρήση ψυχοδηλωτικών ουσιών, καθώς και στις ερευνητικές προσπάθειες συλλογής πειραματικών δεδομένων για τα χαρακτηριστικά των μυστικών εμπειριών, όπως το «Πείραμα της Μεγάλης Παρασκευής» και επακόλουθων ερευνών. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες οι ομοιότητες που παρουσιάζονται μεταξύ των εμπειριών σε κάθε ένα από αυτά, καθώς και εκείνες που αφορούν στις συνθήκες που συντελούν στην ανάδυση της μυστικής εμπειρίας, ανεξάρτητα από το θρησκευτικό ή φιλοσοφικό δόγμα, την αυτόματη ανάδυση αλλά και άλλες συνθήκες που τις ευνοούν, όπως στις προθανάτιες εμπειρίες. Σε κάθε περίπτωση, αναδύεται το «άρρητο» της εμπειρίας, η ευδαιμονία που εμπεριέχει η βίωσή της, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις και το αρνητικό συναίσθημα και ο φόβος που εμπεριέχουν, η μικρή διάρκειά τους, η «γνώση» που αποκτάται, ο φωτεινός της χαρακτήρας και το «κενό» που τη συνοδεύει και η σύνδεση ή η ένωση με τη μυστική υπερβατική πραγματικότητα με τις διάφορες ονομασίες που αυτή αποκαλείται (Θεός, Εν, Συμπαντική Τάξη, Συμπαντική Ψυχή, κ.λπ.). Επίσης, όσον αφορά στις συνθήκες που ευνοούν την ανάδυσή τους, υπάρχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά που αφορούν την κένωση του νου από άλλες σκέψεις ή εμπειρίες, την κάθαρση από αρνητικά αισθήματα και τον ενάρετο βίο, αν και αναλόγως, κάποιες ιδιαίτερες απαιτήσεις, που, για παράδειγμα, αφορούν τους Αθωνίτες μοναχούς σχετικά με τη στέρηση και τη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία, φαίνεται να μην είναι απαραίτητες σε όλες τις περιπτώσεις. Τέλος, καθίσταται σαφές πως ορισμένες εμπειρίες που προηγούνται ή έπονται των μυστικών καταστάσεων, όπως τα οράματα και άλλες ψευδο-ψευδαισθήσεις, δεν αποτελούν ουσιώδη χαρακτηριστικά τους.
Στα επόμενα τέσσερα κεφάλαια, το βιβλίο ασχολείται με την αξιοπιστία των περιγραφών των μυστικών εμπειριών, ξεχωρίζοντας τα ουσιώδη από τα επουσιώδη χαρακτηριστικά τους, απορρίπτοντας αρχικά όρους που παραπέμπουν μάλλον σε ερμηνεία και εξήγησή τους, είτε βιολογική είτε ψυχολογική. Διαχωρίζει τα χαρακτηριστικά τους σε εκείνα που αφορούν στην εμπειρία καθαυτή, από εκείνα που αφορούν στο αντικείμενό της ή και στα δύο, ούτως ώστε οι περιγραφές να είναι αξιόπιστες. Τελικά, καταλήγει μέσω αυτής της φαινομενολογικής ανάλυσης σε δύο κατηγορίες χαρακτηριστικών:
1. Στα χαρακτηριστικά της εμπειρίας ως υποκειμενικού βιώματος (γνώση, βεβαιότητα και εγκυρότητα, άρρητο της εμπειρίας, παθητικότητα του υποκειμένου, επαφή του υποκειμένου με το αντικείμενο της εμπειρίας, θετική θυμική κατάσταση του υποκειμένου, ιερό δέος και αφοβία, επιρροή στη μετέπειτα συμπεριφορά του υποκειμένου).
2. Στα χαρακτηριστικά του αντικειμένου της υπερβατικής γνώσεως (εκθαμβωτική λαμπρότητα φωτός και σκότους, ουσιαστική ενότητα, ομοιότητα με ζώσα συνείδηση, αιωνιότητα πέραν του χώρου και του χρόνου).
Με βάση τα παραπάνω, προσδιορίζεται και η εγκυρότητα των μυστικών εμπειριών, σύμφωνα με τον William James, των πραγματιστικών κριτηρίων, των επιπτώσεών τους και της φερεγγυότητάς τους. Κατ’ αυτόν, οι μυστικές εμπειρίες είναι έγκυρες γι’ αυτούς που τις βιώνουν, δεν παρέχουν εγγυήσεις της φερεγγυότητάς τους, αλλά καταστρατηγούν την αυθεντία της ορθολογικής συνείδησης. Κατά τον Ανδρέα Παπανικολάου, για την κρίση της εγκυρότητας «αρκεί το γεγονός ότι όλες οι μυστικές καταστάσεις χαρακτηρίζονται από όλα τα ουσιώδη γνωρίσματα που καθορίστηκαν βάσει των εμπειρικών ενδείξεων που παρατέθηκαν». Με αυτή τη λογική, δέχεται πως οι μυστικές εμπειρίες με τα χαρακτηριστικά τους όπως καθορίστηκαν, κατέχουν αυτό που στην ψυχομετρία θα ορίζαμε ως «εγκυρότητα περιεχομένου» και «εγκυρότητα όψεως», αν και αυτές καθορίζονται, εν μέρει, όσον αφορά τα επιφανειακά τους γνωρίσματα, από πολιτισμικούς παράγοντες.
Όσον αφορά την εγκυρότητα με βάση τις φυσικές επιστήμες αλλά και την ψυχιατρική και τις νευροεπιστήμες, είναι φυσικό, όλες οι ανθρώπινες εμπειρίες να εξαρτώνται από πολύπλοκους εγκεφαλικούς σχηματισμούς και από τη δραστηριότητά τους. Αυτό φυσικά δεν αναιρεί την πραγματικότητα της υποκειμενικής εμπειρίας και του βιώματός της, ανεξάρτητα από τη γνώση των βιολογικών και ψυχολογικών μηχανισμών που υποκρύπτονται πίσω από αυτήν. Άλλωστε, όσον αφορά την ψυχανάλυση και τις ερμηνευτικές της προσεγγίσεις, ορθώς απορρίπτονται από τον συγγραφέα λόγω μη διαψευσιμότητας της ψυχαναλυτικής θεωρίας, ενώ όσον αφορά στις νευροεπιστήμες, τονίζεται πως δεν έχουν γίνει μέχρι σήμερα γνωστοί οι μηχανισμοί μέσω των οποίων παράγονται αυτές οι εμπειρίες, κάτι που πιθανότητα στο μέλλον θα γίνει γνωστό, παρά το γεγονός πως ψυχοδηλωτικά φάρμακα που δρουν μέσω εγκεφαλικών σχηματισμών φαίνεται να παράγουν παρόμοιες εμπειρίες.
Τελικά, ο Ανδρέας Παπανικολάου εκφράζεται θετικά σχετικά με την εγκυρότητα των χαρακτηριστικών της μυστικής εμπειρίας, πρώτον βάσει της πεποίθησης των υποκειμένων για την εγκυρότητά τους, και δεύτερον βάσει των αποτελεσμάτων και των αλλαγών που επιφέρουν σε αυτούς που τη βιώνουν, ακολουθώντας τους Franz Brentano και William James για την πραγματικότητα των βιωμάτων των μυστικών εμπειριών.
Στο τελευταίο κεφάλαιο «περί της υπάρξεως του μυστικού αντικειμένου», ο συγγραφέας στέκεται κριτικός/ απέναντι και στις δύο κοσμοθεωρίες που ερίζουν σχετικά, τονίζοντας, μέσω της αναφοράς στον Σωκράτη, όπως αναφέρεται στον «Φαίδωνα» του Πλάτωνος, για την ανάγκη συνεχούς αναζήτησης της γνώσης που απαντά στα σημαντικά ερωτήματα, απορρίπτοντας έτσι κάθε είδους μεταφυσική.
Σημαντικός είναι ο διαχωρισμός των μυστικών εμπειριών από τα ψυχοπαθολογικά φαινόμενα του ψυχωτικού φάσματος με τα οποία συχνά συγχέονται, όπως οι παραληρητικές ιδέες και οι ψευδαισθήσεις, ιδιαίτερα εκείνες που προκύπτουν στο πλαίσιο του αυτόχθονου παραληρήματος των σχιζοφρενικών διαταραχών, μέσω της τριάδας «παραληρητικό συναίσθημα, παραληρητική αντίληψη, σχηματισμός παραληρήματος» (Schneider 1959/1962). Αυτές είναι δυνατό να λαμβάνουν ένα «αποκαλυπτικό» περιεχόμενο, συνοδευόμενο από διαταραχή της αίσθησης του Εγώ που συχνά βιώνεται ως ελεγχόμενο από αλλότριες δυνάμεις.
Από τις πρώτες σημαντικές μελέτες, ο Stace (1960) περιγράφει με σαφήνεια τις μυστικές εμπειρίες ώστε να διαχωρίζονται από ψυχοπαθολογικά φαινόμενα, όπως οι παραληρητικές ιδέες, οι ψευδαισθήσεις, οι παραισθήσεις και οι καταστάσεις έκστασης. Σύγχρονες μέθοδοι εξέτασης και καταγραφής της περιγραφικής ψυχοπαθολογίας, όπως το SCAN (Schedules for Clinical Assessment in Neuropsychiatry), διαχωρίζουν επίσης σαφώς τις μυστικές εμπειρίες από παρόμοιες καταστάσεις [καταστάσεις έκστασης και κατοχής (trance and possession states)], αλλά και από ψυχωτικά συμπτώματα, όπως είναι οι εμπειρίες υποκατάστασης της βούλησης, οι ψευδαισθήσεις και οι παραληρητικές ιδέες θρησκευτικού ή παραφυσικού περιεχομένου (WHO 1999a, 1999b). Εν τούτοις, η μετά τον Stace βιβλιογραφία, σε αρκετές περιπτώσεις δεν διαχωρίζει επιτυχώς τα φαινόμενα αυτά από τις καθαρά ψυχοπαθολογικές εικόνες, προκαλώντας σημαντική σύγχυση. Ο Deikman (1971) χρησιμοποιεί τον όρο «μυστική ψύχωση» (mystical psychosis) για τις περιπτώσεις ψυχωτικών ασθενών με παραληρητικά στοιχεία μυστικού περιεχομένου, που προηγούνται της έναρξης της, σχιζοφρενικής συνήθως, ψυχωτικής διαταραχής, τα οποία, κατά τον ίδιο, πιθανολογούν κοινούς παθογενετικούς μηχανισμούς. Είναι σαφές, πως αυτά εμπίπτουν στην παραληρητική τριάδα του Schneider στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω. Οι Greenberg & συν (1992), συγχέουν τα χαρακτηριστικά των μυστικών εμπειριών με εκείνα των ψυχώσεων, διαχωρίζοντας τις καταστάσεις αυτές μόνο σε όρους διάρκειας και επακόλουθης έκπτωσης στην περίπτωση των ψυχώσεων, ενώ άλλοι συγγραφείς (π.χ. Levinson 1973, Runions 1979, Lukoff 1985, Torn 2011) χαρακτηρίζουν ως μυστικές εμπειρίες, τόσο σύγχρονα όσο και ιστορικά περιστατικά, τα οποία δεν πληρούν κατά κανέναν τρόπο τα χαρακτηριστικά τους, όπως περιγράφονται στο βιβλίο του Ανδρέα Παπανικολάου, αλλά αποτελούν πιθανότατα ψυχοπαθολογικές εικόνες οι οποίες εμπίπτουν σε ψυχιατρικές διαταραχές. Παράλληλα, συγγραφείς χρησιμοποιούν τον όρο «μυστικές εμπειρίες με ψυχωτικά χαρακτηριστικά» (Lukoff 1985) ή «καλοήθεις ψυχώσεις» (Jakson & Fulford 1997, 2003) για να περιγράψουν με τον πρώτο όρο οξείες ψυχωτικές εικόνες βραχείας διάρκειας καλής πρόγνωσης, με παραληρητικές ιδέες θρησκευτικού περιεχομένου, ενώ με τον δεύτερο τις ίδιες τις μυστικές εμπειρίες καθαυτές, αλλά και άλλες πνευματικού τύπου θρησκευτικές εμπειρίες. Σε αυτούς απαντά κριτικά η Brett (2002a), η οποία αρνείται τη χρήση του όρου ψυχωτικές εμπειρίες ή ψυχωτικά συμπτώματα στην περίπτωση των μυστικών εμπειριών και επιπλέον κάνει σαφή διαχωρισμό μεταξύ ψυχωτικών και μυστικών εμπειριών με βάση τις βασικές αρχές της περιγραφικής ψυχοπαθολογίας (Brett 2002b).
Από τις σημαντικές μελέτες που διαχωρίζουν σαφώς τις μυστικές εμπειρίες από τα ψυχωτικά συμπτώματα αναφέρουμε τις παρακάτω: Κατά τον Buckley (1981), παρά το γεγονός πως υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ τους, οι μυστικές εμπειρίες διαχωρίζονται σαφώς από τις χρόνιες ψυχωτικές διαταραχές στη βάση της βραχείας διάρκειάς τους και των διαταραχών της μορφής της σκέψης όπως και των αρνητικών συμπτωμάτων που τις συνοδεύουν, αν και είναι δυσκολότερος ο διαχωρισμός τους από τις οξείες σχιζοφρενικόμορφες διαταραχές με καλή πρόγνωση, οι οποίες όμως μπορεί να αποτελούν απλώς καταστάσεις με έντονες συναισθηματικές αλλαγές, οι οποίες χαρακτηρίζονται από αυξημένη ένταση της αντιληπτικότητας. Ιδιαίτερα σημαντική επίσης είναι η φαινομενολογική ανάλυση των Parnas & Henriksen (2016). Κατ’ αυτούς, οι μυστικές εμπειρίες και οι ψυχωτικές εμπειρίες των ψυχωτικών ασθενών μοιράζονται φαινομενολογικά ανάλογα χαρακτηριστικά, αλλά οι τελευταίες παρουσιάζουν συμπτώματα αποδιοργάνωσης της σκέψης και της βασικής αίσθησης του εαυτού και του εαυτού «μέσα στον κόσμο», ενώ η αίσθηση της «άλλης παρουσίας» συγχέεται με την ίδια την υποκειμενικότητα του ασθενή και παίρνει μορφή διωκτική, συνοδευόμενη συχνά από ανάλογες ψευδαισθήσεις. Αντίθετα, η ένωση με την «άλλη παρουσία» των μυστικών εμπειριών επιδιώκεται με στόχο τη διάχυση σε αυτή και την αποσύνδεση από τον κοινό κοινωνικό κόσμο. Τέλος, η συγκριτική μελέτη μεταξύ των εμπειριών που προκύπτουν από τη χρήση ψυχοδηλωτικών ουσιών και των ψυχωτικών συμπτωμάτων που εμφανίζονται στην έναρξη των ψυχώσεων δείχνει πως οι μεν πρώτες παίρνουν τον χαρακτήρα των μυστικών εμπειριών, ενώ τα δεύτερα της αλλοτρίωσης της αίσθησης του εαυτού και του εαυτού μέσα στον κόσμο (Nelson & Sass 2008).
Τα προβλήματα της σύγχυσης μεταξύ μυστικών εμπειριών και ψυχοπαθολογικών καταστάσεων έχουν επισημανθεί στο παρελθόν (Lukoff & συν 1992, 1998) και έχουν οδηγήσει τόσο την προηγούμενη (DSM-IV) όσο και την πρόσφατη ταξινόμηση της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρίας (DSM-5) να καταγράφει σε ξεχωριστό κωδικό τα «Προβλήματα τα σχετιζόμενα με τη θρησκεία ή την πνευματικότητα» (APA 1994, 2013). Παρόμοια πρόνοια απουσιάζει από την ταξινόμηση του ΠΟΥ ICD-10 (WHO 1992) που είναι σήμερα σε ισχύ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η ύπαρξη παραγόντων της προσωπικότητας που ευοδώνουν την έκλυση των μυστικών εμπειριών. Οι μελέτες που υπάρχουν αφορούν στις μυστικές εμπειρίες που συνδέονται με τη χρήση ψυχοδηλωτικών ουσιών, όπως η ψιλοκυβίνη, αλλά και η απουσία της χρήσης τους και παρουσιάζουν ενδιαφέρουσες αναλογίες. Οι ανασκοπήσεις αυτών των μελετών δείχνουν θετική συσχέτιση της θρησκευτικότητας και των μυστικών εμπειριών με παράγοντες της προσωπικότητας όπως η Συγκαταβατικότητα (Agreeableness), η Ευσυνειδησία (Conscientiousness) και σε ορισμένες μελέτες η Δεκτικότητα στην Εμπειρία (Openness to Experience), η τελευταία δε ιδιαίτερα στις μυστικές εμπειρίες που προκύπτουν από τη χρήση ψυχοδηλωτικών ουσιών (Piedmont & Wilkins 2013, Hood & Francis 2013, Aday & συν 2021).
Ένα τελευταίο σημείο που συνοψίζει τα παραπάνω. Από την ανάγνωση του βιβλίου του Ανδρέα Παπανικολάου και από όσα εκτέθηκαν ανωτέρω φαίνεται πως οι μυστικές εμπειρίες δεν αφορούν σε ψυχιατρικές διαταραχές, αν και μπορεί να συνυπάρχουν σε πάσχοντα άτομα. Είναι σημαντικός ο διαχωρισμός τους από ψυχοπαθολογικά φαινόμενα όπως το παραλήρημα και οι ψευδαισθήσεις, κάτι που μόνο η γνώση της ψυχοπαθολογίας μπορεί να κάνει εφικτό, ώστε να διαχωρίσει κανείς τις μυστικές εμπειρίες από τα ψυχωτικά συμπτώματα, ώστε να μην στιγματίζει άτομα που έχουν βιώσει αυτά τις ασυνήθιστες, αλλά μη παθολογικές εμπειρίες.
Βιβλιογραφία
Aday JS, Davis AK, Mitzkovitz CM, Bloesch EK, Davoli CC (2021). Predicting Reactions to Psychedelic Drugs: A Systematic Review of States and Traits Related to Acute Drug Effects. ACS Pharmacol. Transl. Sci. 2021, 4, 424-435.
APA (2013). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, Fifth Edition (DSM-5). Washington DC, American Psychiatric Association.
APA (1994). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, Fourth Edition (DSM-IV). Washington DC, American Psychiatric Association.
Brett C (2002a). Spiritual Experience and Psychopathology: Dichotomy or Interaction? Philos, Psychiat, & Psychol, 9:373-380.
Brett (2002b). Psychotic and Mystical States of Being: Connections and Distinctions. Philos, Psychiat, & Psychol, 9:321-341.
Buckley P (1981). Mystical Experience and Schizophrenia. Schizophrenia Bulletin, 7: 516-521.
Castaneda C (1978). Η Διδασκαλία του Δον Χουάν. Αθήνα: Καστανιώτης. Μετάφραση στα ελληνικά του βιβλίου “The Teachings of Don Juan: A Yaqui Way of Knowledge”, University of California Press, 1968.
Deikman AJ (1971). Bimodal Consciousness. Arch Gen Psychiatry, 25:481-489.
Farina G (2014). Some reflections on the phenomenological method. Dial. Phil. Ment. Neuro Sci, 7:50-62.
Greenberg D, Witztum E, Buchbinder JT. (1992). Mysticism and psychosis: The fate of
Ben Zoma. Brit J Med Psychol (1992), 65:223-235.
Hood RW, Francis LJ (2013). Mystical Experience: Conceptualizations, Measurement, and Correlates. Στο: KA Pargament, JJ Exline, JW Jones. APA Handbook of Psychology, Religion, and Spirituality. volume 1 Context, Theory, and Research. σσ. 391-406.
Jackson Μ, Fulford WKM (1997). Spiritual Experience and Psychopathology. Philos, Psychiat, & Psychol, 4:41-65.
Jackson Μ, Fulford WKM (2002). Psychosis Good and Bad: Values-Based Practice and the Distinction Between Pathological and Nonpathological Forms of Psychotic Experience. Philos, Psychiat, & Psychol, 9:387-394.
Jaspers K (1912/1968). The Phenomenological Approach in Psychopathology. Brit.J. Psychiat.,114:1313-1323.
Jaspers K. (1913/1963), General Psychopathology, trans. J. Hoenig & J.Hamilton. Manchester: Manchester Univ. Press.
Levinson P (1973). Religious Delusions in Counter-Culture Patients Am J Psychiatry 130:1265-1269.
Lukoff D (1985). The diagnosis of mystical experiences with psychotic features. J Transpers Psychol, 17:155-181.
Lukoff D, Lu F, Turner R (1992). Toward a more Culturally Sensitive DSMIV. Psychoreligious and Psychospiritual Problems. J Nerv Ment Dis, 180:673-682.
Lukoff D, Lu F, Turner R (1998). From Spiritual Emergency to Spiritual Problem: The Transpersonal Roots of the New DSM-IV Category. J Humanist Psychol, 38:21-50.
Nelson B, Sass LA (2008). The Phenomenology of the Psychotic Break and Huxley’s Trip: Substance Use and the Onset of Psychosis. Psychopathology;41:346-355.
Palmquist SR (1989). Kant’s Critique of Mysticism: (2) The Critical Mysticism. Philosophy and Theology, IV:67-94.
Παπανικολάου ΑΚ. Μυστική Γνώση. Μια επιστημονική προσέγγιση του θρησκευτικού, φιλοσοφικού και φαρμακευτικού μυστικισμού. Gutenberg, Αθήνα 2021.
Parnas J, Henriksen MG (2016). Mysticism and schizophrenia: A phenomenological exploration of the structure of consciousness in the schizophrenia spectrum disorders. Consciousness and Cognition 43:75–88.
Piedmont RL, Wilkins TA (2013). Spirituality, Religiousness, and Personality: Theoretical Foundations and Empirical Applications. Στο: KA Pargament, JJ Exline, JW Jones. APA Handbook of Psychology, Religion, and Spirituality. volume 1 Context, Theory, and Research. σσ. 173-186.
Runions JE (1979). The Mystic Experience. A Psychiatric Reflection. Can. J. Psychiatry, 24:147-151.
Schneider K (1959/1962). Κλινική Ψυχοπαθολογία. Αθήνα, Εκδόσεις Παρισιάνου. Μετάφραση του βιβλίου “Klinische Psychopathologie”, Stuttgart, George Thieme Verlag.
Shelburne WA (1987). “Carlos Castaneda: If It Didn’t Happen, What Does It Matter?”. Journal of Humanistic Psychology, 27:217-227. Stace WT (1960). Mysticism and Philosophy. London: MacMillan.
Torn A (2011). Medieval mysticism or psychosis? The Psychologist, 24:788-790.
WHO (1992). The ICD-10 Classification of Mental and Behavioural Disorders. Clinical descriptions and diagnostic guidelines. Geneva, WHO.
WHO (1999a). Schedules for Clinical Assessment in Neuropsychiatry, version 2.1, Interview. Geneva, WHO.
WHO (1999b). Schedules for Clinical Assessment in Neuropsychiatry, version 2.1, Glossary. Geneva, WHO.