Πρόλογος του Φίλιππου Καργόπουλου
Καθηγητής Λογικής, Επιστημολογίας και Γνωσιοεπιστήμης

σύναψις 64 [2022 – τόμος 18]

Στέλιος Κερασίδης
Παράδοξο κλάμα – Τώρα γιατί κλαίω;

Εκδόσεις ΠΑΡΙΣΙΑΝΟΥ ΑΕ, Αθήνα 2022, σ. 166

Την ιδέα που συνέλαβε διαισθητικά ο Ηράκλειτος με το «η φύση αγαπά να κρύβεται» και το «ο θεός ούτε αποκαλύπτει, ούτε κρύβει, αλλά δίνει σημάδια» την αποδίδουμε οι νεότεροι συχνά με το «ο διάβολος κρύβεται στη λεπτομέρεια» και «η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα». Στην επιστημονική σκέψη χρειάζεται οξυδέρκεια για να καταλάβουμε ότι πίσω ή δίπλα από κάτι που παίρνουμε ως δεδομένο και φυσιολογικό εμφανίζεται κάτι που αξίζει να εξηγήσουμε.

Στο δοκίμιο που ακολουθεί, ο Κερασίδης βρήκε άλλο ένα τέτοιο σημείο όπου η φύση «μας κλείνει το μάτι», και κάνει μια πρώτη προσπάθεια να αναπτύξει και να ερμηνεύσει τον γρίφο που εντόπισε. Το να κλαίμε για μια απώλεια ή μια συμφορά είναι κατανοητό, αλλά πώς μπορούν να υπάρχουν περιπτώσεις όπου κλαίμε για κάτι που κανονικά μας κάνει να χαιρόμαστε;

Το αίνιγμα αυτό δεν αφορά σε μια ασήμαντη λεπτομέρεια. Τα αισθήματα, τα συναισθήματα, οι συγκινήσεις, τα πάθη είναι ίσως τα σημαντικότερα στοιχεία στην περιπέτεια της ζωής μας: ζούμε για αυτά και εξ αιτίας αυτών. Όπως λέει σωστά ο David Hume: «Reason is and ought only to be slave to the passions». Αλλά και όταν λείπει η περισσή συγκίνηση από τη ζωή μας, την αναζητούμε στην τέχνη, η οποία αν δεν προσφέρει συγκίνηση μοιάζει αδύναμη, βαρετή και άχρηστη.

Ωστόσο το εγχείρημα του Κερασίδη εντάσσεται και σε ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο, στη γενικότερη δηλαδή απόπειρα να κατανοήσουμε τον άνθρωπο μέσα από τη διεπιστημονική προσπάθεια να εξηγήσουμε τη νοημοσύνη ως το βασικό ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου. Στη γνωσιοεπιστήμη λοιπόν, ενώ ξεκινήσαμε με την ιδέα ότι η νοημοσύνη συνίσταται σε μορφοτυπικό χειρισμό συμβολικών αναπαραστάσεων που ακόμη και ένα μηχανικό σύστημα θα μπορούσε να πραγματοποιήσει, στη συνέχεια δεχτήκαμε την ιδέα ότι η νοημοσύνη πρέπει κάπως να αποκτάται, δηλαδή να μαθαίνεται, και ότι τέτοια μάθηση προϋποθέτει, πέραν της μνήμης, και συνειδητότητα τουλάχιστον στον βαθμό που η μάθηση εμπλέκει πόνο, φόβο, ευχαρίστηση. Τέλος σ’ αυτήν την τελευταία και τρέχουσα φάση της γνωσιοεπιστήμης αναγνωρίσαμε ότι μια νοημοσύνη που εκτελείται από μια συντακτική (όχι σημασιολογική) μηχανή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εξήγηση της ανθρώπινης νοημοσύνης, όσο και αν τη μιμείται σε κάποια αποτελέσματα που δίνει, γιατί η ανθρώπινη νοημοσύνη είναι ενσώματη και ευαίσθητη στις περιστάσεις (embodied and situated). Για να υπάρξει νοημοσύνη ανάλογη με τη δική μας απαιτείται να υπάρχει σώμα που αισθάνεται καθώς κινείται σε διάφορα περιβάλλοντα. Έτσι στις μέρες μας την κεντρική θέση που κατείχε στη γνωσιοεπιστήμη η επιστήμη των υπολογιστών την καταλαμβάνει η γνωστική νευροεπιστήμη.


Χωρίς αμφιβολία το σημείο στο οποίο αναγνωρίζεται η σωματικότητα του νου μας είναι το συναίσθημα. Συναίσθημα που δεν το νιώθεις στο σώμα σου είναι ανάξιο του ονόματος ή υποκρισία (απάτη αν εκφράζεται προς άλλους και αυταπάτη όταν γίνεται πιστευτό χωρίς την απαραίτητη σωματική συγκίνηση όταν απευθύνεται σε εμάς του ίδιους). Μολονότι αναγνωρίζουμε στο συναίσθημα όπως αναπτύσσεται και γνωστική διάσταση, γιατί έχει τις περισσότερες φορές προθετικό, αναφορικό αντικείμενο (intentionality), για τη βιολογικότητά του δεν υπάρχει αμφιβολία. Τα αισθήματά μας δεν τα επιλέγουμε, μας επιλέγουν και μας συμβαίνουν και στην καλύτερη περίπτωση μαθαίνουμε να τα ελέγχουμε. Τρανή απόδειξη της βιολογικότητας των συναισθημάτων είναι η ύπαρξη στα ζώα του φόβου, της οργής, της έκπληξης, της αηδίας, της χαράς, της λύπης. Αυτά τα συναισθήματα πιστοποιούνται μέσω συμπεριφορών ή εκφράσεων. Ανάλογα τρανή απόδειξη εντοπίζεται στα μωρά που πριν καν αποκτήσουν λόγο νιώθουν φόβο, οργή, έκπληξη, αηδία, χαρά και λύπη.

Χαρακτηριστικά όμως παρουσιάζονται νωρίς στη δική μας ανάπτυξη δύο αντιδράσεις, σχεδόν αυτόματες που συνοδεύουν τις θετικές και αρνητικές συγκινήσεις πριν καν να γίνουν συν-αισθήματα: το γέλιο (ή τουλάχιστον το χαμόγελο) και το κλάμα (ή τουλάχιστον το κατσούφιασμα). Ας παρατηρήσουμε λοιπόν ότι κατ’ αρχάς ο άνθρωπός, πριν γίνει το ζώο που έχει λόγο, είναι το ζώο που γελά με το αστείο και που κλαίει από συγκίνηση.

Η εικόνα γίνεται συνθετότερη καθώς το νήπιο αποκτά λόγο και θεωρία του νου. Το αίσθημα (ή συγ-κίνηση) γίνεται βαθμιαία συν-αίσθημα, το οποίο μπορεί το νήπιο να το ελέγξει ή και να το υποκριθεί. Όλοι ξέρουμε ότι το μικρό που σκοντάφτει και πέφτει κλαίει μόνο όταν ξέρει ότι το παρακολουθούν άλλοι, αλλιώς σηκώνεται και συνεχίζει στον δρόμο του. Από τη συνθετότητα που προκύπτει από τον λόγο, τη θεωρία του νου, τον έλεγχο και την αυτοσυνείδηση προκύπτουν νέα και σύνθετα συναισθήματα που ξεφεύγουν πια από τα απλά βιολογικά δεδομένα. Η ανθρώπινη καλλιέργεια σε μεγάλο βαθμό είναι μια εκπαίδευση στον έλεγχο, στη μεταβολή, στην ευαισθητοποίηση, στην εξάλειψη, στην απόκτηση συναισθημάτων. Μεγάλο μέρος αυτής της συναισθηματικής ανάπτυξης είναι η νοητική πτυχή του συναισθήματος, που έχει τώρα προθετικό αντικείμενο στο οποίο αναφέρεται, για το οποίο υπάρχει η δυνατότητα γνώσης, αλήθειας, λάθους ή ψεύδους. Όμως το εάν είναι πραγματικά συναισθήματα αυτά ή ψεύτικα κατασκευάσματα του νου και της κοινωνικής συμμόρφωσης φαίνεται στο κατά πόσο συνοδεύονται από ανάλογα σωματικά συνακόλουθα. Όπως μας λέει και ο μύθος του νεαρού Αχιλλέα, την οργή την έχεις δεδομένη και το ζήτημα είναι να την ελέγχεις και να την κατευθύνεις. Αντίθετα η νοσταλγία είναι επίκτητο συναίσθημα, που ταιριάζει στον ώριμο Οδυσσέα που αναλογίζεται το πώς ολοκληρώνεται μια ζωή με την επιστροφή στο σημείο από όπου ξεκινήσαμε.

Φυσικά τα συναισθήματα των άλλων (αλλά και ημών των ιδίων) τα γνωρίζουμε από αυτά που λέγονται ως αναφορές του τι αισθανόμαστε και δεν είναι τις περισσότερες φορές αληθινές. Όμως το γέλιο και το κλάμα δεν είναι λόγια και συχνά αντιμάχονται τα λόγια. Κάποιοι τρόποι προσποίησης υπάρχουν, ωστόσο όλες οι σωματικές αντιδράσεις, ιδιαίτερα όταν ξεπερνούν τις δυνατότητες του ελέγχου γίνονται ξεσπάσματα. Το τι συμβαίνει στα σωθικά μας, το ανατρίχιασμα, οι σπασμοί του γέλιου και τα δάκρυά μας είναι δύσκολο να παρασταθούν ή να κρυφτούν.

Σωστά ο Κερασίδης εντοπίζει το αίνιγμα: γιατί να κλαίω όταν η στιγμή κανονικά είναι χαράς ή ευτυχίας; Είναι ασυμφωνία ανάμεσα στη βιολογική και την προθετική πτυχή του συναισθήματος: πώς μπορώ να κλαίω για κάτι που είναι κανονικά αντικείμενο χαράς; Η λύση που προτείνει στο αίνιγμα είναι να αναζητήσει πίσω από κάθε ανεξήγητο κλάμα αυτό το προθετικό αντικείμενο της βαθιάς λύπης (κρυμμένο πίσω από το προφανές αντικείμενο της ευθυμίας), το οποίο δεν είναι συχνά γνωστό στον άνθρωπο που κλαίει από τη χαρά του.

Με δεδομένη τη συνθετότητα του ανθρώπινου ψυχικού κόσμου, τη στιγμή που εμπλέκεται σ’ αυτό και το ασυνείδητο (γνωστικό και ψυχοδυναμικό), και της ανθρώπινης ανάγκης να επιβιώνει συχνά με στρεβλωμένες εικόνες εαυτού και κόσμου, η λύση που προτείνεται θα μπορούσε να θεωρηθεί αποδεκτή, αλλά περιέχει κάποια δόση κυκλικότητας: αν κλαις τη στιγμή που έπρεπε να χαίρεσαι, τότε κάτι το θλιβερό πρέπει να είναι το αντικείμενο του συναισθήματός σου γιατί αλλιώς δεν θα έκλαιγες. Ο Κερασίδης προσπαθεί να αποφύγει αυτήν την παγίδα συγκεντρώνοντας πολλαπλές μαρτυρίες και απομονώνοντας το αναίτιο/ανεξήγητο κλάμα από άλλες περιπτώσεις συγκίνησης (όπως αυτές που προκύπτουν από την ομορφιά των έργων της τέχνης ή το κατοπτρικό κλάμα).

Στο δεύτερο μέρος αποτυπώνει μια σειρά από κοινές παραδοχές που μας λένε ότι το αρνητικό φορτίο που κουβαλάμε μέσα μας είναι ασύγκριτα βαρύτερο από το θετικό και έτσι πάντα θα υπάρχει ένα αντικείμενο βαθιάς θλίψης για να οδηγήσει τη συγκίνησή μας σε κλάμα. Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με μια τέτοια βιοσοφική αντίληψη, ιδιαίτερα καθώς τα χρόνια που έχουμε μαζέψει και εγώ και ο Κερασίδης πληθαίνουν. Οι Γάλλοι στο γνωστό παλιό τραγούδι μας υπενθυμίζουν ότι «η ευχαρίστηση του έρωτα κρατά μια στιγμή, ενώ η θλίψη του έρωτα κρατάει ολόκληρη ζωή». Αλλά και γενικότερα, πολλά προκύπτουν από το άπιαστο ιδανικό της ευτυχίας που κρεμιέται σαν καρότο μπροστά μας για να συνεχίσουμε να τραβάμε το κάρο της ζωής, χωρίς να μαθαίνουμε ποτέ τι θα μας έκανε πραγματικά ευτυχισμένους. Αν ρωτήσουμε οποιονδήποτε να ονομάσει δέκα πράγματα που θα τον έκαναν σίγουρα δυστυχισμένο και δέκα πράγματα που θα τον έκαναν σίγουρα ευτυχισμένο, δεν θα είχε δυσκολία γρήγορα να συμπληρώσει την πρώτη λίστα, ενώ η δεύτερη λίστα ακόμη και αν συμπληρωθεί (με τις γνωστές προφανείς κοινοτοπίες) δεν είναι ποτέ σίγουρο ότι οδηγεί σε ευτυχία ή γνώση του τι είναι η ευτυχία.

Στο δεύτερο μέρος του δοκιμίου ο Κερασίδης συνοψίζει τη θέση του, την οποία ορθά χαρακτηρίζει ως «εικασία» σχετικά με τα τέσσερα βήματα που συμβαίνουν στο παράδοξο κλάμα. Το επιχείρημα υπέρ αυτής της πρότασης είναι απαγωγικό δηλαδή της προσφυγής στην καλύτερη εξήγηση ανάμεσα στις προτεινόμενες, δεδομένου του ότι η τελική εξήγηση που περιμένουμε από τις νευροεπιστήμες καθυστερεί. Οι αλληλοεπιδράσεις μεταξύ του μεταιχμιακού συστήματος, του νεοφλοιού και του υπόλοιπου κεντρικού νευρικού συστήματος είναι ιδιαίτερα περίπλοκες και εικάζεται ότι όταν αποκαλυφθούν θα αλλάξουν ακόμη και τον τρόπο που ονομάζουμε, περιγράφουμε και κατανοούμε τα συναισθήματά μας. Μέχρι εδώ συμφωνώ απόλυτα με τον Κερασίδη και θεωρώ ότι αυτά που μας δίνονται είτε ως δεδομένα είτε ως προτεινόμενη εξήγηση είναι ιδιαίτερα σημαντικά για να χρησιμοποιηθούν ως στοιχεία του εξηγητέου.

Αυτό που θα πρότεινα ως επέκταση της έρευνας αυτής έχει να κάνει από τη μια μεριά με τις σχέσεις ανάμεσα στο κλάμα και στο άλλο ξέσπασμα της συγκίνησης, το γέλιο, ενώ από την άλλη μεριά έχει να κάνει με τα προθετικά αντικείμενα γέλιου και κλάματος, γιατί και τα δύο ξεσπάσματα έχουν σωματική βάση αλλά παράλληλα έχουν κανονικά προθετικά αντικείμενα. Γελούμε ή κλαίμε για κάτι ακόμη και αν στην περίπτωση του κλάματος υπάρχουν περιπτώσεις παράδοξες όπου κλαίμε για κάτι ευχάριστο.

Εδώ προτείνω να προστρέξουμε στους καλλιτέχνες δημιουργούς (λόγου, εικόνας, μουσικής) που ξέρουν πώς να δημιουργούν συγκίνηση προς το αστείο ή προς το θλιβερό. Φυσικά μολονότι τα δύο αυτά ξεσπάσματα της συγκίνησης μοιάζουν, έχουν σαφέστατες διαφορές: το γέλιο έχει σημαντικό κοινωνικό συστατικό, ενώ το κλάμα είναι μοναχική υπόθεση (τα ομαδικά κλάματα γίνονται γελοία και θυμίζουν Βορειο-Κορεάτικες κηδείες ηγετών). Επίσης δεν υπάρχει συμμετρία στο παράδοξο κλάμα εκτός αν το γέλιο μέχρι δακρύων νοηθεί λανθασμένα ως τέτοιο. Τέλος για τους δημιουργούς γέλιου και κλάματος είναι γνωστό ότι ενώ το γέλιο προκύπτει και στιγμιαία από μια γελοιογραφία ή μια κίνηση του Charlie Chaplin, το κλάμα απαιτεί εμπλοκή σε κάποια πλοκή με περιπέτεια και αναγνώριση που θα κορυφωθεί και θα οδηγήσει σε κάθαρση. Μικρότερης έντασης συγκίνηση μπορεί να προκύψει από ένα χάι κάι ή και από έναν στίχο, αλλά η σωματική αντίδραση (ανατριχίλα;) είναι μικρότερης έντασης από τα δάκρυα που δεν μπορούμε να συγκρατήσουμε.

Παρά τις διαφορές ωστόσο, καλό είναι να δούμε τον αριστοτελικό μύθο (πλοκή) με τις περιπέτειες και τις αναγνωρίσεις τόσο πίσω από το αστείο όσο και πίσω από το τραγικό και να επιδιώξουμε να δούμε πίσω από την τεχνική των δημιουργών των συγκινήσεων μαθήματα για την ανθρώπινη φύση που βιώνει είτε στην πραγματικότητα είτε στη φαντασία πλοκές και μύθους καθώς γράφει ιστορίες ζωής. Άλλωστε υπάρχουν τραγωδίες με ευτυχισμένο τέλος (happy end) όπως η Ιφιγένεια εν Ταύροις, όπου το κλάμα για την αναγνώριση των αδερφιών είναι ενδεικνυόμενο, αλλά και σε σύγχρονα happy endings αναγνώρισης όπως στο «Sleepless in Seattle» όπου, παρά την αναμενόμενη γλυκανάλατη έκβαση, το κλάμα είναι αποδεκτό σε βαθμό που να μην φαίνεται καν παράδοξο. Αντίθετα αν αποτύγχανε ρεαλιστικά και θλιβερά η συνάντηση, δεν φαντάζομαι ότι θα υπήρχε οποιοδήποτε δάκρυ.

Για να συμβούν τα παραπάνω όμως η τέχνη πρέπει να μας εμπλέξει σε κάποια ιστορία όπου ταυτιζόμαστε με δρώντες που παριστάνουν και όμως εμείς τους πιστεύουμε και κλαίμε για αυτούς τους οποίους παριστάνουν (ή για εμάς, κατά τον Κερασίδη). Αυτό είναι και ο στόχος της ψυχαγωγίας στην τέχνη, δηλαδή όχι διασκέδαση που σε βγάζει από την πραγματικότητα, αλλά ένα μικρό ή μεγάλο ταξίδι το οποίο ξεσηκώνει και παίρνει την ψυχή μας.