Θεόδωρος Σ. Κωνσταντινίδης
Δρ. Νευρολόγος, Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Κλινικής Νευροφυσιολογίας

σύναψις 64 [2022 – τόμος 18]

Πέραν της δημοκρίτειας μεταφυσικής

ἀρχὰς εἶναι τῶν ὅλων ἀτόμους καὶ κενόν, τὰ δ’ ἄλλα πάντα νενομίσθαι1
Δημόκριτος

Η παραπάνω ρήση του Δημόκριτου μάς κοινοποιεί ότι οι συστατικές αρχές όλων των υπαρκτών είναι το κενό και αυτό που στην εποχή του θεωρούσε ως αδιαίρετη μονάδα της ύλης και αποκαλούσε άτομα. Ασφαλώς, είναι πολύ εντυπωσιακή η τόσο πρωτοποριακή για την εποχή του σκέψη του. Ωστόσο, αυτή του η πρόταση εξαγγέλλεται όχι ως μια άποψη ή θεωρία, αλλά ως οριστική αλήθεια καθολικής ισχύος. Αυτό γίνεται σαφές από το δεύτερο μισό του αποφθέγματος, που διευκρινίζει ότι όλα τα υπόλοιπα είναι δοξασίες, οι οποίες, προφανώς κατά τη γνώμη του, είναι αναληθείς και εφήμερες. Η τοποθέτηση αυτή του Δημόκριτου διατυπώνεται με την ίδια δογματική ισχύ που διατυπώνονται τα θρησκευτικά δόγματα ή άλλες σύγχρονές του ή νεότερες ιδεαλιστικές τοποθετήσεις, εκφράζοντας με τον τρόπο αυτό την πίστη του στην υλιστική του άποψη, δηλαδή στη Δημοκρίτεια μεταφυσική. Στο κεφάλαιο 3 του βιβλίου Μυστική Γνώση,1 του Ανδρέα Κ. Παπανικολάου (εφεξής ΑΠ) αναλύει τόσο το επιστημονικοφανές αφήγημα της Δημοκρίτειας μεταφυσικής όσο και το αντίπαλο δέος του, την παραδοσιακά δογματική, διηνεκή κοσμοθεωρία (philosophia perennis). Η επιστημονική μέθοδος είναι αναμφισβήτητα αυτή που μας παρέχει, με τον μεγαλύτερο βαθμό βεβαιότητας, την εγκυρότητα της γνώσης. Οι επιστημονικές θεωρίες δεν υποθέτουν ποτέ την ύπαρξη όντων ή καταστάσεων, παρά μόνο όταν πρέπει να εξηγήσουν επιστημονικά παρατηρήσιμα φαινόμενα, που δεν εξηγούνται από το διαθέσιμο έως τη στιγμή εκείνη σύνολο γνώσεων του πεδίου τους. Η ύπαρξη, για παράδειγμα, ενός πλανήτη Β που επηρεάζει βαρυτικά τον Α μπορεί να προταθεί όταν η τροχιά του Α παρουσιάζει ανεξήγητες παρεκκλίσεις από την αναμενόμενη. Στα επιστημονικά πεδία της Ψυχολογίας, της Νευρολογίας, της Ψυχιατρικής, της Γνωσιακής Επιστήμης και γενικά των Νευροεπιστημών, ουδέποτε προτάθηκε επιστημονική θεωρία, με εσωτερική συνοχή, που να υποθέτει την ύπαρξη μη-υλικής φύσεως «ψυχής» προκειμένου να εξηγήσει κάποιες παρεκκλίσεις του τρέχοντος σώματος γνώσεών μας που αφορούν τα νοητικά φαινόμενα. Μια τέτοια υπόθεση θα ήταν προς το παρόν καθαρός πλεονασμός. Επιπλέον, δεν ξέρουμε τι ακριβώς εννοούμε με τον όρο μη-υλικής φύσεως ψυχή. Απλά της προσδίδουμε ένα αρνητικό χαρακτηριστικό: τη μη-υλική φύση της, για να δηλώσουμε τον δυαλισμό μας. Όμως, ακόμη και το τι είναι η ύλη το γνωρίζουμε εν μέρει. Η σύγχρονη μάλιστα φυσική μας έχει απομακρύνει πολύ από την έννοια της ύλης, όχι μόνο αυτήν που είχε ο Δημόκριτος πριν από 2.500 χρόνια, αλλά και πολύ πιο πρόσφατα, από αυτήν που είχε ο Καρτέσιος και όριζε τα όντα του φυσικού κόσμου ως res extensa (πράγμα εκτατό).

Η φαινόμενη συνείδηση

Οι νοητικές λειτουργίες του ανθρώπου, όπως η αντίληψη, από όλες της τις οδούς, τα συναισθήματα, η βούληση, η οργάνωση της εκφοράς και η κατανόηση του λόγου και κατ’ αναλογία και των σκόπιμων πράξεων, αποτελούν αυστηρά υποκειμενικές βιωματικές καταστάσεις, εμπειρίες, στις οποίες κανείς άλλος δεν έχει άμεση πρόσβαση εκτός του υποκειμένου που τις βιώνει. Είναι δηλαδή αυστηρά ιδιωτικές. Όλο αυτό το υποκειμενικό βιωματικό πεδίο ονομάζεται φαινόμενη συνείδηση (phenomenal consciousness) και τα επιμέρους είδη των εμπειριών qualia. Η πρόσβαση σ’ αυτά από τους άλλους ανθρώπους είναι έμμεση είτε από τη λεκτική αναφορά του υποκειμένου που τα βιώνει είτε από τα αποτελέσματά τους. Αυτήν την έμμεση αναφορά μελετούν ως αντικείμενο του επιστημονικού τους πεδίου όλες οι επιστήμες που ερευνούν τις νοητικές λειτουργίες. Αντίθετα οι λειτουργίες του εγκεφάλου είναι άμεσα προσβάσιμες και ισότιμα από όλους τους ανθρώπους. Αυτές οι τελευταίες σχετίζονται με τις πρώτες και αποτελούν αναγκαία τους συνθήκη. Όμως δεν ταυτίζονται μεταξύ τους. Για αυτό και στα επιστημονικά πεδία που μελετούν τις νοητικές λειτουργίες οι υποκείμενες εγκεφαλικές τους διεργασίες χαρακτηρίζονται ως νευρωνικές συσχετίσεις τους (neural correlates). Το πώς οι νευρωνικές διεργασίες μετασχηματίζονται ή αντιστοιχούν σε διαδοχικά συμβάντα της ροής της φαινόμενης συνείδησης έχει χαρακτηριστεί ως το «δύσκολο πρόβλημα» (hard problem)2 επιστημονικό πρόβλημα.

Οι μυστικές εμπειρίες

Οι μυστικές εμπειρίες είναι μια ιδιαίτερη κατηγορία υποκειμενικών βιωμάτων, οι οποίες βιώνονται μόνο από μια μικρή μόνο μειοψηφία ανθρώπων υπό ειδικές συνθήκες, όπως η ασκητική θρησκευτική ζωή, η χρήση ψυχεδελικών (ή ψυχοδηλωτικών) ουσιών ή αυτόματα, είτε σε δυσχερείς είτε σε ευχερείς ή ουδέτερες συναισθηματικές καταστάσεις. Πολλές από τις αναφερόμενες εμπειρίες αυτού του τύπου περιλαμβάνουν οράματα ή βιώματα, τα οποία μπορεί να αναπαραχθούν και πειραματικά. Για παράδειγμα η εξωσωματική εμπειρία (το να βλέπει δηλαδή κάποιος το σώμα του από ψηλά) αναπαράγεται με χαμηλής έντασης ηλεκτρικό ερεθισμό (3mA) στην κροταφοβρεγματική συμβολή του μη-επικρατούντος ημισφαιρίου3 (συνήθως του δεξιού), ενώ μεγαλύτερης έντασης ηλεκτρικός ερεθισμός (10mA) στην κροταφοβρεγματική συμβολή του επικρατούντος ημισφαιρίου (συνήθως του αριστερού) προκαλεί την αίσθηση της παρουσίας ενός σκιώδους προσώπου που προκαλεί φόβο4 και το οποίο θα μπορούσε εύκολα να ερμηνευθεί, στα πλαίσια μιας μοναστικής ασκητικής παράδοσης, ως εμπειρία δαιμόνων. Ωστόσο, η εξωσωματική εμπειρία μπορεί να περιγράφεται ως ένα επί μέρους χαρακτηριστικό, μαζί με τα λοιπά χαρακτηριστικά της κορυφαίας μυστικής εμπειρίας (που περιγράφουμε αμέσως παρακάτω) σε ορισμένες περιθανάτιες καταστάσεις, οπότε στην περίπτωση αυτή διαφέρει ποιοτικά από τις εμπειρίες του ανωτέρω πειράματος (ΜΓ, κεφάλαιο 11).

Η κορυφαία μυστική εμπειρία

Η εμπειρία λοιπόν που ξεχωρίζει από το σύνολο των μυστικών εμπειριών και συνιστά την κορυφαία ανάμεσά τους, γίνεται το θεματικό αντικείμενο του βιβλίου Μυστική Γνώση, του ΑΠ. Στην Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση η εμπειρία αυτή ονομάζεται θεωρία του Ακτίστου Φωτός ή Nirvana στον Βουδισμό και Nirvikalpa Samadhi στη Yoga. Ατυχώς, η πλειονότητα των επιστημόνων θεωρεί a priori δεδομένη τη δογματική εκδοχή του υλισμού, δηλαδή τη Δημοκρίτεια μεταφυσική και την ερωτηματοθεσία αυτού του τύπου την αποκλείει εκ προοιμίου. Ακριβώς για τον λόγο αυτό, το συγγραφικό εγχείρημα του ΑΠ είναι ιδιαίτερο τολμηρό. Αφ’ ενός γιατί ο ίδιος έχει αναλώσει το σύνολο της ερευνητικής ακαδημαϊκής του ζωής στις ΗΠΑ στη χρήση της πιο «σκληρής» επιστημονικής μεθοδολογίας έρευνας των νοητικών φαινομένων, όπως τη λειτουργική απεικόνιση (f-MRI, PET), τη Μαγνητοεγκεφαλογραφία (MEG), τα Προκλητά Δυναμικά, τη Διεγχειρητική Ηλεκτροφυσιολογική Παρακολούθηση και αφ’ ετέρου γιατί πορεύεται ενάντια στο καταιγιστικά επικρατούν ρεύμα της Δημοκρίτειας μεταφυσικής. H κορυφαία μυστική εμπειρία μπορεί να είναι είτε εσωστρεφής είτε εξωστρεφής.5, 6 Η πρώτη είναι αυτή που συνοδεύεται από τη θεωρία του Ακτίστου Φωτός και συντελείται (κατά κανόνα) κατά τη διάρκεια της προσευχής και με ελαχιστοποιημένη την παρουσία αισθητηριακών ερεθισμάτων. Αντίθετα, η εξωστρεφής εμπειρία συντελείται με τη συνήθη ροή των αισθητηριακών ερεθισμάτων της καθημερινότητας και την παρουσία του φυσικού φωτός. Στην περίπτωση αυτή ο μύστης βλέπει είτε μόνο το φυσικό φως είτε το φυσικό φως και ταυτόχρονα και το Άκτιστο.5, 6 Το Άκτιστο Φως το θωρεί ο μύστης ακόμη και αν είναι τυφλός, γιατί η θέασή του δεν διενεργείται μέσω του αμφιβληστροειδή χιτώνα των ματιών. Ωστόσο, μεταξύ των εμπειριών του φωτός αναφέρονται και άλλες που δεν σχετίζονται με το Άκτιστο Φως.

Ο Αββάς Νείλος, για παράδειγμα, αναφέρει: «Όταν ο νους τον παλαιόν άνθρωπον αποδυσάμενος τον εκ χάριτος ενδύσηται, τότε και την αυτού κατάστασιν όψεται κατά καιρόν της προσευχής, σαπφείρω ή ουρανίω χρώματι παρεμφερή, ήντινα και τόπον θεού Γραφή ονομάζει υπό των πρεσβυτέρων οφθέντα υπό του όρους Σινά».7 Ομοίως, ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης αναφέρει: «Φθάνοντας «μέχρι συντελείας φωτός μετά σκότους» (Ιώβ κς’ 10), ο άνθρωπος βλέπει τη νοερή του ωραιότητα, την οποία πολλοί θεώρησαν ως Θεότητα. Το φως που φαίνεται είναι φως, όχι όμως το Φως εκείνο το Αληθινό, «εν ω σκοτία ουκ εστίν ουδεμία», αλλά το φυσικό φως του νου του ανθρώπου που δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα».8 Αντίστοιχα, στην παράδοση της Yoga το φως του εαυτού νοός περιγράφεται ως εμπειρία του σταδίου Savikalpa Samadhi.9

Η διερεύνηση της φαινομενολογίας

Ο πρώτος στόχος του ΑΠ στη Μυστική Γνώση1 είναι η εξαγωγή των κοινών φαινομενολογικών γνωρισμάτων της εμπειρίας του Ακτίστου Φωτός, τόσο μεταξύ των ετερογενών θρησκευτικών και φιλοσοφικών παραδόσεων, όσο μέσω της αναφορά τους από μεμονωμένους συγγραφείς, αλλά και μέσω της επαγωγικής χρήσης χημικών ουσιών είτε στο πλαίσιο θρησκευτικών ή εθιμοτυπικών τελετουργιών είτε στο πλαίσιο διενέργειας πειραματικών/κλινικών μελετών.

Tα κεφάλαια της Μυστικής Γνώσης,1 από το 4 ως και το 12 είναι αφιερωμένα στην περιήγηση της βίωσης της κορυφαίας μυστικής εμπειρίας από ανυποψίαστους εφήβους ή ανώνυμους νεαρούς ενήλικες ή επώνυμους διανοητές όπως Arthur Koestler· από φιλοσόφους όπως ο Πλωτίνος ή πιθανόν και ο Πλάτωνας με την ενδεχόμενη χρήση του ψυχοδηλωτικού, των Ελευσινίων μυστηρίων, κυκεών· από τους Ινδουιστές μύστες του Βράχμαν και τους Βουδιστές μύστες της Νιρβάνα ή του Σατόρι του Ζεν Βουδισμού· από τους Ορθόδοξους Χριστιανούς Αθωνίτες Πατέρες της Εκκλησίας, τον Διονύσιο Αρεοπαγίτη, τον Γρηγόριο Παλαμά· από τους μύστες της Δυτικής Χριστιανικής Εκκλησίας όπως ο Meister Eckhart, ο Jan van Ruysbroeck, η Αγία Τερέζα της Άβιλα και ο Άγιος Ιωάννης του Σταυρού· στις περιθανάτιες εμπειρίες που περιγράφονται από την εποχή του Πλάτωνα και του Πλούταρχου, στο δέκατο βιβλίο της Πολιτείας και στον μύθο του Θεσπεσίου στην Περί των υπό του Θεού βραδέως τιμωρουμένων αντίστοιχα μέχρι τις σύγχρονες μαρτυρίες κλινικών καρδιολογικών περιστατικών· από τους μύστες των Ισλαμικών Σούφι ταγμάτων, αλλά και την απουσία περιγραφής της κορυφαίας μυστικής εμπειρίας στην Ιουδαϊκή παράδοση.

Η χρήση των ψυχεδελικών ή ψυχοδηλωτικών (όπως προτιμάει ο συγγραφέας) ουσιών είναι ο εναλλακτικός της κλασικής ασκητικής μεθόδου τρόπος επίτευξης της κορυφαίας μυστικής εμπειρίας και για τον λόγο αυτό ονομάσθηκαν και ενθεογόνες ουσίες. Ο συγγραφέας τους αφιερώνει πέντε κεφάλαια, από το 13 έως και το 17, γιατί η μελέτη τους μπορεί να γίνει με την κλασική επιστημονική μεθοδολογία και να αποκαλύψει όχι μόνο τα μυστικά του μηχανισμού δράσης τους στον εγκέφαλο, αλλά και τον εγκεφαλικό μηχανισμό που υπόκειται της ασκητικά ή αυτόματα εκλυόμενης μυστικής εμπειρίας. Γράφει ο ΑΠ στην αρχή του κεφαλαίου 13 για τις μυστικές εμπειρίες: «είτε προκαλούνται από ψυχολογικούς παράγοντες είτε από φάρμακα, οφείλονται ουσιαστικά σε νευροφυσιολογικές αλλαγές στον εγκέφαλο. Επομένως, το πιθανότερο είναι να υπάρχει ένα νευροχημικό υπόβαθρο παρατύπων εμπειριών παρά δύο».

Η χρήση, σε θρησκευτικές τελετουργίες, του μανιταριού Soma στην Ινδία, χρονολογείται από το 2.000 π.Χ. Μάλιστα, στη γραμματολογία της εποχής εκείνης αναφέρεται ως θεότητα. Στην ελληνική αρχαιότητα έκαναν χρήση του ποτού κυκεών, κατά τη διάρκεια των Ελευσινίων μυστηρίων, και του οποίου τα συστατικά αναφέρονται στην Ιλιάδα του Ομήρου: κριθάρι, νερό, βότανα, και τριμμένο τυρί αιγών (XI, 638-641).10 Παρόμοια, στη Λατινική Αμερική χρησιμοποιούσαν το φυτό Ayahuasca, στο Μεξικό και την Ευρώπη το μανιτάρι Ψιλοκυβίνη, επίσης στο Μεξικό τη Μεσκαλίνη, που παράγεται από τον κάκτο Peyote και αρκετά άλλα λιγότερο δημοφιλή. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και ψυχοδηλωτικές ουσίες που είναι αμιγώς συνθετικά παράγωγα, όπως το LSD ή το MDMA (κοινώς ecstasy). Οι περισσότερες από αυτές τις ουσίες μπορεί να χορηγηθούν πειραματικά σε ελεγχόμενες δόσεις, υπό ιατρική παρακολούθηση.

Το πρώτο πείραμα, που αποτελεί ορόσημο στην επιστημονική μελέτη των ψυχοδηλωτικών ουσιών, ήταν το πείραμα της Μεγάλης Παρασκευής (ΜΓ, Κεφάλαιο 16). Tο διεξήγαγε ο γιατρός Walter Pahnke, ως μέρος της διδακτορικής του διατριβής στη θεολογική σχολή του πανεπιστημίου Harvard.11 Οι συμμετέχοντες στο πείραμα ήταν είκοσι άντρες εθελοντές, μοιρασμένοι σε δύο ομάδες των δέκα ατόμων. Η μία ομάδα έλαβε ψιλοκυβίνη 30 mg ενδοφλέβια και η άλλη ομάδα νικοτινικό οξύ, επίσης ενδοφλέβια. Όλοι ήταν ευσεβείς Προτεστάντες χριστιανοί, θετικά προδιατεθιμένοι στις μυστικές εμπειρίες και το άμεσο περιβάλλον (το υπόγειο του παρεκκλησίου Marsh του πανεπιστημίου της Βοστώνης) σε κατάλληλη χρονική στιγμή, αφού ο χώρος του πειράματος επικοινωνούσε ακουστικά με το κυρίως παρεκκλήσι, όπου γινόταν η ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής. Αξίζει να σημειώσουμε στο σημείο αυτό, ότι η έφεση στις μυστικές θρησκευτικές εμπειρίες και σε κάποια υπερβατική πραγματικότητα, πίσω και πέρα από τα φαινόμενα, εδράζεται στο χαρακτηριστικό προσωπικότητας που λέγεται πνευματικότητα (spirituality) και επιδέχεται τροποποίησης με επιλεκτικές φλοιώδεις βλάβες.12 Στους συμμετέχοντες στο πείραμα χορηγήθηκε εκτενές ερωτηματολόγιο, που είχε συνταχθεί με βάση τις παρατηρήσεις του W. Stace για τον χαρακτηρισμό μιας εμπειρίας ως μυστικής και τέθηκε ως ποσοτικό όριο η θετική απάντηση στο 60% του συνόλου των ερωτήσεων. Σύμφωνα με αυτό, τη μυστική εμπειρία τη βίωσε το 40% των εθελοντών της ομάδας της ψιλοκυβίνης και το 0% της ομάδας του νικοτινικού οξέος. Επιπλέον, έξι μήνες αργότερα, οι βιώσαντες τη μυστική εμπειρία επιβεβαίωσαν την ύπαρξη μακροπρόθεσμων επιπτώσεων που είχε η εμπειρία τους στην καθημερινή τους ζωή.

Το 2006 το πείραμα της Μεγάλης Παρασκευής επαναλήφθηκε βελτιωμένο σε αρκετά σημεία.13,14 Οι συμμετέχοντες ήταν αυτή τη φορά 36 και ο καθένας έλαβε ψιλοκυβίνη 30 mg και σε διαφορετικό χρόνο μεθυλοφαινιδάτη (αντί νικοτινικού οξέος). Ουσιαστικά τριάντα έξι άτομα αποτελούσαν την ομάδα της ψιλοκυβίνης και τριάντα έξι την ομάδα της μεθυλοφαινιδάτης. Τα ερωτηματολόγια ήταν και αυτά βελτιωμένα, ενώ το ποσοτικό όριο της μυστικής εμπειρίας παρέμεινε στο 60%. Τελικά τη μυστική εμπειρία τη βίωσε το 61% της ομάδας της ψιλοκυβίνης και δύο μήνες αργότερα το 71% αυτής της ομάδας την αξιολόγησε ως μία από τις πέντε σημαντικότερες της ζωής τους και το 33% ως τη σημαντικότερη.

Το συμπέρασμα της κοινής φαινομενολογίας

Τα επόμενα κεφάλαια, 18-24, της Μυστικής Γνώσης αφιερώνονται στην αποκρυστάλλωση των κοινών χαρακτηριστικών της μυστικής εμπειρίας και στα κριτήρια της εγκυρότητάς της, ανεξάρτητα από την οδό που ακολούθησε ο κάθε μύστης για να τη βιώσει, σύμφωνα με όλα όσα καταγράφηκαν διεξοδικά στα προηγούμενα κεφάλαια. Αυτά ο ΑΠ τα συνοψίζει ως εξής: «(1) η παροδικότητα, (2) η έγκυρη ή αναμφισβήτητη γνώση μιας πραγματικής αλλά άρρητης παρουσίας ενός αντικειμένου πέραν του υποκειμένου της εμπειρίας, (3) η παθητικότητα που χαρακτηρίζεται από την απουσία προσωπικής βουλήσεως, (4) η βεβαιότητα μιας επαφής ή αλληλεπιδράσεως μεταξύ του υποκειμένου και του αρρήτου αντικειμένου της εμπειρίας του, (5) η θετική θυμική κατάσταση της καλοσύνης, της ευδαιμονίας, της ηρεμίας, της αγάπης, της γαλήνης ή της σιωπηρής εμπιστοσύνης, (6) η αφοβία ή η αδιαφορία ακόμη και για τη βεβαιότητα του θανάτου και άλλων κακών και (7) το δέος». Παρομοίως, τα κοινά γνωρίσματα του αντικειμένου της εμπειρίας, όπως αυτά βιώνονται μέσα στην ίδια την εμπειρία είναι: «(1) η εκθαμβωτική του λαμπρότητα, η οποία είναι ταυτοχρόνως λαμπρότητα φωτός και σκότους, (2) η ουσιαστική ενότητα, η οποία το συνέχει και συνέχει παν το υπαρκτό, (3) η ομοιότητά του με ζώσα συνείδηση και (4) η αιωνιότητά του, πέραν του χώρου και του χρόνου».

Η ανασκευή των αρνητικών κρίσεων

Οι επικριτικές απόψεις που αφορούν τη μυστική εμπειρία εκπορεύονται κατά κανόνα από θιασώτες της Δημοκρίτειας μεταφυσικής και συνοψίζονται σε τρία πεδία κριτικής: την ψυχοπαθολογία, τη νευροπαθολογία και την παράτυπη ή ελαττωματική εγκεφαλική ενεργοποίηση (κεφάλαια 25 και 26). Επικριτικές απόψεις, όπως ότι οι μυστικές εμπειρίες είναι ψυχωσικές εκδηλώσεις (ψυχοπαθολογία) ή επιληπτικές κρίσεις του έσω ή έξω κροταφικού λοβού (νευροπαθολογία) δεν αντέχουν στην ενδελεχή κριτική, είτε γιατί ελέγχονται ανεπαρκείς στη γνώση και την κατανόηση της κορυφαίας μυστικής εμπειρίας είτε γιατί η έλλειψη εσωτερικής συνοχής τις καθιστά αίολες. Ωστόσο, ο συγγραφέας τις ανασκευάζει εξετάζοντας εξονυχιστικά τις απόψεις τους.

Ιδιαίτερης προσοχής και ανάλυσης από τον ΑΠ τυγχάνει η ερμηνευτική στάση της πλειονότητας των επιστημόνων στα απεικονιστικά (fMRI, PET, MEG) ευρήματα των νοητικών καταστάσεων και ιδιαίτερα της μυστικής εμπειρίας. Σημειώνω ότι με τη νευροαπεικόνιση έχει εντατικά ασχοληθεί και ο ίδιος ο ΑΠ, τόσο ερευνητικά όσο και εκπαιδευτικά.15 Η πρώτη διαπίστωσή του αφορά τη μεγάλη ασυμφωνία των ευρημάτων,16, 17 η οποία σε κάποιες περιπτώσεις φτάνει και την αντίφαση, αναδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό τον μακρύ δρόμο που υπάρχει μπροστά μας για να λάβουν σαφέστερη και οριστικότερη μορφή τα ευρήματα αυτά. Η δεύτερη όμως και σημαντικότερη διαπίστωση είναι ότι οι ενεργοποιημένοι, με βάση τα απεικονιστικά ευρήματα, εγκεφαλικοί σχηματισμοί δεν ερμηνεύονται, όπως οφείλουν, ως νευρωνικές συσχετίσεις της μυστικής εμπειρίας και γενικότερα των νοητικών καταστάσεων, αλλά ως το αίτιο της παραγωγής τους. Αυτό αποτελεί παραβίαση της στοιχειώδους αρχής της στατιστικής: «η συσχέτιση δεν είναι αιτιακή σχέση» («Correlation is not causation»).18

Η ετυμηγορία

Τα δύο τελευταία κεφάλαια (27 και 28) ασχολούνται με την εγκυρότητα της μυστικής εμπειρίας καθαυτή και την ύπαρξη του αντικειμένου της εμπειρίας. Η κορυφαία μυστική εμπειρία είναι αυστηρά ιδιωτική, δηλαδή προσβάσιμη μόνο από τον ίδιο τον μύστη. Είναι άφατη και κατά συνέπεια κάθε λεκτική και εκ των υστέρων, από ανάμνηση, περιγραφή της είναι ανεπαρκής. Ωστόσο, για τον ίδιο τον μύστη συνιστά αυτοπληροφορούμενη γνώση, μη επιδεχόμενη ουδεμίας αμφισβήτησης. Είναι δηλαδή έγκυρη και μόνο επειδή τη βιώνει. Στην καθημερινή μας ζωή έτσι βιώνουμε τον πόνο. Η εμπειρία του πόνου είναι μη επιδεχόμενη διόρθωσης (incorrigible). Αληθεύει αποκλειστικά και μόνο επειδή τη βιώνουμε.

Κοινό πυρηνικό χαρακτηριστικό της μυστικής εμπειρίας είναι η αίσθηση της παρουσίας ενός Όντος, που συνέχει όλα τα υπαρκτά, πέραν του χώρου και του χρόνου. Η απάντηση στο ερώτημα της ανεξάρτητης από το υποκείμενο παρουσίας του Όντος και τελική ετυμηγορία του βιβλίου Μυστική Γνώση, είναι ότι με τα μέχρι σήμερα δεδομένα αυτό το ενδεχόμενο δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Με την απάντηση αυτή, ο ΑΠ επιστρέφει στην αρχική Δημοκρίτεια ρήση, αναιρώντας τη δογματική της ισχύ και ταυτόχρονα αποκαθηλώνοντας τη σημερινή του, εξαιρετικά δημοφιλή, μεταμόρφωση του επιστημονικού υλισμού που αντιπροσωπεύει.

Βιβλιογραφικές αναφορές – Σημειώσεις

1. Το απόφθεγμα αυτό του Δημόκριτου αναφέρεται, ανάμεσα σε άλλα τρία, στην αρχή του βιβλίου: Μυστική Γνώση. Ανδρέας Κ. Παπανικολάου. Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2021. Το παρόν άρθρο αναπτύσσεται υπό την οπτική γωνία της κριτικής θεώρησης αυτής της Δημοκρίτειας κοσμοθεωρίας και αποτελεί εμπλουτισμένη έκδοση της ομότιτλης εισήγησής μου στη βιβλιοπαρουσίαση του βιβλίου αυτού του Α. Κ. Παπανικολάου, που μεταδόθηκε διαδικτυακά την 15/02/2022 και αναρτήθηκε στη διεύθυνση: https://youtu.be/L43nqsOTSQ0.

2. Chalmers, D. J. 1995. Facing up to the problem of consciousness. Journal of Consciousness Studies 1995;2:200-19.

3. Blanke Ο, Ortigue S, Landis T, Seeck M. Stimulating illusory own-body perceptions. Nature 2002;419;269-270.

4. Arzy S, Seeck M, Ortigue S, Spinelli L, Blanke O. Induction of an illusory shadow person. Nature 2006;443:21:287.

5. Stace, Walter Terence. The Teachings of the mystics: Selections from the great mystics and mystical writings of the world. New York, Mentor Books 1960.

6. Stace, Walter Terence. Mysticism and Philosophy. Los Angeles: Jeremy P. Tarcher Inc, 1960.

7. Αββά Νείλου. Τα Ευρισκόμενα Άπαντα. Patrologiae Cursus Completus, Series Latina, Volume 79, Caput XVIII (Κεφ. ΙΗ’), p. 1221, edited by Jacques-Paul Migne, 1865.

8. Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης. Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), 10η Έκδοση, σ. 202. Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου. Έσσεξ Αγγλίας 2003.

9. Teachings of Swami Satyananda Saraswati. Volume 1, p. 242-245. Yoga Publications Trust, Munger, Bihar, India 2012.

10. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%85%CE%BA%CE%B5%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82

11. Pahnke, W.N. Drugs and mysticism: An analysis of the relationship between psychedelic drugs and the mystical consciousness. Cambridge, MA, Harvard University Press. 1963.

12. Urgesi C, Aglioti SM, Skrap M, and Fabbro F. The Spiritual Brain: Selective Cortical Lesions Modulate Human Self-Transcendence. Neuron 2010;65:309-319.

13. Griffths, R.R., Richards, W.A., McCann, U., Jesse, R., Psilocybin can occasion mystical-type experiences having substantial and sustained personal meaning and spiritual significance. Psychopharmacology 2006;187:3:268-283. Discussion 284-292.

14. Barrett, F.S. and Griffiths, R.R. Classic hallucinogens and mystical experiences: Phenomenology and neural correlates. Current Topics in Behavioral Neurosciences, 2017;36:393-430.

15. Ανδρέας Κ. Παπανικολάου. Λειτουργική Νευροαπεικόνιση στην Νευροψυχολογία και στις Γνωσιακές Νευροεπιστήμες (1η έκδοση). Επιστημονικές Εκδόσεις Παρισιάνου Α.Ε., Αθήνα 2018.

16. Preller KH, Razi A, Zeidman P, Stämpfli P, Friston KJ, and Vollenweider FX. Effective connectivity changes in LSD-induced altered states of consciousness in humans. PNAS 2019; 116:7:2743-2748.

17. Vollenweider FX and Preller KH. Psychedelic drugs: neurobiology and potential for treatment of psychiatric disorders. Nat Rev Neurosci 21, 611-624 (2020).

18. https://en.wikipedia.org/wiki/Correlation_does_not_imply_causation

Με την έννοια της αιτιότητας ασχολήθηκε πρώτος ο φιλόσοφος David Hume, ο οποίος θεώρησε ότι δύο γεγονότα Α και Β σχετίζονται αιτιακά εάν και μόνο εάν είναι χωροχρονικά συνδεδεμένα και το Α προηγείται του Β. Αυτήν την προσέγγιση τη χαρακτήριζε γνωσιολογική, υποδεικνύοντας τον περιορισμό του ανθρώπινου νου που τον οδηγεί στο να κατανοεί την κανονικότητα της χωροχρονικής αυτής σύνδεσης των Α και Β, ως αιτιότητα. Διέκρινε όμως από αυτή και μια δεύτερη προσέγγιση, που χαρακτήριζε ως οντολογική προοπτική, σύμφωνα με την οποία το Α είναι αιτία του Β εάν και μόνο εάν χωρίς το Α το Β δεν θα υπάρχει. Τη δεύτερη αυτή οντολογική κατανόηση της αιτιότητας ή αλλιώς λεγόμενη αντιγεγονικός υποθετικός λόγος (counterfactual conditionals) ανέπτυξε ο φιλόσοφος David Lewis στο άρθρο του ορόσημο: «Causation», The Journal of Philosophy, 1973; 70:17:556-567. Την εκτενή παρουσίαση του άρθρου αυτού στην ελληνική γλώσσα μπορεί να βρει ο αναγνώστης στο άρθρο του Σπύρου Γαλάτη «Αντιγεγονικές συνεπαγωγές και David Lewis» Gavagai 2016; Τεύχος 2, σ. 74-88 (http://gavagaiphilosophy. weebly.com/uploads/8/2/0/0/82000672/4.pdf).


Μια ειδική επιχειρηματολογία, με χρήση του αντιγεγονικού υποθετικού λόγου, σε συνδυασμό με τη λεγόμενη, στη φιλοσοφία της γλώσσας, δισδιάστατη σημασιολογία (2D Semantics), είναι αυτή του David Chalmers, σχετιζόμενη με τον δυαλισμό νου (φαινόμενης συνείδησης) και φυσικού κόσμου (μη σχετιζόμενο με το θέμα της αιτιότητας). Αυτήν τη συνοψίζει ο ίδιος ως εξής:

(1) P&~Q is conceivable. (2) If P&~Q is conceivable, P&~Q is metaphysically possible. (3) If P&~Q is metaphysically possible, materialism is false. To P δηλώνει το φυσικό κόσμο και το Q τη φαινόμενη συνείδηση. Το σύμβολο ~ δηλώνει την άρνηση δηλαδή ~Q σημαίνει όχι Q, δηλαδή χωρίς φαινόμενη συνείδηση. (David Chalmers, «The TwoDimensional Argument Against Materialism», pp 1-26, in «The Oxford Handbook of Philosophy of Mind», Edited by Ansgar Beckermann, Brian P. McLaughlin, and Sven Walter, Oxford University Press 2009). Επίσης: David Chalmers, «Two-Dimensional Semantics» in Ernest Lepore and Barry C. Smith, «The Oxford Handbook of Philosophy of Language», Oxford University Press 2008 και «Two-Dimensional Semantics», Stanford Encyclopedia of Philosophy, Revised 23-8-2021, https://plato.stanford.edu/entries/two-dimensional-semantics.

Στην ίδια γραμμή επιχειρηματολογίας με αυτή του David Chalmers πορεύεται και η Brie Gertler στο άρθρο της «In Defense of MindBody Dualism», in “Reason & Responsibility. Readings in Some Basic Problems of Philosophy». Editors: Joel Feinberg & Russ ShaferLandau, pp 303-315, 13th Edition, Thompson Wadsworth 2007.

Στα περισσότερα επιστημονικά πεδία και ιδιαίτερα στην ιατρική, η αιτιότητα γίνεται, κατά κανόνα, κατανοητή μέσω της πιθανοκρατικής προσέγγισης και λιγότερο των προαναφερθέντων μοντέλων του αντιγεγονικού υποθετικού λόγου. Το ότι π.χ. το κάπνισμα έχει αιτιακή σχέση με τον καρκίνο του πνεύμονα δεν έχει ούτε εμφανή χωροχρονική συσχέτιση ούτε ισχύει η εναλλακτική αντιγεγονική συνεπαγωγή ότι αν κάποιος δεν καπνίζει δεν παθαίνει καρκίνο του πνεύμονα. Ομοίως, όποιος κάνει χρήση της ψιλοκυβίνης έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να βιώσει τη μυστική εμπειρία από ότι αν καταναλώνει καφέ. Αυτό, ως συστηματοποιημένη μελέτη του πληθυσμού που από μόνος του κάνει χρήση της ψιλοκυβίνης και ομοίως του καφέ, είναι μια παρατηρησιακή μελέτη. Αν όμως προχωρήσουμε ένα βήμα περισσότερο και διενεργήσουμε μια παρεμβατική μελέτη, χορηγώντας την ψιλοκυβίνη στο πλαίσιο διπλής-τυφλής τυχαιοποιημένης μελέτης, τότε επιβεβαιώνουμε με τον πιο αξιόπιστο τρόπο την αιτιακή σχέση της χρήσης της ψιλοκυβίνης και της μυστικής εμπειρίας. Αυτό ακριβώς το πιθανοκρατικό μοντέλο της αιτιότητας, μαθηματικά μοντελοποιημένο, έχει αναπτύξει ο Judea Pearl (The Book of Why: The New Science of Cause and Effect, Basic Books 2018).