Φωτεινή Στυλιανοπούλου
Δρ Νευροεπιστημών, Ομότιμη Καθηγήτρια Βιολογίας ΕΚΠΑ

σύναψις 65 [2022 – τόμος 18]

Marek Glezerman
Φυλοειδική Ιατρική
Διαφορική κλινική διάγνωση και θεραπεία με βάση το βιολογικό και κοινωνικό φύλο

Πρόλογος: Άμος Οζ
Μετάφραση: Παναγιώτης Δρεπανιώτης
Επιστημονική επιμέλεια: Χριστίνα Δάλλα – Νίκος Κόκρας
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2021 / Σειρά: Ιατρική & Κοινωνία, σελ. 256

Το βιβλίο του Marek Glezerman Φυλοειδική Ιατρική πραγματεύεται ένα θέμα που μόνο σχετικά πρόσφατα έχει αρχίσει να είναι διεθνώς στο προσκήνιο των επιστημονικών προβληματισμών: Στην Ιατρική πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και το φύλο του ατόμου, διότι ο άντρας ασθενής διαφέρει από τη γυναίκα ασθενή σε πολλές παραμέτρους της φυσιολογίας. Τις διαφορές αυτές περιγράφει και εξηγεί διεξοδικά ο συγγραφέας του βιβλίου. Παράλληλα με την ανάδειξη των διαφορών μεταξύ των δύο φύλων, το βιβλίο παρέχει μια εξαιρετική περιγραφή της ανθρώπινης φυσιολογίας, σε απλή γλώσσα, με εύληπτο τρόπο, χωρίς τεχνικές λεπτομέρειες, ώστε να είναι κατανοητή από τον/την αναγνώστη που δεν έχει ειδικές γνώσεις. Αξίζει να αναφέρουμε ενδεικτικά δύο παραδείγματα που καταδεικνύουν τη σημασία και την αξία αυτού του βιβλίου: Μέχρι πολύ πρόσφατα, στα βιβλία της Ιατρικής που είναι γραμμένα σε γλώσσες που τα φύλα διαφοροποιούνται, όπως τα ελληνικά, πάντα αναφέρεται «ο ασθενής» και ποτέ «η ασθενής», εκτός από την περίπτωση της γυναικολογίας και της μαιευτικής. Αναφορικά με έναν άλλο τομέα, αυτό των κλινικών δοκιμών, είναι γνωστό ότι ως υποκείμενα της μελέτης επιλέγονταν μόνο άντρες, με τη δικαιολογία ότι οι γυναίκες θα ήταν δυσκολότερο να δώσουν σαφή στατιστικά αποτελέσματα, λόγων της κυκλικής τους φυσιολογίας και με βάση την κυρίαρχη άποψη ότι ο ανδρικός και γυναικείος οργανισμός είναι βασικά ο ίδιος. Το αποτέλεσμα είναι να συνταγογραφούνται τα ίδια φάρμακα στις ίδιες δοσολογίες και στα δύο φύλα, πρακτική που δεν συνάδει με τα επιστημονικά δεδομένα της βιολογίας.

Στην εισαγωγή του βιβλίου ο συγγραφέας παρουσιάζει τις διαφορές μεταξύ των φύλων ως αποτέλεσμα της εξελικτικής ιστορίας του ανθρωπίνου γένους. Κατά τους προϊστορικούς χρόνους, οι ρόλοι των αντρών και των γυναικών ήταν διαφορετικοί: οι άντρες ήταν κυνηγοί και πολεμιστές και ως εκ τούτου διένυαν μεγάλες αποστάσεις, ενώ οι γυναίκες ήταν υπεύθυνες για την τεκνοποιία και την ανατροφή των απογόνων και παρέμεναν όλες μαζί, κοντά στον τόπο κατοικίας. Οι διαφορετικοί αυτοί ρόλοι «σμίλευσαν» και τα διαφορετικά χαρακτηριστικά: Το μεγαλύτερο σωματικό μέγεθος στους άντρες (σήμερα δεν προσδίδει πλεονέκτημα υγείας ή επιβίωσης), τη μεγαλύτερη ανοχή τους στον πόνο, όσο είναι νέοι, τον καλύτερο προσανατολισμό τους στον χώρο, ενώ οι γυναίκες διαθέτουν μεγαλύτερη λεκτική ικανότητα, αποτελεσματικότερο ανοσοποιητικό σύστημα, καλύτερες κινητικές δεξιότητες στα χέρια, μεγαλύτερη ικανότητα κατανόησης των εκφράσεων του προσώπου.

Στο πρώτο κεφάλαιο διευκρινίζεται ότι η φυλετική ταυτότητα και συμπεριφορά ενός ατόμου καθορίζεται τόσο από το βιολογικό/χρωμοσωμιακό, ορμονικό, όσο και από το κοινωνικό/περιβαλλοντικό (gender) φύλο και τονίζει ότι η Ιατρική πρέπει να λαμβάνει υπόψη της και αυτές τις παραμέτρους στην αντιμετώπιση του κάθε ασθενούς. Αναφορικά με την επίδραση του περιβάλλοντος (που διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο κατά την ανάπτυξη του οργανισμού, όπως αναπτύσσεται σε παρακάτω κεφάλαια) ο συγγραφέας αναφέρει παραδείγματα όπου το περιβάλλον επηρεάζει την εμφάνιση κάποιων νόσων φυλοειδικά, λόγω του διαφορετικού τρόπου ζωής των δύο φύλων. Στο ίδιο κεφάλαιο γίνεται σαφής διαχωρισμός και επεξηγείται η διαφορά μεταξύ φυλοειδικής και εξατομικευμένης Ιατρικής, τονίζοντας την αναγκαία για την ευρεία εφαρμογή της εξατομικευμένης ιατρικής τεχνολογική πρόοδο και ως εκ τούτου το κόστος, καθώς και δεοντολογικά θέματα που εγείρονται.

Στα κεφάλια 2 και 3 αναπτύσσεται διεξοδικά και με σαφήνεια η ανάπτυξη του αρσενικού και θηλυκού εμβρύου: Ο καθοριστικός ρόλος της χρωμοσωμιακής σύστασης (στα θηλαστικά, ΧΥ στα αρσενικά και ΧΧ στα θηλυκά), του γονιδίου SRY στο Υ χρωμόσωμα για τη δημιουργία των εμβρυικών όρχεων, από όπου εκκρίνεται η ορμόνη τεστοστερόνη, που έχει «οργανωτική» δράση για τη διαμόρφωση του αρσενικού φαινότυπου όλου του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένου και του εγκεφάλου. Διευκρινίζεται όμως σαφώς ότι για τη φυσιολογική διαφοροποίηση του φύλου εμπλέκονται και άλλα γονίδια και μόρια, που αλληλοεπιδρούν και με περιβαλλοντικούς παράγοντες. Τονίζεται η σημασία τόσο του ορμονικού ενδομήτριου περιβάλλοντος, αλλά και άλλων περιβαλλοντικών παραγόντων, όπως η διατροφή της μητέρας, η έκθεσή της σε τοξίνες (χημικές ουσίες, αλκοόλ, κάπνισμα κ.λπ.), καθώς και η ψυχολογική της κατάσταση. Δίνονται παραδείγματα που δείχνουν ότι όλοι αυτοί οι παράγοντες, βιολογικοί και περιβαλλοντικοί, επηρεάζουν όχι μόνο την ανάπτυξη του εμβρύου, αλλά και την ευαλωτότητα ή ανθεκτικότητα σε ασθένειες στην ενήλικη πλέον ζωή του.

Στο κεφάλαιο 4 ο συγγραφέας επικεντρώνεται στη σημασία της ψυχολογικής κατάστασης της κυοφορούσας μητέρας στην ανάπτυξη του εμβρύου, καθώς και στις μακρόχρονες επιπτώσεις που μπορεί να έχει στη βιολογία και συμπεριφορά του ενήλικου οργανισμού. Περιγράφεται το βιολογικό σύστημα απάντησης σε στρεσσογόνα ερεθίσματα και δίνονται παραδείγματα πώς το ισχυρό ψυχικό στρες (πόλεμος, μεγάλες φυσικές καταστροφές) κατά την εγκυμοσύνη μπορεί να οδηγήσει σε νευροαναπτυξιακές διαταραχές, τόσο οργανικές (π.χ. δυσπλασίες του νεογνού) όσο και ψυχολογικές (αυξημένο άγχος, κατάθλιψη, γνωστικές διαταραχές, κ.λπ.). Οι πιθανές βλαπτικές συνέπειες του έντονου ψυχοκοινωνικού στρες κατά την ενδομήτρια, νεογνική, νηπιακή και παιδική ηλικία αποτελεί ένα θέμα που βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος και καταβάλλονται προσπάθειες κοινωνικής αλλά και ιατρικής αντιμετώπισής του.

Στο κεφάλαιο 5 γίνεται με τρόπο σαφή και εύληπτο περιγραφή της ανατομίας και της λειτουργίας του καρδιαγγειακού συστήματος. Στη συνέχεια αναφέρεται στο γεγονός ότι τα καρδιαγγειακά νοσήματα είναι πιο συχνά στους άνδρες, διότι οι γυναίκες προστατεύονται από τις ορμόνες των ωοθηκών, ιδιαίτερα τα οιστρογόνα. Λόγω αυτού του γεγονότος, στις κλινικές έρευνες και δοκιμές νέων θεραπευτικών προσεγγίσεων για τα καρδιαγγειακά νοσήματα ως επί το πλείστον δεν περιλαμβάνονται γυναίκες. Επιπροσθέτως οι γυναίκες δεν λαμβάνουν την απαιτούμενη προληπτική ιατρική φροντίδα και ορισμένες διαγνωστικές δοκιμασίες, όπως π.χ. το ευρέως χρησιμοποιούμενο τεστ κόπωσης είναι λιγότερο ευαίσθητο στις γυναίκες. Και οι γυναίκες όμως κινδυνεύουν από τα καρδιαγγειακά νοσήματα, τα οποία αποτελούν για αυτές μία από τις πιο σημαντικές αιτίες θνησιμότητας, μεγαλύτερη μάλιστα από τον καρκίνο. Οι μηχανισμοί πρόκλησης των καρδιαγγειακών νοσημάτων είναι διαφορετικοί στους άνδρες και τις γυναίκες, αλλά και τα δύο φύλα κινδυνεύουν από τα νοσήματα αυτά. Ο συγγραφέας λοιπόν καταδεικνύει με σαφή δεδομένα ότι η ιατρική πρέπει να αντιμετωπίζει τα καρδιαγγειακά νοσήματα με φυλοειδικό τρόπο.

Στα κεφάλαια 6 και 7 ο συγγραφέας περιγράφει την ανατομία και τη φυσιολογία του πεπτικού συστήματος, αναφέροντας διαφυλικές διαφορές, που υπαγορεύουν την ανάγκη να λαμβάνεται υπόψιν το φύλο κατά τη φροντίδα της υγείας του ατόμου. Ένα ενδιαφέρον και όχι τόσο γνωστό παράδειγμα είναι το εύρημα ότι στις γυναίκες η διάβαση της τροφής μέσω του λεπτού εντέρου διαρκεί δύο φορές περισσότερο χρόνο από ό,τι στους άνδρες, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ημερήσια συχνότητα των γευμάτων στις γυναίκες θα πρέπει ίσως να είναι μικρότερη από αυτή στους άνδρες.

Στο κεφάλαιο 7 αναπτύσσεται η αυτονομία της λειτουργίας του πεπτικού συστήματος από τον εγκέφαλο, λόγω της ύπαρξης του εντερικού νευρικού συστήματος. Επιπροσθέτως το κεφάλαιο αυτό αναφέρεται και στο πολύ ενδιαφέρον και σημαντικό θέμα του μικροβιώματος, δηλαδή στο σύνολο των μικροβίων (40 τρισεκατομμύρια) που υπάρχουν στο παχύ έντερο. Τα μικρόβια αυτά επηρεάζονται από πολλούς παράγοντές, τόσο ενδογενείς (μεταξύ των οποίων και τις ορμόνες του φύλου) όσο και περιβαλλοντικούς (διατροφή, κάπνισμα, αλκοόλ), ενέχονται δε στην αιτιοπαθογένεια πολλών νόσων. Η μελέτη του μικροβιώματος αποτελεί σήμερα πεδίο αιχμής της ερευνητικής δραστηριότητας και είναι αναγκαίο να περιλαμβάνει και τις διαφυλικές διαφορές.

Στα κεφάλαια 8 και 9 αναπτύσσεται το σύστημα και η λειτουργία της αναπαραγωγής, που προφανώς διαφέρουν μεταξύ των δύο φύλων, τόσο στην ανατομία, στις ορμόνες, όσο και στα χρονικά χαρακτηριστικά της δυνατότητας για αναπαραγωγή. Στους άνδρες η αναπαραγωγική ικανότητα είναι συνεχής, καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής από την εφηβεία και μετά, ενώ στη γυναίκα είναι κυκλική και εκτείνεται από την εφηβεία μέχρι την εμμηνόπαυση. Βασίζει την ανάπτυξη του θέματος στους μηχανισμούς της βιολογικής εξέλιξης. Οι άνδρες βασίζονται στην ποσότητα – τον μεγάλο αριθμό σπερματοζωαρίων που παράγουν – για τη διαιώνιση των γονίδιων τους, ενώ οι γυναίκες, που θα κυοφορήσουν και κυρίως αυτές θα φροντίσουν τους απογόνους, ενδιαφέρονται για την καλή υγεία του συντρόφου τους, ώστε να αυξηθούν οι πιθανότητες επιβίωσης των απογόνων. Έτσι διαμορφώνονται διαφυλικές διαφορές και στη στρατηγική της ερωτικής προσέγγισης.

Το κεφάλαιο 9 επικεντρώνεται στο θέμα της υπογονιμότητας και της θεραπευτικής αντιμετώπισής της. Παρόλο που η υπογονιμότητα αφορά το ζευγάρι και σήμερα ξέρουμε ότι βιολογικά υπεύθυνος μπορεί να είναι ή ο άνδρας ή η γυναίκα, παραδοσιακά, αλλά ακόμη πολλές φορές και σήμερα στη γυναίκα αποδίδεται το έλλειμα, που συνοδεύεται και από κοινωνικό στίγμα. Έτσι το ψυχολογικό φορτίο είναι μεγαλύτερο για τη γυναίκα. Επιπροσθέτως, η γυναίκα υφίσταται όλες τις ιατρικές παρεμβάσεις που γίνονται στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Ο συγγραφέας τονίζει την ανάγκη στήριξης της γυναίκας από τον άνδρα, αλλά και του ζευγαριού, που βιώνει σημαντική ψυχολογική πίεση, από επαγγελματίες ψυχικής υγείας.

Το κεφάλαιο 10 εστιάζεται στον πόνο. Ο συγγραφέας παρουσιάζει τους διαφορετικούς τύπους πόνου και αναφέρεται στην αξία του έντονου πόνου για την επιβίωση, ενώ άλλοι τύποι πόνου αποτελούν πηγή δυσφορίας. Περιγράφει τη φυσιολογία του πόνου, τονίζοντας τη δυσκολία ποσοτικοποίησής του. Αναλύει τους παράγοντες, τόσο τους βιολογικούς όσο και τους ψυχολογικούς, που επηρεάζουν την ευαισθησία στον πόνο. Μεταξύ των βιολογικών παραγόντων συγκαταλέγονται και οι ορμόνες του φύλου (οιστρογόνα, προγεστερόνη, τεστοστερόνη). Παραθέτει παραδείγματα διαφυλικών διαφορών στην αντίδραση σε διαφορετικούς τύπους πόνου, καταρρίπτει δε ως υπεραπλούστευση τη γενικώς επικρατούσα άποψη ότι οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερη αντοχή στον πόνο. Αυτή η θέση είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η παραπάνω άποψη, σύμφωνα με τις πολύ ενδιαφέρουσες αναφορές που δίνει ο συγγραφέας, συνεπάγεται μεροληπτική αντιμετώπιση σε βάρος των γυναικών, από το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, αναφορικά με τον πόνο. Η ανακούφιση από τον πόνο και η χορήγηση παυσίπονων, λαμβάνοντας υπόψιν και το φύλο, αποτελεί κεντρικό μήνυμα αυτού του κεφαλαίου.

Στο κεφάλαιο 11 περιγράφονται οι βιολογικοί μηχανισμοί διατήρησης της θερμοκρασίας του σώματος και οι διαφορές που υπάρχουν σε αυτούς τους μηχανισμούς μεταξύ γυναικών και ανδρών. Τα δεδομένα της φυσιολογίας που παρατίθενται εξηγούν τη συχνά παρατηρούμενη σκήνη σε ένα σταθερής θερμοκρασίας κλιματιζόμενο χώρο οι μεν γυναίκες εργαζόμενες να κρυώνουν, οι δε άνδρες να νιώθουν εντελώς άνετα ή ακόμη και να ζεσταίνονται.

Τα κεφάλαια 12 και 13 εστιάζονται στις ιδιαιτερότητες που εμφανίζουν σε σχέση με την υγεία οι άνδρες και τις οποίες πρέπει να λαμβάνει υπόψιν η φυλοειδική ιατρική. Οι άνδρες μπορεί να έχουν μεγαλύτερη σωματική δύναμη και ρώμη, αλλά είναι πιο ευάλωτοι στις λοιμώξεις, έχουν μικρότερη ικανότητα να αντιμετωπίζουν τις κρίσεις της ζωής και έχουν χαμηλότερο προσδόκιμο επιβίωσης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του συγγραφέα ότι ακόμη και για την κατάθλιψη, που είναι γνωστό ότι είναι δύο φορές πιο συχνή στις γυναίκες από τους άνδρες, το δεδομένο αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι τα διαγνωστικά εργαλεία δεν είναι κατάλληλα για τους άνδρες, καθώς έχουν διαμορφωθεί με βάση τη συμπτωματολογία των γυναικών. Στο κεφάλαιο 13 περιγράφονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του χρωμοσώματος Υ (Ψ), που υπάρχει μόνο στους άνδρες. Πολλοί επιστήμονες θεωρούν ότι το χρωμόσωμα αυτό αποτελεί αποτέλεσμα εξελικτικής εκφύλισης. Είναι το μικρότερο χρωμόσωμα, περιέχει πολύ λίγα γονίδια (το περισσότερο DNA του δεν εκφράζεται) και το μεγαλύτερο μέρος του δεν διαθέτει μηχανισμούς επιδιόρθωσης του DNA. Έτσι το εξελικτικό του μέλλον μακρόχρονα είναι αβέβαιο.

Το κεφάλαιο 14 αναφέρεται στη σχέση γιατρού-ασθενή, ένα θέμα το οποίο διεθνώς σήμερα απασχολεί την ιατρική βιβλιογραφία. Στο πλαίσιο του παρόντος βιβλίου, η σχέση αυτή εξετάζεται και από τη σκοπιά του φύλου. Η παραδοσιακή σχέση γιατρού-ασθενή που βασίζονταν στην προσωπική επικοινωνία, έχει σε μεγάλο βαθμό διαρραγεί από την τεχνολογία, τουλάχιστον στις χώρες του δυτικού κόσμου. Μία πληθώρα εξετάσεων έχει υποκαταστήσει την κλινική εξέταση του ασθενούς. Η καταγραφή του λεπτομερούς προσωπικού και οικογενειακού ιατρικού ιστορικού με προσοχή στις ιδιαιτερότητες (πολιτιστικές, φυλετικές, οικονομικές, γεωγραφικές) του κάθε ασθενούς έχει αντικατασταθεί με την ηλεκτρονική συμπλήρωση εντύπων αναγκαίων για τα ασφαλιστικά συστήματα υγείας, δημόσια και ιδιωτικά. Ο συγγραφέας περιγράφει, με βάση δεδομένα, τη σχέση της γυναίκας ή του άνδρα ασθενούς με τον/την γιατρό. Το φύλο του/της γιατρού επίσης επηρεάζει την σχέση με τον/την ασθενή: Ορισμένοι προτιμούν τις γυναίκες γιατρούς, ενώ αντίθετα άλλοι δεν τις εμπιστεύονται.

Στο τελευταίο κεφάλαιο 15, ο συγγραφέας συνοψίζει τη σημασία της φυλοειδικής, δηλαδή της εξειδικευμένης ως προς το κοινωνικό και βιολογικό φύλο, ιατρικής. Επισημαίνει την αυξημένη προστασία που πρέπει να παρέχεται στις εγκύους, την ανάγκη να περιλαμβάνονται και γυναίκες στις κλινικές δοκιμές για νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις και προτείνει τα θέματα της φυλοειδικής ιατρικής να τονίζονται στο πλαίσιο των ιατρικών σπουδών.

Συμπερασματικά το βιβλίο αυτό παρουσιάζει μια δυναμική και αναπτυσσόμενη θεώρηση της ιατρικής την οποία έχει αρχίσει να ενστερνίζεται η ιατρική κοινότητα. Οι απόψεις που παρουσιάζονται βασίζονται σε δεδομένα που δίνονται με σαφήνεια, ώστε να μην χάνεται ο μη ειδικός αναγνώστης στις επιστημονικές πληροφορίες. Τον σκοπό αυτό εξυπηρετούν και οι απλά επεξηγηματικές και κατανοητές εικόνες/ σκίτσα των συστημάτων της φυσιολογίας του ανθρώπινου οργανισμού. Το βιβλίο αυτό είναι ενδιαφέρον και χρήσιμο τόσο για τον/την γιατρό και τον/την φοιτητή/τρια της ιατρικής, όσο και για κάθε αναγνώστη/τρια με ενδιαφέρον για τον ευρύτερο προβληματισμό στα θέματα της άσκησης της ιατρικής.

Ο Marek Glezerman είναι Ομότιμος Καθηγητής Μαιευτικής και Γυναικολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ. Είναι πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρείας Φυλοειδικής Ιατρικής και διευθυντής του Ερευνητικού Κέντρου για τη Φυλοειδική Ιατρική στο Ιατρικό Κέντρο Ράμπιν του Ισραήλ. Έχει γράψει και/ή επιμεληθεί πέντε βιβλία και έχει δημοσιεύσει τουλάχιστον 330 επιστημονικά άρθρα. Η Φυλοειδική ιατρική είναι το πρώτο του βιβλίο που μεταφράζεται στα ελληνικά.