Βασίλης Καψαμπέλης
Ψυχίατρος, ψυχαναλυτής, μέλος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας του Παρισιού, Διευθυντής του Κέντρου
ψυχανάλυσης της Εταιρείας Ψυχικής Υγείας του 13ου διαμερίσματος στο Παρίσι, Αρχισυντάκτης της Revue
Française de Psychαnalyse
σύναψις 65 [2022 – τόμος 18]
Επιστημονική επιμέλεια Στέλιος Στυλιανίδης
Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2021, σ. 934
Λίγες είναι οι χώρες που έχουν την τύχη να διαθέτουν ένα Εγχειρίδιο ψυχοδυναμικής ψυχιατρικής σαν αυτό που κυκλοφόρησε το 2021 από τις εκδόσεις Τόπος, με συντονιστή (και κύριο συγγραφέα) τον Στέλιο Στυλιανίδη, ψυχίατρο, καθηγητή Κοινωνικής Ψυχιατρικής στο Τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών και ψυχαναλυτή, μέλος της Ελληνικής ψυχαναλυτικής Εταιρείας. Αν και ο όρος «εγχειρίδιο» είναι υπερβολικά μετριόφρων, διότι πρόκειται για ένα σύγγραμμα άνω των εννιακοσίων σελίδων, σπάνιας πληρότητας και ευρυμάθειας. Το Εγχειρίδιο χωρίζεται σε έξι ενότητες.
Η πρώτη ενότητα παρουσιάζει βέβαια εκείνο που θα περίμενε κανείς από κάθε ψυχιατρικό εγχειρίδιο, δηλαδή τη νοσογραφία και τα συστήματα ταξινόμησης. Συνεχίζει όμως με πρωτότυπο τρόπο. Αφενός, με ένα κεφάλαιο γύρω από την έννοια της κατανόησης, όρο κομβικό στην ψυχοπαθολογία της φαινομενολογίας, «δυστυχώς παραμελημένης τις τελευταίες δεκαετίες», όπως λέει στον πρόλογό του ο Καθηγητής Νικόλαος Τζαβάρας, αλλά που βρίσκεται σε άμεση σχέση με το διάβημα του ψυχαναλυτή απέναντι στον ψυχικά πάσχοντα. Αφετέρου, με μια παρουσίαση αυτού που εισφέρει η ψυχοδυναμική οπτική στην ψυχιατρική κλινική. Σ’ αυτό το τελευταίο σκέλος εμφανίζεται η πρωτοτυπία του Εγχειριδίου. Ο σχεδιασμός του έργου λαμβάνει υπόψη του ότι το έργο του Φρόυντ αναπτύσσεται κυρίως προς την κατεύθυνση τής αντικειμενοτροπικότητας, δηλαδή της σχέσης του ατόμου με τα αντικείμενά του ως αντικείμενα λιβιδινικής επένδυσης, υπό την πίεση των ενορμήσεων που το διακατέχουν. Οι αρχές ψυχοδυναμικής ψυχιατρικής (Κεφάλαιο 4) περιγράφουν λοιπόν κυρίως αυτή την πλευρά της ψυχανάλυσης, η οποία είναι και στην πρώτη γραμμή κάθε ψυχοδυναμικής ψυχιατρικής ως ψυχιατρικής που εστιάζεται στη σχέση ανάμεσα στον ψυχικά πάσχοντα και τα άτομα που επαγγέλλονται τις θεραπευτικές φροντίδες τις οποίες απαιτεί η κατάστασή του. Δύο άλλα κεφάλαια σχετίζονται με πτυχές της μεταψυχολογίας που ο Φρόυντ δεν ανέπτυξε ιδιαίτερα, ή μάλλον που γνώρισαν σημαντική ανάπτυξη από τους επιγόνους του και αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος της ψυχαναλυτικής οπτικής των ψυχοπαθολογικών φαινομένων. Το ένα είναι ο ναρκισσισμός, τομέας που εξερευνήθηκε έντονα τις τελευταίες δεκαετίες από τους ψυχαναλυτές· το δεύτερο είναι η θεωρία της αφοσίωσης (του δεσμού) που προοδευτικά ανεξαρτητοποιήθηκε από την ψυχαναλυτική θεωρία για να αποτελέσει αυτόνομο χώρο έρευνας και θεωριών, αν και βρίσκεται σε στενή σχέση (και καμιά φορά σύγκρουση) με τις ιδέες της ψυχανάλυσης σχετικά με τις πρώτες σχέσεις και εμπειρίες διάπλασης του ανθρώπινου ψυχισμού.
Η δεύτερη ενότητα περιγράφει τη διαδικασία κλινικής εκτίμησης του ασθενούς στην ψυχιατρική, και βλέπουμε ότι η κλασική «εξέταση», θεμέλιο της ιατρικής πράξης, χρειάζεται εν προκειμένω σημαντική τροποποίηση – χωρίς παράλληλα να ξεχνά την κλινική της διάσταση και την επισήμανση συμπτωμάτων – διότι στην ψυχοδυναμική ψυχιατρική, η εκτίμηση ενός ασθενούς είναι και εκτίμηση της σχέσης που συνάπτει με τον συνομιλητή του.
Η τρίτη και η τέταρτη ενότητα του Εγχειριδίου παρουσιάζει τις κλασικές κλινικές «οντότητες», τις διάφορες διαταραχές, νόσους και συνδρομές που αποτελούν τη σημερινή ψυχιατρική. Συναντάμε εδώ ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του Εγχειριδίου, δηλαδή τον συνεχή διάλογο με την επίσημη, ακαδημαϊκή ψυχιατρική. Η επιλογή αυτή είναι κατανοητή, εύστοχη και αναγκαία. Οι ψυχαναλυτές, με πρώτο τον Φρόυντ, έγραψαν επανειλημμένως κείμενα με θέμα συγκεκριμένα νοσήματα, όπως αυτά είχαν εξατομικευθεί από την ψυχιατρική της εποχής τους. Αν και ήταν κυρίως νευροφυσιολόγος και κλινικός νευρολόγος, και δεν είχε εκπαίδευση φρενιάτρου (εκείνην που οι γιατροί αποκτούσαν μαθητεύοντας στα άσυλα φρενοπαθών της εποχής), ο Φρόυντ δεν δίστασε να προβεί ο ίδιος σε νοσογραφικές καινοτομίες, όπως η εισαγωγή της νεύρωσης άγχους, η απομόνωση – μαζί με άλλους– της ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης, και οι παρεμβάσεις του γύρω από την ταξινόμηση των ψυχώσεων και ιδιαίτερα τον χαρακτηρισμό της σχιζοφρένειας στις σχέσεις της με την παράνοια. Αλλά αυτά τα ψυχαναλυτικά κείμενα πάνω σε ψυχιατρικά νοσήματα παραμένουν βέβαια μεμονωμένα όσο δεν συνιστούν γενικότερο σύστημα, μια συνολική ψυχαναλυτική ανάγνωση της ψυχιατρικής νοσογραφίας.
Αυτός είναι μάλλον ο λόγος για τον οποίο το Εγχειρίδιο κάνει την επιλογή να ακολουθήσει σε γενικές γραμμές τις ταξινομικές κατηγορίες της ακαδημαϊκής ψυχιατρικής, και κυρίως της ΠΟΥ, δηλαδή την ICD-10, αλλά και του DSM-5 της Αμερικανικής ψυχιατρικής Εταιρείας. Η επιλογή αυτή αποδεικνύεται ιδιαίτερα χρήσιμη για τον νέο ψυχίατρο, ψυχολόγο ή εργαζόμενο στα συστήματα ψυχικής υγείας, ο οποίος βρίσκεται συχνά αντιμέτωπος με άλλα ψυχολογικά και ψυχιατρικά γλωσσικά ιδιώματα, και είναι αναγκαίο να μην αποκομίζει εντύπωση «βαβελισμού» από τον χώρο στον οποίο εργάζεται και σκέπτεται. Έτσι, όλα τα κλινικά κεφάλαια του Εγχειριδίου παρουσιάζουν συνοπτικά τα διαγνωστικά κριτήρια των δύο βασικών συστημάτων ταξινόμησης (ICD-10 και DSM-5) σε ιδιαίτερο πλαίσιο, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί εύκολα να προσανατολισθεί σε σχέση με γνώσεις που έχει τυχόν από άλλα αναγνώσματα και εμπειρίες. Αλλά στη συνέχεια, οι συγγραφείς κάνουν την επιλογή να παρουσιάσουν την κλινική σύμφωνα με πιο γενικές και κατανοητές ομαδοποιήσεις. Για παράδειγμα, η κλινική περιγραφή της σχιζοφρένειας χωρίζεται σε διαταραχές της σκέψης – διαταραχές της αντίληψης – διαταραχές του συναισθήματος – διαταραχές της βούλησης και της συμπεριφοράς, πράγμα που επιτρέπει να αποφευχθεί η συστηματική παρουσίασή της μέσα από τους καταλόγους συμπτωμάτων που προτείνουν συνήθως τα ταξινομικά εγχειρίδια. Η επιλογή αυτή οργανώνει την πρόσβαση του αναγνώστη στην κατανόηση της κλινικής εικόνας και προετοιμάζει το έδαφος για την ψυχοδυναμική προσέγγιση, όταν ο κατακερματισμός σε συμπτώματα και επιμέρους σύνδρομα ευνοεί κυρίως τις βιολογικές και νευροψυχολογικές ερευνητικές κατευθύνσεις.
Ωστόσο το Εγχειρίδιο δεν ακολουθεί το σύνολο των κατηγοριών και υποκατηγοριών των σύγχρονων νοσογραφικών συστημάτων, στα οποία άλλωστε ασκεί κριτική, θυμίζοντας ότι οι 106 κατηγορίες διαταραχών του πρώτου DSM έφτασαν στις 355 στην πέμπτη του έκδοση, με κίνδυνο άλλοτε να «ψυχιατρικοποιήσουν» φυσιολογικές διακυμάνσεις της ψυχικής ζωής του ανθρώπου, άλλοτε να οδηγήσουν σε φαρμακευτικές αγωγές άτομα με ασαφή ή αβέβαιη διάγνωση. Ιδιαίτερα στην τέταρτη ενότητα που πραγματεύεται τις κυρίως ψυχιατρικές νόσους, οι συγγραφείς τέμνουν. Οι πολλαπλές νοσογραφικές οντότητες της ακαδημαϊκής ψυχιατρικής συγκεντρώνονται σε έντεκα κεφάλαια, και εκδηλώσεις που παράγουν νόημα για την ψυχοδυναμική οπτική συνευρίσκονται σε κοινό κεφάλαιο, όπως χαρακτηριστικά η κλινική της αυτοκαι ετεροκαταστροφικότητας. Κατά τον ίδιο τρόπο, αν και πιο περιορισμένα, το Εγχειρίδιο διακρίνει ανάμεσα σε σχιζοφρένειες και υπόλοιπες χρόνιες ψυχώσεις, και ο κλινικός θα βρει στο σχετικό κεφάλαιο (δυστυχώς κοινό με τις οξείες ψυχώσεις) μια σύντομη περιγραφή, καθώς και μια εξαιρετική κλινική αφήγηση («Ο αρχοντικός κύριος», σελ. 459), που επιτρέπει να συλλάβουμε όλη την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα σε σχιζοφρένεια (οποιασδήποτε μορφής) και παρανοϊκή ψύχωση (και την απόσταση ανάμεσα σε «παρανοειδές» και «παρανοϊκό»). Εκπλήσσει κάπως η επιλογή της ονομασίας των διαταραχών του θυμικού ως «διαταραχών της διάθεσης», δηλαδή η χρησιμοποίηση ενός όρου (διάθεσις) που ιστορικά, ήδη από τον Ιπποκράτη και τον Αριστοτέλη (αλλά και στην αγγλική και γαλλική ορολογία), δεν αναφέρεται ειδικά στις συναισθηματικές και συγκινησιακές εκδηλώσεις, αλλά στη γενικότερη κατάσταση του οργανισμού, και μάλιστα σε ό,τι σχετίζεται με τις σταθερές του (ως συνώνυμο της προδιάθεσης). Είναι πάντως εύλογο να μην χρησιμοποιηθεί η λέξη συναίσθημα («συναισθηματικές διαταραχές», affective disorders στην αγγλόφωνη ορολογία), ο οποίος αποτελεί ειδικό όρο στο ψυχαναλυτικό λεξιλόγιο.
Έκπληξη επίσης προκαλεί η ταξινόμηση των «αποσυνδετικών» διαταραχών (dissociation), όχι στην τέταρτη ενότητα του τόμου, ενώ πρόκειται για κλινική συμπτωματολογία, αλλά στην πέμπτη, που έχει τίτλο «Διαταραχές-Νευροεπιστήμες»· πολλώ μάλλον που διαταραχές όπως η άνοια κατατάσσονται στην τέταρτη ενότητα, παρά τη σχέση τους με ατροφικές δυσλειτουργίες του εγκεφαλικού φλοιού – και σωστά, κατά τη γνώμη μου, διότι, ανεξάρτητα από την αιτιολογία τους, οι ελλειμματικές γνωσιακές διαταραχές της ηλικίας απαιτούν συγκεκριμένες νοσηλευτικές φροντίδες και ένα σχεσιακό και συναισθηματικό πλαίσιο, το οποίο αφορά άμεσα τις θεραπευτικές ομάδες ψυχοδυναμικού προσανατολισμού.
Για να επανέλθουμε στις «αποσυνδετικές» διαταραχές, ας θυμίσουμε ότι περιεγράφηκαν αρχικά από τον Πιέρ Ζανέ και στη συνέχεια από τον Φρόυντ, κι ότι εντάσσονταν από τους δύο αυτούς ερευνητές στην υστερία. Η υστερία, μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, εθεωρείτο νευρολογική πάθηση, αν και πολλοί καταλάβαιναν ότι η ασυναρτησία των νευρολογικών συμπτωμάτων σε σχέση με την αρχόμενη εκείνη την εποχή χαρτογράφηση των εγκεφαλικών λειτουργιών απαιτούσε άλλου επιπέδου εξήγηση. Παρέμενε ωστόσο νευρολογική πάθηση και ήταν καινοτομία να υποστηρίξει κανείς ότι η υστερία έχει και ψυχικές εκδηλώσεις· η διατριβή ιατρικής του Ζανέ, που υποστηρίχθηκε το 1893, πραγματεύεται τα «ψυχονοητικά επεισόδια των υστερικών», δηλαδή προσκομίζει την ιδέα ότι υπάρχουν και υστερικά επεισόδια που δεν είναι σωματο-κινητικά όπως οι σωματομετατροπές. Από τη μελέτη των επεισοδίων αυτών ο Ζανέ θα αντλήσει το συμπέρασμα ότι ο ψυχισμός διαθέτει και έναν δεύτερο χώρο, έξω από τη συνείδηση, που θα ονομάσει «υποσυνείδητο», και ο Φρόυντ «ασυνείδητο», προεκτείνοντας τις ίδιες εργασίες. Στη συνέχεια, αυτά τα επεισόδια ψυχικής αποσύνδεσης θα συσχετισθούν με τραυματικές παθολογίες – πράγμα που ήταν και η γνώμη του Ζανέ, αλλά ως έναν βαθμό και του Φρόυντ – και θα αποσπαστούν από την κλινική της υστερίας στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία, ίσως επειδή η υστερία ταυτίστηκε σιγά σιγά με τα χαρακτηριστικά της υστερικής/ιστριονικής προσωπικότητας (αν και ήταν ήδη γνωστό ότι οι ασθενείς που εμφανίζουν επεισόδια σωματομετατροπής ή ψυχικής αποσύνδεσης συχνά δεν παρουσιάζουν χαρακτηριστικά υστερικής προσωπικότητας). Αλλά είτε εντάσσονται είτε όχι στο σύνολο της υστερίας, οι αποσυνδετικές διαταραχές αποτελούν βέβαια μέρος της ψυχιατρικής κλινικής – και μάλιστα, σχετίζονται ιστορικά με τη γένεση της ψυχοδυναμικής ψυχοπαθολογίας.
Ίσως, η επιλογή αυτή σχετίζεται με την απόφαση των συγγραφέων να μην αφιερώσουν ιδιαίτερο κεφάλαιο στην ψυχονοητική σύγχυση υπό όλες της τις μορφές, είτε είναι φαρμακευτικού ή τοξικού τύπου, είτε μεταβολικού, είτε σχετίζεται με την απότομη αλκοολική αποτοξίνωση (το τρομώδες παραλήρημα), είτε τέλος είναι «ψυχογενής». Η ψυχονοητική σύγχυση, με τη χαρακτηριστική αποδιοργάνωση της πρώτης τοπικής που επιφέρει, είναι ίσως ο συνδετικός κρίκος, από την άποψη της ψυχαναλυτικής ψυχοπαθολογίας, ανάμεσα στις οξείες ψυχώσεις και τις διάφορες διαταραχές της συνείδησης που παρατηρούνται στις αποσυνδετικές διαταραχές, ορισμένες εκδηλώσεις των οποίων (αποπροσωποποίηση, αποπραγματοποίηση) συγγενεύουν με ψυχωτικές διαταραχές. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που παλαιότερα χρησιμοποιείτο ο όρος «υστερική ψύχωση» (που περιέργως επιβιώνει στο Εγχειρίδιο, σελ. 454)· πρόκειται για κλινικές καταστάσεις διαταραχής της συνείδησης και της εγρήγορσης (δηλαδή αποδιοργάνωσης της πρώτης τοπικής), με ψευδαισθήσεις, παραληρηματικές ιδέες και έναν βαθμό ψυχονοητικής σύγχυσης, που ο Φρόυντ ονόμαζε «υστερικό παραλήρημα», δίνοντας σαν παράδειγμα τον ήρωα του μυθιστορήματος Gradiva του Jensen (την κλινική περίπτωση του οποίου οι συγγραφείς αναφέρουν στο κεφάλαιο για την σχιζοφρένεια, σελ. 440). Θα υπενθυμίσουμε εδώ ότι ο Φρόυντ χρησιμοποιεί τον όρο «ψυχονευρώσεις» στο εννοιολογικό πλαίσιο της γερμανικής ορολογίας του 19ου αιώνα, όπου «νεύρωση» σημαίνει πάθηση των νεύρων, του κεντρικού νευρικού συστήματος, και «ψύχωση» πάθηση ψυχολογική· δηλαδή ο όρος «ψυχονεύρωση» δηλώνει ότι η πάθηση, αν και «νεύρωση», έχει ψυχολογικές συνιστώσες.
Μετά την πέμπτη ενότητα, που περιλαμβάνει ιδιαίτερα χρήσιμα και εμπεριστατωμένα κεφάλαια για τις σχέσεις νευροβιολογίας, νευροεπιστημών και ψυχανάλυσης (ή για την ακρίβεια, μεταψυχολογίας, διότι στο επίπεδο του διαλόγου αυτού, η ψυχανάλυση μετέχει κυρίως ως σώμα υποθέσεων γύρω από μια ψυχολογία «στο πλαίσιο των επιστημών της φύσης», όπως γράφει ο Φρόυντ στο Σχεδίασμα επιστημονικής ψυχολογίας), φτάνουμε σε μια εξαιρετικά πλούσια και πολυάριθμη σε κεφάλαια έκτη ενότητα, αφιερωμένη στις «Θεραπευτικές προσεγγίσεις». Αν οι σελίδες που αφιερώνονται στην κλινική δεν μας είχαν ήδη αποδείξει τη χρησιμότητα μιας «ψυχοδυναμικής ψυχιατρικής», η θεραπευτική εκπληρώνει στο ακέραιο αυτή την αποστολή.
Πριν προχωρήσουμε σε επιμέρους σημεία, μια γενική παρατήρηση: η θεραπευτική του Εγχειριδίου αποπνέει τη βαθιά πεποίθηση ότι ψυχοδυναμική ψυχιατρική και κοινοτική και κοινωνική ψυχιατρική είναι άρρηκτα δεμένες. Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς ; Η διαπίστωση αυτή – θεμελιώδες δίδαγμα του δασκάλου όλων μας, Παναγιώτη Σακελλαρόπουλου (1926-1918) – απορρέει από την ίδια τη φύση της ψυχοδυναμικής θεραπευτικής. Όποιες κι αν είναι οι περιστάσεις, είτε αυτό λέγεται case management, είτε κατ’ οίκον επέμβαση και νοσηλεία, είτε έγκαιρη παρέμβαση, είτε αντιμετώπιση επειγόντων και κρίσης, είτε ψυχοκοινωνική αποκατάσταση (και θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι περισσότερες από αυτές θεραπευτικές παρεμβάσεις αποτελούν καθεμιά αυτόνομο κεφάλαιο της έκτης ενότητας του Εγχειριδίου), προϋποθέτουν τη σύναψη και την εγκατάσταση θεραπευτικής σχέσης. Και θα ήταν ασφαλώς πολύ περιοριστικό να συρρικνώσουμε την ψυχοδυναμική θεραπευτική σε κάποιες τεχνικές ψυχοθεραπείας, όταν η ουσία της έγκειται σε μια ορισμένη αντίληψη για τον ανθρώπινο ψυχισμό, τη λειτουργία του και τους τρόπους με τους οποίους σχετίζεται με τους συνανθρώπους του. Διότι οι ψυχιατρικές θεραπευτικές δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν χειρουργική ή σαν περιποίηση τραύματος, όπου η παθητικότητα του ασθενούς (ή και η «απουσία» του, υπό την έννοια της γενικής αναισθησίας) είναι αναγκαίες για τη σωστή επιτέλεση της ανάλογης φροντίδας.
Όμως αυτή η αναγκαία συμμετοχή του ασθενούς προσκρούει στις ιδιαιτερότητες του ανθρώπινου ψυχισμού, που μόνο η ψυχαναλυτική έρευνα μπόρεσε να φέρει στην επιφάνεια. Σε αντίθεση με μια κάπως αφελή λογική «εκμάθησης» δεξιοτήτων και «εκπαίδευσης» για αντιμετώπιση των δυσχερειών (coping), η ψυχανάλυση μας μαθαίνει ότι το ανθρώπινο ον δεν θέλει πάντα ό,τι καλύτερο για τον εαυτό του και για τους άλλους, και ότι καταναγκασμοί επανάληψης (ακόμη και όσων έχουν επανειλημμένα αποτύχει) και αρνητικές αντιδράσεις σε θετικά συμβάντα έρχονται τακτικά να μας θυμίσουν ότι οι ασυνείδητες δυνάμεις που μας κυβερνούν δεν θέλουν πάντα το (συνειδητά) καλό μας. Έτσι, τα κεφάλαια της έκτης ενότητας χωρίζονται γενικά σε δύο κατηγορίες. Από τη μια, η περιγραφή των ψυχοδυναμικών θεραπευτικών ως θεραπειών, δηλαδή ως τεχνικών (διότι είναι και τεχνικές) που χρειάζονται κάποιο πλαίσιο για να γίνουν εφικτές και υπακούν σε ορισμένους κανόνες και σε μια μεθοδολογία. Από την άλλη, μια σειρά από ειδικές θεραπευτικές μεθόδους και παρεμβάσεις της ψυχιατρικής (τα επείγοντα, οι πρώιμες παρεμβάσεις, η οργάνωση των συστημάτων ψυχικής υγείας, η ψυχοκοινωνική συνόδευση και αποκατάσταση), που χαρακτηρίζουν ειδικά τον χώρο μας και που η ανάδειξή τους είναι άμεσα συνυφασμένη με την έξοδο της ψυχιατρικής από τα άσυλα και την εγκατάστασή της στην καρδιά της κοινότητας. Και σαν συνδετικός κρίκος όλων αυτών των θεραπευτικών μεθόδων: αφενός η επιστημονική τεκμηρίωση των αποτελεσμάτων τους, κάτι που δυστυχώς οι ψυχοδυναμικές προσεγγίσεις παραμέλησαν για πολλά χρόνια, με κίνδυνο να περιθωριοποιηθούν ή και να αποκλειστούν από την «ιατρική που βασίζεται σε αποδείξεις»· αφετέρου η περιγραφή αυτών ακριβώς των παραγόντων (θεραπευτική σχέση, μεταβίβαση και αντιμεταβίβαση, αντιστάσεις, «μίσος» μέσα στην αγωγή…), που δρουν και επιδρούν επί του συνόλου των θεραπευτικών μας προσπαθειών με τρόπο συχνά υπόγειο και άδηλο και που η παρουσία τους είναι καθοριστική για τη διαδικασία αποκατάστασης και ίασης. Και βέβαια, με συνεχή μνεία σ’ εκείνο που ο Στέλιος Στυλιανίδης ονομάζει «εξωκλινικούς παράγοντες» στην Εισαγωγή του, είτε πρόκειται για την οικογένεια, είτε για τη γενικότερη θέση τού ατόμου μέσα στην κοινωνία (απασχόληση, κατοικία, διατροφή, κοινωνική ζωή…).
Έτσι, το πολύτιμο αυτό Εγχειρίδιο δείχνει σαφώς ότι μια «ψυχοδυναμική» ψυχιατρική είναι ταυτόχρονα, και εξ ορι- σμού, και «κοινωνική-κοινοτική», διότι το δυναμικό στοιχείο του όρου «ψυχοδυναμικός» είναι αυτή η διαρκής συνάντη- ση και η αντιπαραβολή του ατόμου με τον άλλο, με τους άλ- λους, με όλους τους άλλους, άμεσα ή έμμεσα. Συνάντηση σύμπνοιας, αντιπαράθεσης, σύγκρουσης, συνοδοιπορίας, αλλά πάντα συνάντηση