Ελίζα Νικολοπούλου
Κλινική ψυχολόγος-Ψυχαναλύτρια. Μέλος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας, της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ένωσης, της Ελληνικής Ομάδας της International Winnicott Association και της Εταιρείας Ψυχαναλυτικής Μελέτης της Εφηβείας «Ο Ένηβος».

σύναψις 65 [2022 – τόμος 18]

Η κλινική εργασία με τη Φέγια Ρέτζιο*

* Το κείμενο αποτελεί μέρος εκείνου που παρουσιάστηκε στην Ημερίδα την οποία διοργάνωσε ο Επιστημονικός Σύλλογος Μέριμνας Παιδιού και Εφήβου (ΣΥ.ΜΕ.Π.Ε.) στη μνήμη της ψυχαναλύτριας Φέγια Ρέτζιο, Θεσσαλονίκη, 11 Μαΐου 2019.

Σε όλη τη διάρκεια της εργασίας μας με τη Φέγια Ρέτζιο, η κλινική πρακτική αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης για να μελετήσουμε τη θεωρία. Πέρα από τις κλινικές περιπτώσεις της βιβλιογραφίας εργαστήκαμε πάνω και σε δικές μας. Ορισμένες, μάλιστα, από αυτές μας απασχόλησαν ιδιαίτερα, τροφοδοτώντας τις κλινικές και τις θεωρητικές μας αναζητήσεις, όπως και τους προβληματισμούς μας πάνω σε ζητήματα τεχνικής. Εν είδει παραδείγματος θα αναφερθώ σε μία από αυτές. Επρόκειτο για έναν γάλλο υπήκοο, περίπου 35 χρονών, που ζούσε πολλά χρόνια στην Ελλάδα, μετά τον γάμο του με την ελληνίδα αγαπημένη του. Φροντιστικός πατέρας και πιστός σύζυγος, ενταγμένος κοινωνικά, ήταν ένας άνδρας ιδιαίτερα ευφυής, με λαμπρές σπουδές και υψηλές επαγγελματικές ευθύνες σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό περιβάλλον. Με υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη και καλή συνειρμική και φαντασιακή ικανότητα, ήταν εμφανής η ναρκισσιστική του ευθραυστότητα, καθώς και κάποια προβληματική ομόφυλης παθητικότητας. Υπέφερε από έντονες αγωνίες υποχονδριακού τύπου με σωματοποιήσεις. Επίσης, τον απασχολούσε ιδιαίτερα ο τρόμος που του προκαλούσαν οι συγκρουσιακές καταστάσεις και η παραμικρή αντιπαράθεση με τους ανωτέρους του, καθώς και τα αισθήματα κατωτερότητας που αισθανόταν απέναντι σε άνδρες επιτυχημένους και κατέχοντες εξουσία· μπροστά τους υποτασσόταν, γεγονός που τον έκανε να βασανίζεται από ένα έντονο αίσθημα ταπείνωσης. Αν και δεν παρουσίαζε μια αμιγώς καταθλιπτική προβληματική, μιλούσε για μια ζωή χωρίς ικανοποιήσεις, όπου καμία δραστηριότητα ή σχέση δεν μπορούσε να του προσφέρει το απαραίτητο νόημα για τη χαρά της ζωής. Εξαίρεση σε αυτό το γκρίζο τοπίο αποτελούσαν κάποιες μοναχικές, μυστικές, αυτοηρεμιστικές απολαύσεις, με κυρίαρχο τον ακατάσχετο, καταναγκαστικό αυνανισμό, παρά την ικανοποιητική σεξουαλική του ζωή. Το φαντασιακό σενάριο που συνόδευε την όποια ερωτική δραστηριότητα ήταν πάντα μαζοχιστικό: μια φαλλική φιγούρα, άνδρας ή γυναίκα, τον ταπεινώνει και τον εξευτελίζει. Ας θυμηθούμε ότι ο Φρόυντ, στο κείμενό του Δέρνουν ένα παιδί (1919), υπογραμμίζει ότι για το αγόρι το να υφίσταται ξυλοδαρμό υποδηλώνει μια ομόφυλη επιθυμία. Στην περίπτωση του εν λόγω ασθενούς, ο ξυλοδαρμός αντιστοιχούσε στη χρήση, είτε φαντασιωτικά είτε στην πράξη, ενός συγκεκριμένου και πολύ ιδιαίτερου φετιχιστικού αντικειμένου, που κυριολεκτικά θα λέγαμε τον «ποδοπατά», κυριαρχεί επάνω του και τον ταπεινώνει, οδηγώντας τον συγχρόνως στο απόγειο της οργασμικής απόλαυσης. Αντικείμενο εξιδανικευμένο και λατρεμένο, ένα πάθος στο οποίο ο ασθενής, παρά το αίσθημα ντροπής που το συνόδευε, ήταν από παιδί απόλυτα και πολύ μεθοδικά δοσμένος, και για το οποίο ξόδευε χρόνο και χρήμα.

Με αφετηρία το κλινικό υλικό, μελετήσαμε στην ομάδα, εκτός από το κείμενο που προανέφερα, και άλλα κείμενα του Φρόυντ, καθώς και μεταγενέστερων ψυχαναλυτών για τη διαστροφή1 και για τον μαζοχισμό, και επανήλθαμε για μια ακόμα φορά στα Τρία δοκίμια για τη σεξουαλικότητα. Επρόκειτο, άραγε, εντέλει για διαστροφή αμιγώς, στον βαθμό που τα σενάρια και το φετιχιστικό αντικείμενο, αν και απαραίτητα για τη μεγαλύτερη απόλαυση του ασθενούς, συγχρόνως δεν του ήταν απαραίτητα για τη σεξουαλική πράξη; Στην πορεία, μας απασχόλησαν και άλλα ερωτήματα. Αναζητήσαμε το πώς συναρθρώνονται οι φετιχιστικές πρακτικές και ο ηθικός μαζοχισμός με τις πρώιμες τραυματικές εμπειρίες που ο ασθενής είχε βιώσει από τη βρεφική ήδη ηλικία, στο πλαίσιο σειράς επεμβάσεων που χρειάστηκε να υποστεί εξαιτίας μιας εκ γενετής παραμόρφωσης· ειδικότερα, πώς έρχονταν οι φετιχιστικές πρακτικές να τον προστατεύσουν απέναντι στην πρώιμη ψυχική οδύνη σε σχέση με μια πληγή χαραγμένη στο ίδιο του το σώμα, στην οποία προβάλλονταν όλη η μητρική ενοχή; Στο επίκεντρο αυτών των προβληματισμών και αναζητήσεων ήταν οι μεταβιβαστικές κινήσεις και ο αντιμεταβιβαστικός τους απόηχος. Τι με είχε οδηγήσει, παρά μια αρχική αίσθηση του ανοίκειου, να μη «δω» εξαρχής τα σημάδια που έφερε σε εμφανή σημεία του σώματός του; Σε ποιον βαθμό αυτή η εκ μέρους μου διάψευση αναπαρήγαγε τη διάψευση που διαπερνούσε τη δική του ψυχική λειτουργία; Από την άλλη, μπορεί να μην είχα αναπαραγάγει με το βλέμμα μου τη μητρική φρίκη στην πρώτη θέαση του βρέφους της, όμως, η ουδετερότητά μου δοκιμαζόταν συχνά καθώς, στη μεταβίβαση, επιχειρούσε να με βάλει είτε σε μια ηδονοβλεπτική θέση είτε στη θέση ενός άτεγκτου κριτή, ενώ συγχρόνως με προσκαλούσε αλλά και με προκαλούσε να «δω» πόσο άτολμος αλλά και νοσηρός ήταν, πόσο δεν άξιζε την εκτίμηση των σημαντικών για εκείνον προσώπων – εμού συμπεριλαμβανομένης. Κατά κύριο λόγο, όμως, με τοποθετούσε σε μια προστατευτική για εκείνον θέση, δηλαδή στη θέση μιας μη αιμομικτικής μητέρας, που δεν τον βάζει σε κίνδυνο εκθέτοντας τον ευνουχισμό της. Αντίθετα, με εξιδανίκευε, όπως και τη φαλλική παντοδύναμη μητέρα, την οποία λάτρευε με θρησκευτική ευλάβεια – δεν ήμουν μια γυναίκα όπως οι άλλες.

Δεν θα αναπτύξω περαιτέρω σε αυτό το σημείο την πορεία αυτής της μακρόχρονης ψυχοθεραπείας, καθότι αναφέρομαι σε αυτή κυρίως για να μεταφέρω τον τρόπο με τον οποίο η Ρέτζιο μας προέτρεπε να επεξεργαστούμε το κλινικό υλικό. Στο Αναστολή, Σύμπτωμα και Άγχος, ο Φρόυντ (1926) έγραφε ότι το πέρασμα από τον σωματικό πόνο στην ψυχική οδύνη αντιστοιχεί στον μετασχηματισμό της ναρκισσιστικής επένδυσης σε επένδυση του αντικειμένου. Τι επιτρέπει τον μετασχηματισμό από το σωματικό στο ψυχικό; Γιατί αποτυγχάνει ιδιαίτερα αυτή η διεργασία σε ορισμένους ασθενείς; Ποια η σχέση με την απώλεια και το πένθος; Αναρωτιέται η Ρέτζιο, η οποία δεν θεωρούσε τίποτα δεδομένο ούτε βιαζόταν να το εντάξει σε μια θεωρητική κατασκευή. Σαν να βυθιζόταν στο εκάστοτε κλινικό υλικό, διερευνούσε και διερωτάτο για τα πάντα, σε μια εργώδη προσπάθεια να προσεγγίσει την προβληματική, τον αυθεντικό πυρήνα του κάθε ασθενούς, να εισχωρήσει στα άδυτα της ψυχικής του λειτουργίας, ενώ συγχρόνως μας κινητοποιούσε να στραφούμε, ως θεραπευτές, και στα δικά μας άδυτα της ψυχής, έτσι ώστε να παραμένει ανοικτή η μεταβιβαστική /αντιμεταβιβαστική ροή στη σύγκλιση των ψυχισμών θεραπευτή/ θεραπευόμενου.

Όψεις της κλινικής πρακτικής της Φέγια Ρέτζιο

Κατά συνέπεια, θα είχε ενδιαφέρον να στραφούμε στην κλινική πρακτική της ίδιας της Ρέτζιο. Πράγματι, μας έχει αφήσει παρακαταθήκη ορισμένα πολύτιμα άρθρα, όπου δεν διστάζει να εκθέσει την κλινική της δουλειά και τους προβληματισμούς της σε σχέση, κυρίως, με ασθενείς που θα χαρακτηρίζαμε ως «δύσκολες» ή «αντι-αναλυτικές» περιπτώσεις.

Γράφει ειδικότερα (1986) με αφορμή ορισμένες περιπτώσεις, όπου αποτυγχάνουν οι ερμηνείες και οι προσπάθειες διεργασίας ζητημάτων τα οποία φαινομενικά είναι αναγνωρισμένα και ταυτοποιημένα:2 «Για ορισμένους ασθενείς που δεν παρουσιάζουν αναγκαστικά μια βαριά παθολογία, το αναλυτικό πλαίσιο, το οποίο απαιτεί να βάλουμε σε παρένθεση την εξωτερική πραγματικότητα, να βάλουμε σε παρένθεση το σώμα, [ένα πλαίσιο] το οποίο ενέχει τη ματαίωση και όπου δύο άτομα επικοινωνούν με σχεδόν αποκλειστικό μέσο τον λόγο, αναδεικνύεται αναποτελεσματικό. Για άλλους, η ίδια η αναλυτική διαδικασία φαίνεται να διακόπτεται, προσκρούοντας σε ένα κώλυμα σωματικό ή του συμπτώματος […] Σε αυτές τις περιπτώσεις ουδεμία ερμηνεία της μεταβίβασης, του υλικού της συνεδρίας ή του περιεχόμενου του ονείρου δεν δύναται να απαλύνει την οδύνη. […]»3

Αναγνωρίζοντας τις τραυματικές στιγμές που υπάρχουν σε όλα τα στάδια της παιδικής ηλικίας, καθώς και την έννοια και τις συνέπειες του τραύματος στη φροϋδική θεωρία, η Ρέτζιο υποστηρίζει ότι σε αυτούς τους ασθενείς «το τραύμα υπήρξε αποτέλεσμα μιας έντονης συναισθηματικής κατάστασης, και κατά συνέπεια σωματικά διεγερτικής, και ότι βιώθηκε μέσα σε μια βίαιη απουσία της συμβολικής διάστασης: απουσία λέξεων, λόγου, νοήματος, απουσία ενός ενήλικα που τείνει χείρα βοηθείας, μια απουσία που προσομοιάζει στο κενό, η οποία σαν ριπή ανέμου τείνει να εξωθήσει προς το πέρασμα στην πράξη ή προς τη σωματοποίηση».4

Και συνεχίζει: «Αυτοί οι ασθενείς για τους οποίους σε εκείνες τις στιγμές έχουμε την αίσθηση ότι τους λείπει είτε ένας ψυχικός χώρος είτε ένας άνθρωπος πραγματικός, ικανός να μοιραστεί την εμπειρία τους, κατασκευάζουν μια συναισθηματική συνθήκη στην οποία φυλακίζουν τον θεραπευτή, θέτοντας κυριολεκτικά σε πράξη μια σχέση που προκαλεί [σε εκείνον] βίαια συναισθήματα, μίσος και αηδία, απόρριψη και ενίοτε επιθετικές κινήσεις, με λίγα λόγια κάτι το σωματικό· κάτι της τάξης του «σώμα με σώμα». Λέμε ότι αυτοί οι ασθενείς προτιμούν την οδύνη τους παρά τη θεραπεία […] Εναντιώνονται τόσο πολύ στην κίνηση της ανάλυσης, [και] μας κρατούν με έναν μεταβιβαστικό δεσμό τεντωμένο σε ακραίο σημείο, τόσο ακραία τεντωμένο που κινδυνεύει να σπάσει, μας κρατούν φυλακισμένους σε μια αντιμεταβίβαση που […] ρέπει προς την πράξη, προς το συναίσθημα και προς το αίσθημα ανικανότητας».5

Για αυτές τις περιπτώσεις, η Ρέτζιο δεν θα διστάσει να διερευνήσει την αποτελεσματικότητα που μπορεί να έχουν – παράλληλα με την ανάλυση – οι λεγόμενες θεραπείες με σωματική διαμεσολάβηση (thérapies émotionnelles ou à médiation corporelle), με βάση την παρακάτω υπόθεση: «Αν αυτοί οι ασθενείς μπορούσαν να βρουν τόσο τα σωματικά ίχνη της τραυματικής ανάμνησης όσο και, στη συνέχεια, τα σωματικά ίχνη των στιγμών που τους παρείχαν ασφάλεια, εάν το σώμα μπορούσε να εκφραστεί ερήμην του υποκείμενου, η ενδοβολή στην ψυχική λειτουργία αυτών των καλών στιγμών, που θα ξανάβρισκε κανείς, θα μπορούσε να καταστήσει δυνατή μια απόσταση από την οδύνη».6

Σε άλλα της κείμενα η Ρέτζιο στρέφεται ειδικότερα στις περιπτώσεις όπου τα λόγια πέφτουν στο κενό, καθότι η ενόρμηση του θανάτου, η καταστροφικότητα δεσπόζει σε τέτοιον βαθμό που τείνει να καταλύσει τις δυνάμεις ζωής. Όπως λ.χ. στις περιπτώσεις τοξικομανίας, νευρικής ανορεξίας, αυτοκτονίας, ακραίου μαζοχισμού ή, ακόμα, σε πιο γνώριμες στον καθένα μας καταστάσεις, όπου συνέπεια ενός γεγονότος ζωής, όπως ένα πένθος ή μια αποτυχία, βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με αγωνίες κατάρρευσης ή ένα αίσθημα ψυχικού χάους και ψυχικού θανάτου.

Θα σας μεταφέρω κάποια μικρά αποσπάσματα από δύο περιπτώσεις που η Ρέτζιο μας εκθέτει αναλυτικά,7 περιπτώσεις ακραίες στον βαθμό που οι ασθενείς «εναποθέτουν στα χέρια της αναλύτριας το ζήτημα της προσωπικής τους επιβίωσης», και οι οποίες αναδεικνύουν το διακύβευμα των μεταβιβαστικών/αντιμεταβιβαστικών κινήσεων. Το πρώτο απόσπασμα είναι από τη μακρόχρονη ανάλυση μιας παρανοϊκής ασθενούς, η οποία, έχοντας περάσει από χίλια κύματα, κάποια στιγμή εκλιπαρεί την αναλύτρια να τη βοηθήσει να αυτοκτονήσει σχεδόν μπροστά στα μάτια της. Η Ρέτζιο, σχεδόν άθελά της όπως γράφει, της λέει: «Μου ζητάτε να συμφωνήσω με την επιθυμία σας να πεθάνετε, μου ζητάτε μάλιστα να σας βοηθήσω να σκοτωθείτε, για εσάς αυτό θα ήταν η μοναδική ένδειξη αγάπης», και προσθέτει: «Δεν μπορώ να σας αγαπήσω έτσι». Στα λόγια αυτά η ασθενής αρχίζει να κλαίει γοερά. Δεν σταμάτησε για τις επόμενες 4 ώρες και η αναλύτρια την κράτησε όλες αυτές τις ώρες, έστω και αν χρειάστηκε εκείνη τη μέρα να ανατρέψει όλο το πρόγραμμα με τους άλλους ασθενείς της. Το δεύτερο απόσπασμα αφορά την περίπτωση ενός ασθενούς ο οποίος, ύστερα από μια οριακά καταστροφική για εκείνον εμπειρία, δηλώνει ότι θα αυτοκτονήσει. Η αναλύτρια αισθανόμενη την απόγνωσή του αλλά και ότι εκείνος το εννοεί, ακούει τον εαυτό της να του λέει: «Σύμφωνοι, αλλά περιμένετε, θα το κάνουμε μαζί». Αν και τα λόγια που πρόφερε, σε αυτή την ακραία συνθήκη, ήταν ένας τρόπος για να συμβολίσει τον πόνο της, την οδύνη της αλλά και την αλληλεγγύη της με αυτόν τον ασθενή, που ξυπνούσε μέσα της εκείνη την απόγνωση που καθιστά τη ζωή αδύνατη, η αναλύτρια είναι έντρομη μπροστά σε αυτό της το acting, που παρέπεμπε σε μια αιμομιξία πέρα από τον θάνατο, καθότι, όπως γράφει: «Υπάρχει ένας τόπος τον οποίο ο αναλυτής απαγορεύει τελείως στον εαυτό του, είναι η απόλαυση, δεν πρόκειται για τη σεξουαλική σχέση, αλλά για εκείνο που θα καταλύσει την απόσταση» (σ. 71).8 Ο ασθενής, ακούγοντας τα λόγια που του απευθύνει η αναλύτρια, πετάχτηκε φωνάζοντας: «Αν το κάνετε αυτό, θα πουν ότι σας σκότωσα!» Μεταφέροντας το μίσος του στην αναλύτρια και μέσω αυτής στη μητέρα του, ο ασθενής άφηνε πίσω του την επιθυμία να πεθάνει, έχοντας περάσει από τον θάνατο στο μίσος. Σχολιάζοντας τα παραπάνω η Ρέτζιο μας προειδοποιεί με έμφαση: «Αυτές οι περιπτώσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν παράδειγμα, τα λόγια-σωσίβια δημιουργούνται εκείνη τη στιγμή ακαριαία».9

Στο Ανάλυση χωρίς τέλος, ατέρμονη ανάλυση (1937), ο Φρόυντ, αναγνωρίζοντας τη δύναμη των αντιστάσεων, θα υποστηρίξει ότι η ανάλυση είναι ένα επάγγελμα αδύνατο. Η Φέγια Ρέτζιο δεν ήταν αιθεροβάμων ώστε να μη γνωρίζει και μην αναγνωρίζει τα εμπόδια, τις δυσκολίες ή ακόμα τα όρια ή τις παγίδες του επαγγέλματος. Το αντίθετο μάλιστα. Όμως, όπως έλεγε: «αυτοί οι ασθενείς είναι εδώ με την οδύνη τους» και η πρωταρχική της έγνοια ήταν να βρει τα λόγια για να τους προσεγγίσει, ώστε να επέλθει η απαραίτητη ψυχική μετατόπιση, κυρίως εκεί όπου ο θάνατος – ψυχικός ή σωματικός – τείνει να θριαμβεύσει. Όπως γράφει, θέτοντας στο επίκεντρο το ζήτημα της αντιμεταβίβασης: «Στην αναλυτική συνθήκη, η προβολή της ενόρμησης θανάτου είναι συχνά πολύ ισχυρή και προσβάλλει έντονα την αντιμεταβίβαση […] με διάφορους τρόπους. […] Πέρα από την αμφιθυμία, από την επιθετικότητα, καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε αυτές τις καταστροφικές δυνάμεις χωρίς συνταγές, χωρίς βεβαιότητα, με μόνο όπλο τα λόγια, γιατί τα λόγια συμβολίζουν και το να συμβολίζεις σημαίνει να δημιουργείς έναν δεσμό, σημαίνει να είσαι μέσα στη ζωή. Απομένει, βέβαια, να βρεις να πεις τα σωστά λόγια».10

Με βαθιά πίστη στη δύναμη του αναλυτικού λόγου, της αναλυτικής σκέψης και της μεταβιβαστικής σχέσης, πρωταρχικό της μέλημα ήταν να παραμείνει στη θέση της ως αναλύτρια, ακόμα και στις πιο αντίξοες, αντιμεταβιβαστικά, συνθήκες. Και αν το τραύμα ή η ψυχική οδύνη την άγγιζαν βαθιά, δεν επέτρεπε στον εαυτό της να παρασυρθεί σε κάποιου είδους τραυματολαγνία. Αντίθετα, προσπαθούσε να επιστρατεύσει τις ζωτικές, λιβιδινικές, δημιουργικές δυνάμεις. Σ’ αυτό το πλαίσιο, δεν είναι ίσως οξύμωρο το γεγονός ότι σε παρόμοια ακραίες συνθήκες ήταν έτοιμη να δοκιμάσει τα πάντα, για να κερδίσει η ζωή: «Τout mais pas la mort» – «Τα πάντα πλην του θανάτου». Γράφει με αφορμή μια από τις δύσκολες και δραματικές περιπτώσεις της: «Είμαι σίγουρη ότι υπήρχε ένας δρόμος για να πάει κανείς πιο βαθιά στη ζωή, πέρα από τον θάνατο. Αυτός ο δρόμος πιστεύω ότι βρίσκεται στην πρωταρχική απόλαυση του μοιράσματος και της συμφωνίας της ευχαρίστησης που ένα παιδί βρίσκει με τη μητέρα του. Ποιος αναλυτής, όμως, θα είχε το κουράγιο να παραβεί σε τέτοιον βαθμό το πλαίσιο χωρίς να χαθεί;» 11

«Tout est sexuel» – «Όλα ανάγονται στο σεξουαλικό» – μας είχε δηλώσει εμφατικά στην πρώτη συνάντηση γνωριμίας που είχαμε μαζί της. Νομίζω εκ των υστέρων ότι πέρα από τη νευραλγική σημασία της σεξουαλικότητας στην αναλυτική εργασία – διάσταση που σήμερα σύγχρονα ψυχαναλυτικά ρεύματα τείνουν να παραγνωρίζουν – μας δήλωνε και την πίστη της στη δύναμη της ενόρμησης ζωής αλλά και στη ζωτική σημασία παρουσίας ενός άλλου, έτοιμου να την αποδεχτεί και να την προστατέψει. Γράφει: «Πιστεύω ότι κάποιος μας έδωσε το χέρι, και ότι αυτό μας επέτρεψε να παραμείνουμε στη ζωή. Υπάρχουμε στη ζωή γιατί υπάρχει κάτι της τάξης του Άλλου. Πώς μπορώ να δώσω το χέρι στο κομμάτι εκείνο όπου υπάρχει θέληση για ζωή;» αναρωτιέται σε ακραίες περιπτώσεις, όπως εκείνες που αναφέραμε παραπάνω. «Δεν αναζητά κανείς τον θάνατο, η ζωή είναι εκείνη που γίνεται αφόρητη. Οπότε, για εμένα, το ζήτημα είναι να προσπαθήσω να δω αν υπάρχει κάποιος τρόπος να δώσω το χέρι σε εκείνο που θα του/της επιτρέψει να αντιμετωπίσει τη ζωή».12

Για εμένα, αυτές οι θέσεις ζωής συμπυκνώνουν στην ουσία εκείνο που σφράγιζε την ιδιαιτερότητα της Φέγια Ρέτζιο ως ανθρώπου απέναντι στις αντιξοότητες της ζωής αλλά και ως αναλύτριας. Σ’ αυτό το πνεύμα μπορούμε ίσως να ακούσουμε τα λόγια που σκέφτηκε ότι θα μπορούσα να απευθύνω στον ασθενή μου, στον οποίον αναφέρθηκα στην αρχή, σε κάποια φάση όπου εκείνος, κουρασμένος από την επίπονη και απαιτητική διάσταση της θεραπευτικής εργασίας καθαυτής, σκεφτόταν να διακόψει: «Έχουμε δουλέψει πολύ, δεν έχουμε όμως ακόμα βρει την έξοδο, τον δρόμο που θα σας επιτρέψει να απαρνηθείτε το σύμπτωμά σας. Που θα σας επιτρέψει να είστε άνδρας. Ένας άνδρας η πληγή του οποίου θα σας καθιστά ένα ξεχωριστό ανθρώπινο πλάσμα. Διότι, με αυτό το σύμπτωμα παραμένετε εγκλωβισμένος στην οδύνη. Ξέρετε, όπως και εγώ, ότι αυτό το σύμπτωμα σας στερεί τη δυνατότητα να συναντήσετε μια γυναίκα που δεν θα φοβάται το σώμα σας και όπου ούτε εσείς θα φοβάστε το δικό της. Σας αξίζει μια τέτοια συνάντηση, αυτή η ερωτική ανάταση, και νομίζω ότι είναι κρίμα να φύγετε αφήνοντας αυτήν την πόρτα κλειστή». Δίνοντας μια νέα δυναμική και προοπτική στην αναλυτική εργασία, η ψυχοθεραπεία συνεχίστηκε.

Η μετάδοση της ψυχανάλυσης

Όταν συναντιόμαστε μεταξύ μας, εμείς της ομάδας εργασίας της Φέγια Ρέτζιο, αναπολούμε, γελάμε πολύ και καμιά φορά συγκινούμαστε. Στη Γαλλία βρισκόμασταν στο δικό της σπίτι και ο σύζυγός της, ο Πωλ, μας περιέβαλλε πάντα με απαράμιλλη πατρική περιποίηση και φιλοξενία. Η Φέγια ερχόταν στα σπίτια μας, γνώρισε τους/τις συντρόφους μας και τα παιδιά μας, άκουγε τις ανησυχίες και τα διλήμματά μας. Ήταν επίσης πάντα εξαιρετικά ενήμερη για όσα συνέβαιναν στον κόσμο. Την αφορούσαν όλα, με ένα ενδιαφέρον βαθύ και αυθεντικό, και είχε γνώμη για τους πάντες και τα πάντα. Στο τριήμερο που κρατούσε η κάθε μας συνάντηση δουλεύαμε ασταμάτητα. Ή μάλλον, εκείνη δούλευε ασταμάτητα. Διότι, παρά την οικειότητα που είχε δημιουργηθεί μεταξύ μας, παρά την αμεσότητα της επικοινωνίας μας, ακόμα και σε στιγμές φαινομενικά άσχετες ή χαλαρές, εκείνη διατηρούσε την ψυχαναλυτική της ακρόαση και κατανόηση στα όσα διαδραματίζονταν γύρω της και μεταξύ μας. Και αυτό είναι κάτι τη σημασία του οποίου την κατάλαβα προσωπικά μόνο εκ των υστέρων.

Ως καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Παρίσι VII είχε την ευκαιρία να διδάξει την ψυχανάλυση, δηλαδή, όπως ήδη έγραφε ο Φρόυντ το 1919, να μιλήσει για την ψυχανάλυση ή «να φωτίσει ορισμένα από εκείνα που προέρχονται από την ψυχανάλυση». Ως ψυχαναλύτρια, όμως, γνώριζε ότι η ψυχανάλυση δεν διδάσκεται αλλά μεταδίδεται. Η κυρία Ρέτζιο δημιούργησε και ανέλαβε την ελληνική ομάδα αφιλοκερδώς, για να μας μεταδώσει την ψυχανάλυση. Με την προσδοκία να εργαστούμε με τέτοιο τρόπο ώστε και εμείς, τα μέλη της ομάδας, να είμαστε κάποια στιγμή σε θέση να τη μεταδώσουμε με τη σειρά μας. Αυτό το «χρέος» νομίζω ότι μας συνδέει υπόρρητα σε έναν ακατάλυτο δεσμό μαζί της αλλά και μεταξύ μας, τα άτομα που συμμετείχαμε στην ομάδα εργασίας. Θεωρώ ότι μας καθόρισε και μας καθορίζει ακόμα στον δρόμο που ο καθένας μας έχει χαράξει στα σχεδόν 25 χρόνια που ακολούθησαν τη δημιουργία της ομάδας. Είμαι σίγουρη ότι αν άκουγε τα όσα ανέπτυξα παραπάνω θα είχε κάτι να αντιπροτείνει, με τον πρωτότυπο, αυθεντικό και δημιουργικό τρόπο σκέψης που τη χαρακτήριζε και την καθιστούσε μοναδική· ελπίζω δε ότι θα ένιωθε ικανοποίηση για την πορεία της ελληνικής της ομάδας εργασίας και του κάθε μέλους της ξεχωριστά.

1 Βλ.και Reggios F. (1983). Neutralité analytique, contre-transfert et marque de différence. In Sztulman H. (dir.) Le psychanalyste et son patient : études psychanalytiques sur le contre-transfert, Toulouse, Privat, 1983 : 186-193.

2 Η μετάφραση όλων των παραθεμάτων από τα κείμενα της F. Reggios είναι της γράφουσας.

3 Reggios F., (1986). Des mots pour un corps, un corps pour des mots. Bulletin de Psychologie, T. XXXIX, no 377 : 891-899, εδώ σ. 891.

4 Στο ίδιο, σ. 892

5 Στο ίδιο, σ. 891

6 Στο ίδιο, σ. 899

7 Reggios, F. (1987). Pour un au-delà de la mort : les mots. Ομιλία

8 Reggios F. (χ.χ.). Réflexions autour de la pulsion de mort. 3ème Colloque de Palingenèse, σ. 71

9 Reggios F. (1987). Όπ.π., σ. 16

10 Reggios F. (1987). Όπ.π., σ. 9-10

11 Reggios, F. (χ.χ.) Όπ.π. σ. 68

12 Reggios, F. (χ.χ.) Όπ.π. σ. 69 αφιέρωμα: Φέγια Ρέτζιο