Νέλλη Γεωργούδη
Κλινική ψυχολόγος, ψυχαναλύτρια

σύναψις 65 [2022 – τόμος 18]

Φέγια Ρέτζιo: αδιάλλακτη στη γνώση, μη δογματική στην κλινική προσέγγιση

Μέσα στη δεκαετία του 2000, μπήκα στο Παρίσι σ’ ένα χαρτοπωλείο και έπεσα πάνω σ’ ένα ντοσιέ κίτρινο έντονο που έβγαζε μάτι και είχε τον τίτλο ενός αστυνομικού μυθιστορήματος της Άγκαθα Κρίστι «Τα 5 μικρά γουρουνάκια». Στα γαλλικά το μικρό γουρουνάκι ή η μικρή γουρουνίτσα παραπέμπει σε κάποιον που του αρέσουν τα πονηρά σεξουαλικά παιχνίδια. Μου έκανε κλικ, το αγόρασα και ήταν το ντοσιέ για να βάζω τα έγγραφα της ομάδας. Τα μέλη της ομάδας δεν έκαναν εννοείται σεξουαλικά πονηρά παιχνίδια αλλά παιχνίδια του μυαλού με τη συστηματική διερεύνηση γύρω από τη σημασία της σεξουαλικότητας στην ψυχανάλυση, στον ψυχισμό και στη ζωή των ανθρώπων γενικότερα και των θεραπευομένων ειδικότερα.

Κάτι που μάθαμε με την Φέγια Ρέτζιο είναι να τολμάμε να ρωτάμε, χωρίς ηδονοβλεπτική διάθεση, χωρίς εισβολή, με ενσυναίσθηση και καλοπροαίρετο θάρρος, να ρωτάμε τους θεραπευόμενους γύρω από τα θέματα και τις δυσκολίες της ερωτικής τους ζωής, να μην τα προσπερνάμε αμήχανα όταν ερχόντουσαν στο προσκήνιο. Η αγαπημένη της λέξη ήταν: δηλαδή;

Τη γνώριζα από τη δεκαετία του ’80, από τα φοιτητικά μου χρόνια στο Παρίσι. Δίδασκε ως τακτική καθηγήτρια ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Παρίσι-7. Μετά τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής μου στη Ελλάδα, το 1999, της εκμαίευσα και μου πρότεινε να δημιουργήσουμε μια ψυχαναλυτική ομάδα εργασίας στην Αθήνα. Στόχος για μένα να είμαι λιγότερο επιστημονικά μόνη, κίνητρο για εκείνη να μεταδώσει σε νέους συναδέλφους κάτι από την ψυχαναλυτική της σκέψη και πρακτική, έξω από την ακαμψία και κάποια φορά τον δογματισμό των ψυχαναλυτικών εταιριών. Ωστόσο, η ίδια ήταν μέλος της Ψυχαναλυτικής εταιρείας των Παρισίων (SPP). Και ζήτησε από την εταιρεία της, στο πλαίσιο των σεμιναρίων και των εποπτειών που οργάνωνε η SPP στο εξωτερικό, να ενταχθεί και το σεμινάριο της Αθήνας. Εκείνη την εποχή μόνο η Άννα Ποταμιάνου έκανε ένα αντίστοιχο.

Σίγουρα η Φέγια ήθελε να αποκτήσει μια επαφή με την Ελλάδα, χώρα καταγωγής του πατέρα της. Ερχόταν συστηματικά τα καλοκαίρια. Γεννήθηκε το 1931 και μεγάλωσε στο Κάιρο από πατέρα καλυμνιώτη, τον Σακελλάρη Γιαννακάκη, έναν αυτοδίδακτο διανοούμενο μποέμ και μητέρα ρωσίδα. Είχε δίδυμο αδελφό τον Ίλιο Γιαννακάκη, ιστορικό, ο οποίος έζησε πολιτικός πρόσφυγας στη Τσεχοσλοβακία έως το 1968 και μετά εγκαταστάθηκε και δούλεψε στο Παρίσι. Ο έλληνας πατέρας τους ενέπνευσε την αγάπη για τα γράμματα. Τα δίδυμα μένουν ορφανά από τη μάνα τους σε ηλικία 7 χρονών, ο Σακελλάρης ξαναπαντρεύεται τη δεύτερη μάνα, όπως την αποκαλούσε η Φέγια, μια ιταλίδα, αλλά χάνουν και τον πατέρα τους στα 15 τους. Έφηβη, η Φέγια οργανώνεται στο ΚΚ Αιγύπτου, εκεί γνωρίζει και τον Πωλ Ρέτζιο. Το 1948 φυλακίζεται, απελαύνεται στην Ελλάδα και φεύγει τελικά για το Παρίσι το 1952 για να βρει τον Πωλ, που θα είναι ο σύντροφος της ζωής της και με τον οποίο θα αποκτήσουν την κόρη τους.

Η Φέγια Ρέτζιο ήταν πάνω απ’ όλα μία έμπειρη κλινικός, με ελεύθερο και καινοτόμο πνεύμα και πάθος για τη μετάδοση της ψυχανάλυσης. Η ελληνική ομάδα, σύμφωνα με την επιθυμία της, θα έπρεπε να απαρτίζεται από νέους συναδέλφους που είχαν αναλυθεί ή ήταν σε ανάλυση. Τα άλλα τέσσερα «μικρά γουρουνάκια» που σκέφτηκα ήταν φίλοι μου, νεότεροι και παλιότεροι, απολύτως ικανοί επιστημονικά να ανταποκριθούν στο όραμά της. Αριέλα Ασέρ, Πέτρος Κεφάλας (το μόνο αρσενικό), Λίζα Νικολοπούλου και Λουκία Τσαρούχη. Αφού έλεγξε ενδελεχώς τα βιογραφικά τους, μας κάλεσε όλους για συνέντευξη στον Αστέρα Βουλιαγμένης, καθώς, ως Αιγυπτιώτισσα εκτιμούσε πάντα την πολυτέλεια.

Η ομάδα αυτή δούλεψε από τον Δεκέμβριο του 1999 έως τον Μάιο του 2011, με 4-5 μαραθώνια Σαββατοκύριακα εργασίας τον χρόνο. Μελετήσαμε ψυχαναλυτικά κείμενα (Freud, Abraham, Green, M.Khan, McDougall, de M`Uzan, Zaltzman κ.ά.) και πάντα σε διαρκή συνάρτηση με την κλινική μας πρακτική. Συζητήθηκαν ποικίλες θεματικές, ιδίως εκείνες των ενορμήσεων, της σεξουαλικότητας, των διαστροφών, καθώς επίσης και ζητήματα τεχνικής, με βάση την επεξεργασία ενός μεγάλου φάσματος αναλυτικών περιπτώσεων. Επίσης, το 2004, διοργανώσαμε στην Αθήνα ημερίδα για τη γυναικεία σεξουαλικότητα με προσκεκλημένη την Jacqueline Schaeffer, η οποία είχε μόλις εκδώσει ένα βιβλίο για τη γυναικεία ηδονή (« Le refus du féminin », εκδ. PUF, Paris 2000).

Η Φέγια ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για το θέμα της γυναικείας σεξουαλικότητας, της γυναικείας ηδονής και είχε υπάρξει δραστήρια σε αυτό το πεδίο οργανώνοντας ημερίδες, γράφοντας άρθρα κ.λπ.

Αναζητούσε μαζί μας να αναπτύξουμε συνεργασίες με άλλους συναδέλφους ή θεσμούς, ωστόσο δεν καρποφορούσαν πάντα αυτές οι προσπάθειες, καθώς ίσως ήταν υπερβολικά μαχητική στην υποστήριξη των επιστημονικών απόψεών της και στην επιχειρηματολογία της σε διάφορα πεδία της ψυχαναλυτικής θεωρίας, και οπωσδήποτε δεν έκανε εκπτώσεις για κοινωνικούς λόγους. Υπήρξε λοιπόν αδιάλλακτη στη γνώση, αλλά και μη δογματική στην κλινική προσέγγιση. Παράλληλα το πάθος της για τη γνώση παρέμεινε άσβεστο μέχρι το τέλος της ζωής της, απαιτούσε σκληρή δουλειά από τους νέους συναδέλφους της, δούλευε πολύ και η ίδια, ήταν γενναιόδωρη και δοτική.

Παρόλο που μπορεί εν μέρει να έδειχνε κριτική διάθεση απέναντι στους ψυχαναλυτικούς θεσμούς, μας ενθάρρυνε να ενταχθούμε σε αυτούς, με συνέπεια τα τέσσερα «μικρά γουρουνάκια» να είναι μέλη σήμερα της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρίας!

Η ομάδα μας δεν ήταν μία συνήθης ομάδα μελέτης και εποπτείας. Ήταν πολύ συμπαγής ομάδα, η ίδια η Φέγια Ρέτζιο λειτουργούσε ως μητρική φιγούρα, παρακολουθούσε τη ζωή του καθενός μας και υπήρξαν καταλυτικά η παρουσία της και τα σχόλιά της (στην πραγματικότητα δεν μας άφηνε σε χλωρό κλαρί ούτε για τα επιστημονικά ούτε για τα προσωπικά μας ζητήματα).

Και η ίδια μας είχε βάλει μέσα στη ζωή της, στην οικογένειά της, ιδίως όταν τα μαραθώνια σαββατοκύριακα γίνονταν στη Γαλλία, όπως π.χ. στο εξοχικό σπίτι της οικογένειας στο Φοντενεμπλώ ή με την οργάνωση γευμάτων με συναδέλφους που ήθελε να γνωρίσουμε στο σπίτι της στο Παρίσι. Τα σεμινάρια ήταν ένα brain storming επιστήμης, εργασίας και γνώσης, ανταλλαγής, εμπειριών γεύσεων μέχρι και κηπουρικής και τελικά υπήρξε μια διαδικασία έντονου συναισθηματικού μοιράσματος και επιστημονικής ανάτασης.

Όλο αυτό το κλίμα που κατάφερνε να δημιουργεί η Φέγια, μας διευκόλυνε όλους στην ομάδα να μιλήσουμε με ειλικρίνεια για την κλινική πρακτική μας με τους θεραπευόμενούς μας και να εκτεθούμε μπροστά στους άλλους, έκθεση που όλοι μας ξέρουμε πόσο δύσκολη μπορεί να είναι.

Για όλους μας ήταν μία συνάντηση ζωής, οι γνώσεις που μας έδωσε αποτελούν τεράστια επένδυση, ένα κεφάλαιο που συνεχίζει να αποδίδει για τον καθένα μας. Η Φέγια Ρέτζιο μαζί με τη βιβλιοθήκη της, μας άφησε μια πολύτιμη άυλη πνευματική περιουσία και δεν μπορούμε παρά να την τιμούμε όπως μας τίμησε.

Παρά τα πρώιμα και βαριά πένθη που βίωσε, η Φέγια Ρέτζιο αγωνίστηκε ενάντια σε κάθε μορφή νοσηρότητας, όντας πάντα στην πλευρά των δυνάμεων της ζωής. Στην κλινική της δουλειά, απέναντι σε σκληρές και τραυματικές ιστορίες των θεραπευόμενων, ο στόχος της ήταν να εντοπίσει στο βάθος του τούνελ εκείνη την κουκίδα φωτός, γύρω από την οποία θα μπορούσαν να υφάνουν οι δυο μαζί.

Μετά τον θάνατο της κόρης της, μας έγραψε: «Κάνουμε ένα τόσο δύσκολο επάγγελμα, μας αναγκάζει να αποδώσουμε νόημα ακόμα και όταν το νόημα ανοίγει την πληγή πιο βαθιά».

Όσοι δουλέψαμε μαζί της, κρατάμε το παράδειγμα της σκληρής δουλειάς, της κλινικής οξυδέρκειας, της ελεύθερης σκέψης και της αμέριστης γενναιοδωρίας της.