Γρηγόρης Αμπατζόγλου
Ομότιμος Καθηγητής Ιατρικής Σχολής Α.Π.Θ.,
Πρόεδρος ΣΥΜΕΠΕ
σύναψις 65 [2022 – τόμος 18]
Συνάντηση στη μνήμη της ψυχαναλύτριας Feya Reggio (1931-2012)
Επιμέλεια αφιερώματος: Νέλλη Γεωργούδη & Γρηγόρης Αμπατζόγλου
[ ΣΥΜΕΠΕ, Θεσσαλονίκη, 11/5/2019 ]*
* Διοργανώθηκε στους χώρους του Επιστημονικού Συλλόγου Μέριμνας παιδιού και εφήβου (ΣΥΜΕΠΕ) που ανέλαβε την οργάνωση της εκδήλωσης, με συντονίστριες τη Νέλλη Γεωργούδη και την Αίγλη Μπρούσκου.
Συνάντησα την Φέγια Ρέτζιο πριν πολλά χρόνια στην Αθήνα, στο κλείσιμο μιας από τις συναντήσεις της με την ομάδα των συνεργατών της, έπειτα από πρόσκληση της Νέλλης Γεωργούδη και της Αριέλας Ασέρ. Η Νέλλη μου είχε ήδη μιλήσει με πολύ ζέση για τον πλούτο αυτής της συνεργασίας, τόσο σε κλινικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο. Κυρίως για την αυθεντικότητα και τη ζωντάνια της σκέψης της Ρέτζιο, για τον αντιδογματισμό της και τον αντικομφορμισμό της. Θυμάμαι μια ζωηρή βραδιά όπου η Φέγια και εγώ διαφωνούσαμε σε μια γωνιά με πάθος.
Μια άλλη βραδιά, ύστερα από κάποια χρόνια, πάλι στην Αθήνα, βρεθήκαμε ξανά όλοι μαζί, όμως πια χωρίς την Φέγια, για να συζητήσουμε για τη βιβλιοθήκη της. Η πρόταση ήταν τιμητική και συγκινητική, μια κίνηση φιλίας και αναγνώρισης: θα μπορούσε ο ΣΥΜΕΠΕ να αποτελεί τον χώρο που θα ταίριαζε να τη στεγάσει; Έτσι ξεκίνησε αυτή η ιδέα, που έφερε τη βιβλιοθήκη στον χώρο μας και οδήγησε σε μια ωραία ημερίδα στη μνήμη της. Τρία από τα τέσσερα κείμενα αυτής της ημερίδας φιλοξενούνται στο παρόν αφιέρωμα.
«Τα βιβλία είναι ζωντανοί οργανισμοί. Μπορεί να μας απογοητεύσουν, μπορεί να μας γεμίσουν χαρά», λέει ο Varlam Shalamov στο συγκινητικό βιβλίο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο Οι Βιβλιοθήκες μου.1 Λίγες γραμμές πιο πάνω έχει πει μια φράση που τη μετατοπίζω, σαν να αποτελεί μια φυσική συνέχεια: «Αλλά συγχρόνως, τα βιβλία είναι ο κόσμος εκείνος που ποτέ δεν μας προδίδει».
Τι συμβαίνει όμως με τα βιβλία των ανθρώπων που αγαπήσαμε και δεν είναι πια μαζί μας – ούτε και τα βιβλία τους μαζί τους; Βιβλία που θα συνεχίσουν να επιβιώνουν χωρίς τη φροντίδα τους, βουλιάζοντας στη φθορά, στη λήθη. Βιβλία που θα εξαφανιστούν μέσα από αδειάσματα σπιτιών, από ανακαινίσεις κληρονόμων. Βιβλία τα οποία συνεργεία καθαρισμού θα μετατρέψουν σε απορρίμματα; Ποιος θα τα σώσει, ποιος θα τα αγαπήσει ξανά, ποιος θα τα φροντίσει; Πώς δεν θα προδώσουμε εμείς οι φίλοι, οι μαθητές, οι απόγονοι αυτούς που τα αγάπησαν (αλλά και αυτούς που αγαπήσαμε και μας αγάπησαν);
Φιλοξενώ μέχρι σήμερα βιβλία που έχω σώσει μέσα από κάδους απορριμμάτων, από έρημα σπίτια. Βιβλία φίλων, βιβλία οικογενειακά, βιβλία αγνώστων. Βιβλία που συνεχίζουν να ζουν και να θυμίζουν, βιβλία που πλάθουν στη φαντασία μας τον άγνωστο κάτοχό τους.
Ξαναγυρνώ στον Shalamov, αυτόν τον άνθρωπο που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές ή εκτοπισμένος σε στρατόπεδα, που το σημαντικό έργο του εκδόθηκε μετά τον θάνατό του. Λέει ξεκινώντας την αφήγησή του: «Όταν ήμουνα τριών χρονών – από τότε θυμάμαι τον εαυτό μου – είχα την πρώτη και την τελευταία βιβλιοθήκη στη ζωή μου… Την αποτελούσαν δύο βιβλία…» . Και την κλείνει με δύο φράσεις: «Τα βιβλία είναι ότι καλύτερο
έχουμε στη ζωή, είναι η αθανασία μας. Λυπάμαι που ποτέ
δεν είχα τη δική μου βιβλιοθήκη.»
Με αυτού του είδους τη συγκίνηση συμμετείχα και εγώ κάποια στιγμή σε αυτό το ταξίδι που είχαν βάλει μπρος κάποιοι άλλοι, που δέθηκαν στενά με την Φέγια Ρέτζιο και όταν την έχασαν κράτησαν στην αγκαλιά τους τη βιβλιοθήκη της. Πριν υποδεχθώ την ιδέα μιας φιλοξενίας της με άγγιξαν η αγάπη και η ευγνωμοσύνη της ομάδας των μαθητών και φίλων της, η πίστη τους σε κάτι σχεδόν ουτοπικό, ενάντια στο ρεύμα των καιρών και της εποχής μας, μια άξια τρέλα που θέλησα και εγώ να μοιραστώ μαζί τους αλλά και με άλλους δικούς μου ανθρώπους. Μεταφορά αλλά και κουβάλημα, στέγη και καταφύγιο, υποδοχή και δώρο. Μια χαρούμενη, κεφάτη, ζωντανή περιπέτεια της μνήμης, μια συνέχεια της σκέψης, μια ανοιχτή πρόσκληση. Τα βιβλία της Φέγιας Ρέτζιο ας τα κρατάμε όλοι μαζί όσο μπορούμε στα χέρια μας. Καθώς καλύπτουν μια μεγάλη επιφάνεια σε έναν χώρο του Συλλόγου μας είναι σαν να μας κοιτούν ή σαν να απλώνονται γύρω μας για να μας ζεστάνουν. Υπενθυμίζοντάς μας ότι δεν πέφτουμε από τον ουρανό, στο πουθενά, εμείς και ο εαυτός μας, αλλά ευτυχώς κυλούμε μέσα σε κάποια ιστορία.
Σε ένα από τα τελευταία μας σεμινάρια «από κοντά», πριν από την πανδημία, ο καλεσμένος μας στενός φίλος Laurent Danon Boileau ανέτρεξε στα βιβλία της βιβλιοθήκης και ανακάλυψε ένα δυσεύρετο περιοδικό που ταίριαζε με το θέμα του (τη μετουσίωση και τη δημιουργικότητα). Η βιβλιοθήκη τον αναγνώρισε και του έκλεισε το μάτι; Ή μήπως της ένευσε πρώτος αυτός;
Μα δεν είπαμε πιο πάνω ότι οι βιβλιοθήκες έχουν ψυχή;
Και είναι άραγε τόσο τυχαίο ότι ο Shalamov και το βιβλίο του ξεπήδησαν ξαφνικά μπροστά μου λίγο πριν γράψω αυτό το κείμενο; Το βιβλίο ενός ανθρώπου που ονειρευόταν βιβλιοθήκες και είχε το θράσος να πιστεύει ότι ήξερε από πά-ντα να διαβάζει;