Πέτρος Πετρίκης
Αναπληρωτής Καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
σύναψις 65 [2022 – τόμος 18]
H Ζωή αγαπούσε τη λογοτεχνία, ιδιαίτερα τους γάλλους κλασικούς. Σταντάλ, Φλωμπέρ, Μπαλζάκ, συγκαταλέγονταν στα «διαβασμένα», ήδη από τα γυμνασιακά και λυκειακά χρόνια. Αγαπούσε όμως και τη φιλοσοφία.
Γι’ αυτό λοιπόν ας ξεκινήσω ένα σύντομο ταξίδι στον χώρο των αναμνήσεων, με ένα μικρό απόσπασμα από το μνημειώδες 7τομο έργο ενός μέγιστου γάλλου συγγραφέα των αρχών του 20ου αιώνα, του Marcel Proust, όπου ατένιζε τον κόσμο του 19ου αιώνα που εξαφανιζόταν, επηρεασμένος από τη φιλοσοφική σκέψη του Bergson για το χρόνο ως διάρκεια. Ο Χρόνος είναι και ο ουσιαστικός πρωταγωνιστής του έργου. «Βρίσκω πολύ λογική την πίστη των Κελτών ότι οι ψυχές αυτών που χάσαμε βρίσκονται αιχμάλωτες σε κάποιο κατώτερο ον, σε κάποιο ζώο, κάποιο φυτό, σε κάποιο άψυχο πράγμα, χαμένες για μας μέχρι τη μέρα, που για κάποιους από μας δεν έρχεται ποτέ, που περνώντας μπροστά από ένα δέντρο, αποκτούμε ένα αντικείμενο που είναι η φυλακή τους. Τότε μας καλούν και μόλις τις αναγνωρίσουμε, τα μάγια φεύγουν. Απελευθερωμένες από μας, νικούν το θάνατο και ξαναέρχονται να ζήσουν μαζί μας» (Marcel Proust, À la recherche… I. Du côté de chez Swann p.100).
Και λίγο παρακάτω: «Και όπως στο παιχνίδι κατά το οποίο οι Ιάπωνες διασκεδάζουν βρέχοντας σε ένα πορσελάνινο βάζο γεμάτο νερό μικρά κομμάτια χαρτιού, που μόλις πέσουν στο νερό απλώνονται, περιστρέφονται, χρωματίζονται, διαφοροποιούνται, γίνονται λουλούδια, σπίτια, πρόσωπα αναγνωρίσιμα, έτσι τώρα όλα τα λουλούδια του κήπου μας και αυτά του κήπου του κυρίου Schwann και τα νούφαρα της Vivonne, και οι καλοί χωρικοί και τα σπίτια τους και η εκκλησία και όλο το Combray και τα περίχωρά του, όλα παίρνουν μορφή και ουσία, “βγαίνουν”, πόλη και κήπος από το φλυτζάνι του τσαγιού μου».
*
Ανακαλύπτω στο αρχείο μου ένα γράμμα της Ζωής με ημερομηνία 6 Οκτώβρη του 1993. Αντιγράφω: «Σκέψου το ξανά αν θέλεις να γίνεις ψυχίατρος. Άλλωστε είναι λίγο επικίνδυνο να παντρευόμαστε τους μεγάλους μας έρωτες. Περιμένουμε πάρα πολλά. Ισχύει πάντα η πρόσκληση για φιλοξενία στη Θεσσαλονίκη».
Συνεχίζοντας την αναμόχλευση του αρχείου, ανακαλύπτω μια σειρά άρθρων σχετικών με το ερωτομανιακό παραλήρημα, θέμα πολύ αγαπημένο της Ζωής. Τα άρθρα, μας τα είχε εμπιστευθεί ο Καθηγητής μας Θανάσης Καράβατος με σκοπό τη συγγραφή μιας εργασίας πάνω στην ιστορία του συγκεκριμένου συνδρόμου, εργασία που έμεινε ημιτελής. Στη μνήμη της Ζωής θα ανατρέξω σήμερα στο σκαρίφημα εκείνης της εργασίας.
Ο Clérambault (1872-1934) καταπιανόταν συστηματικά με την ερωτομανία από το 1905, ενώ θα φτάσει το 1921 για να την περιγράψει ως διακριτή νοσολογική οντότητα, εντάσσοντάς τη στα παραληρήματα του πάθους σε άρθρο του με τίτλο «Τα παραληρήματα του πάθους: Ερωτομανία, διεκδίκηση, ζήλεια» (Gumpper & Haustgen, 2012). Το παραλήρημα βασίζεται σε ένα «θεμελιώδες αξίωμα»: Το Υποκείμενο βρίσκεται σε ερωτική επικοινωνία με το Αντικείμενο, το οποίο πρώτο ερωτεύτηκε και έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων (Debrus & Edel, 1988). Εξελίσσεται δε σε τρία στάδια – της ελπίδας, της απογοήτευσης και της μνησικακίας –, όπου και το ενδεχόμενο, το παραληρών υποκείμενο, έχοντας διαψευσθεί, να προβεί σε επιθετικές ενέργειες εναντίον του παραληρητικού αντικειμένου ή να αποπειραθεί να δώσει τέλος στη ζωή του. Ιδιαίτερο το ενδιαφέρον του Clérambault για τις ερωτομανείς που αντικείμενο του παραληρήματός τους ήταν ιερείς, οι οποίες αναστάτωναν τη θρησκευτική τάξη, μια που ως αντικείμενο του παραληρητικού τους έρωτα έθεταν αντιπροσώπους του Θεού (Gumpper & Haustgen, 2012).
Τον όρο σύνδρομο de Clérambault για το ερωτομανιακό παραλήρημα θα εισηγηθούν παραδόξως δύο αμερικανοί ψυχίατροι, ο S, Arieti και ο J.M. Meth, το 1959 στο σύγγραμμά τους της ψυχιατρικής, με τίτλο American Handbook of Psychiatry, εντάσσοντάς το στο κεφάλαιο των σπάνιων ψυχιατρικών συνδρόμων. Στο DSM αναφέρεται ως τύπος της παραληρητικής διαταραχής. Ο όρος παραμένει δημοφιλής στην αγγλοσαξονική βιβλιογραφία (για αγγλόφωνο σύνδρομο de Clérambault κάνει λόγο ο Haustgen), ενώ στη γαλλική, με τον ίδιο όρο, περιγράφεται ο ψυχονοητικός αυτοματισμός, το γαλλόφωνο σύνδρομο Clérambault (Haustgen & Gumper, 2012).
Ο Daniel Lagache ορίζει την ερωτομανία ως «την παρέκκλιση της ερωτικής σχέσης της οποίας η ενεργητική συνιστώσα “αγαπώ” εξαλείφεται προς όφελος της παθητικής “με αγαπούν”» (Lagache, 1938). Η σημαντικότητα του Αντικειμένου (του παραληρήματος) έγκειται μόνο στην παραληρητική πεποίθηση της ερωτομανιακής ασθενούς ότι αυτό (το Αντικείμενο) είναι ερωτευμένο μαζί της και την καλεί να μοιραστούν τον έρωτά του. (Micheletti, 2016-17). Η ενόρμηση στην ερωτομανία προέρχεται από τον Άλλο και επιβάλλεται στο υποκείμενο, όπως οι «φωνές» στον ψυχονοητικό αυτοματισμό. Υπό μια ευρύτερη έννοια, και το παραλήρημα του Schreber ερωτομανιακό είναι, με αντικείμενο τον Θεό, πρόκειται για τη, σύμφωνα με τον Lacan, «θεία ερωτομανία» (Gorog, 1988).
Σύμφωνα με τoν Jean Kestemberg, σε κάθε παραληρητική σχέση, ανεξάρτητα από τη θεματική του παραληρήματος, το αντικείμενο του παραληρήματος επιλέγει το υποκείμενο ως αντικείμενο επένδυσης (έρωτα, μίσους, δίωξης), ενώ το υποκείμενο δεν συμμετέχει κατά κανέναν τρόπο στην αρχική κίνηση της σχέσης που διαμορφώθηκε (Kestemberg, 1962).
Η Ζωή ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τους ασθενείς με σχιζοφρένεια, ασθενείς στους οποίους αφοσιώθηκε με ζήλο όλα τα χρόνια της σταδιοδρομίας της. Δεν ήταν τυχαία ούτε η επιλογή της να ειδικευθεί στην ψυχιατρική στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, ούτε η επιλογή του ίδιου νοσοκομείου για τη συνέχεια της σταδιοδρομίας της. Επένδυε στην ομάδα αυτών των ιδιαίτερα δύσκολων ασθενών και κατάφερνε να εγκαθιστά μαζί τους μακροχρόνιες θεραπευτικές σχέσεις εμπιστοσύνης.
Στη σύναψη θεραπευτικής σχέσης με τον σχιζοφρενή, ο θεραπευτής είναι εκείνος που αναζητά τον ασθενή, εκείνος που ξεκινά πρώτος να ενδιαφέρεται για τον πάσχοντα. Ο θεραπευτής αναλαμβάνει, στα αρχικά στάδια τουλάχιστον της θεραπείας, την επένδυση της θεραπευτικής σχέσης και την υποστήριξή της για λογαριασμό και των δύο. O ασθενής με σχιζοφρένεια στη διάρκεια της θεραπείας του «αναγκάζεται» σχεδόν να αναγνωρίσει την ύπαρξη της επιθυμίας του αντικειμένου – του θεραπευτή – ως προς αυτόν, μαθαίνει να την υπομένει ή και να τη δέχεται, πριν αναγνωρίσει την πιθανότητα μιας δικιάς του επιθυμίας προς το αντικείμενο. Οι ασθενείς με σχιζοφρένεια φοβούνται πολύ περισσότερο τη δική τους επένδυση στο αντικείμενο παρά την επένδυση του αντικειμένου σε αυτούς. H θεραπευτική σχέση θεραπευτήασθενούς με σχιζοφρένεια είναι καταρχάς μια ερωτομανιακή σχέση (Κapsambelis, 2020). Η Ζωή το ήξερε, τουλάχιστον διαισθητικά…
«Οι τόποι που έχουμε γνωρίσει δεν ανήκουν στον χώρο όπου τους τοποθετούμε για περισσότερη ευκολία. Δεν αποτελούν παρά ένα μικρό κομμάτι από συναφείς εντυπώσεις που αποτελούσαν τη ζωή μας άλλοτε. Η ανάμνηση μίας εικόνας δεν είναι παρά η λύπη μιας στιγμής. Και τα σπίτια, οι δρόμοι, οι λεωφόροι είναι φευγαλέα, αλλοίμονο, όπως τα χρόνια.»
(Marcel Proust, À la recherche… I. Du côté de chez
Swann σελ. 574.)
Βιβλιογραφία
Debrus I, Edel Y., 1988. Clérambault, L’érotomanie “historique” Nervure, 4, 34-40.
Gorog F., 1988. Érotomanie…secondaire ? Nervure, 5, 28-34.
Gumpper S, Haustgen T. 2012. Gaëtan Gatian de Clérambault (1872-1934) I. Sa vie et son oeuvre. Ann Med Psychol, 170, 224-230.
Haustgen T, Gumpper, S.2012. Gaëtan Gatian de Clérambault (1872-1934) II Son héritage psychiatrique. Ann Med Psychol,170, 358-363.
Kapsambelis V., 2009. La séduction de la réalité et le traitement des schizophrènes Psychanalyse et psychose, 9, 31-52.
Kapsambelis V. 2020. Le schizophrène en mal d’objet Paris, PUF. Kestemberg J. 1962 À propos de la relation érotomaniaque. Revue française de psychanalyse 26 (5), 533-604.
Lagache D. 1938. Érotomanie et jalousie. Journal de psychologie normale et pathologique 35, 127-160.
Micheletti E. 2017. Histoire de l’érotomanie. Mémoire pour le Diplôme Universitaire d’Histoire de la Médecine. Université Paris Descartes, p.26.
Proust M. 1988. À la recherche du temps perdu I Du côté de chez Swann, Paris, Gallimard.